Το νομοσχέδιο ενσωμάτωσης της οδηγίας της ΕΕ για την «ισότητα της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών», επιβεβαιώνει «τον ταξικό προσανατολισμό της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης κατά των εργαζομένων, απογειώνοντας την πολιτική υποκρισία, ενώ συγχρόνως στοχεύει να καλλιεργήσει αυταπάτες στους εργαζόμενους» επεσήμανε ο βουλευτής του ΚΚΕ, Γιώργος Λαμπρούλης, κατά την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής επί του σχεδίου νόμου του υπουργείου Εργασίας.
Η «εξίσωση αμοιβών» είπε, στην ουσία «είναι προς τα κάτω» με «περαιτέρω περικοπή αποδοχών στο όνομα της ισότητας των φύλων» και υπενθύμισε ότι «στο όνομα της ισότητας» οι μέχρι τώρα κυβερνήσεις κατάργησαν τις θετικές διακρίσεις υπέρ των γυναικών, όπως τα χαμηλότερα όρια συνταξιοδότησης, την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας στις βιομηχανίες, στις βιοτεχνίες κτλ., δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στην εργοδοσία για απολύσεις εγκύων και νέων μητέρων.
Στάθηκε στο άρθρο 37, που προχωρά ουσιαστικά στην κατάργηση της κυριακάτικης αργίας σε ακόμα περισσότερους κλάδους, «κλιμακώνοντας έτσι την επίθεση στον εργάσιμο χρόνο, κατά απαίτηση των επιχειρηματικών ομίλων, των βιομηχάνων για περαιτέρω κερδοφορία, υπονομεύοντας όμως και δυναμώνοντας την πίεση για να χτυπηθούν και οι αμοιβές».
Ενώ, για το άρθρο 40 για τα βαρέα και ανθυγιεινά των υγειονομικών, που εξαιρεί πολλές ειδικότητες, υπογράμμισε πως πρόκειται για «ξεκάθαρα σκέτο εμπαιγμό και κοροϊδία απέναντι στους εργαζόμενους», επισημαίνοντας πως αυτή την αδικία την δημιούργησε η πολιτική της σημερινής αλλά και των προηγούμενων κυβερνήσεων που «όλοι σας από κοινού αντιμετωπίζετε την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως κόστος. Όπως ενιαία είναι η πολιτική σας που καταδικάζει τους εργαζόμενους σε δουλειά ως τα βαθιά γεράματα σε συνθήκες αυξανόμενης εντατικοποίησης, εκτεθειμένους σε βιολογικούς, χημικούς, μηχανικούς, φυσικούς παράγοντες κινδύνου».
Ωστόσο, συνέχισε ο Γ. Λαμπρούλης, «η ένταξη στα βαρέα και ανθυγιεινά των νοσηλευτών και των διασωστών που διορίστηκαν πριν το 2011, αποτελεί κατάκτηση ακριβώς των ίδιων των εργαζομένων στις δημόσιες δομές Υγείας μέσα από πολύχρονους αγώνες και σε καμία περίπτωση δεν είναι παραχώρηση της κυβέρνησης» και παράλληλα «αποτελεί απόδειξη ότι ο οργανωμένος αγώνας και η διεκδίκηση μπορούν να έχουν αποτελέσματα».
Χαρακτήρισε μάλιστα ως εξοργιστικό το γεγονός πως το κράτος επιβάλλει στους εργαζόμενους την πληρωμή των εργοδοτικών εισφορών, τη μη καταβολή του επασφάλιστρου αλλά και τον αποκλεισμό χιλιάδων εργαζομένων από τα βαρέα και ανθυγιεινά, όπως των τραυματιοφορέων. «Αλήθεια, δεν εκτίθενται στις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες με τους νοσηλευτές, δε δουλεύουν κυκλικά ωράρια με τη συντριπτική τους πλειοψηφία να πάσχουν από μυοσκελετικά προβλήματα; Ή οι τεχνολόγοι και οι χειριστές στα ακτινολογικά τμήματα που εκτός των άλλων αντιμετωπίζουν κινδύνους για την υγεία τους λόγω έκθεσης σε ακτινοβολία; Αυτό όμως ισχύει και για μια σειρά κλάδους και ειδικότητες που η κυβέρνηση αποφάσισε αυθαίρετα και αντιεπιστημονικά να μην εντάξει στα βαρέα και ανθυγιεινά. Μαίες, τεχνολόγους και παρασκευαστές ιατρικών εργαστηρίων, βιολόγους, καθαρίστριες, φυσιοθεραπευτές, εργαζόμενους τεχνικής υπηρεσίας και άλλους».
Και ξεκαθάρισε πως δεν αρκεί μόνο το καθεστώς των βαρέων και ανθυγιεινών από μόνο του για την προστασία και την ασφάλεια των εργαζομένων στις δημόσιες δομές υγείας «όταν στα υποστελεχωμένα νοσοκομεία η εντατικοποίηση της εργασίας χτυπάει κόκκινο, οι εργαζόμενοι δουλεύουν με χιλιάδες χρωστούμενα ρεπό σε παράνομες διπλοβάρδιες, εξουθενωμένοι, με κίνδυνο για την υγεία τους. Είναι ξεκάθαρο ότι αν δε γίνουνε μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, όπως εξάλλου διεκδικούν οι εργαζόμενοι όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, οι εργαζόμενοι θα συνεχίσουν να βάζουν σε κίνδυνο την υγεία τους». Έκανε μάλιστα σαφές ότι οι εργαζόμενοι θα εντείνουν τον αγώνα τους και την πάλη τους για τη διεκδίκηση προσλήψεων όλου του αναγκαίου και απαραίτητου προσωπικού και για την ένταξη όλων των εργαζομένων του ΕΣΥ που εργάζονται σε ανθυγιεινές συνθήκες, στα βαρέα και ανθυγιεινά.
«Το κρίσιμο λοιπόν δεν είναι ο λαός μας, οι εργαζόμενοι να διαλέξουν ποιο πρόσωπο ή ποια κυβέρνηση θα υλοποιεί τα αντιλαϊκά σχέδια, αλλά με ποιον τρόπο θα τους εμποδίσουμε καλύτερα, πώς θα απαλλαγούμε από όλους αυτούς τους αντιλαϊκούς σχεδιασμούς αλλά και από αυτούς που τους υλοποιούν. Και τη διαφορά μπορεί να κάνει ένα πολύ πιο δυνατό ΚΚΕ που φωτίζει ότι ο σημερινός αδιέξοδος δρόμος που ακολουθούν τα άλλα κόμματα δεν αποτελεί και μονόδρομο για το λαό μας. Φωτίζει ακριβώς την αναγκαιότητα της ανατροπής και ότι το μέλλον μας δεν είναι η προσπάθεια διαχείρισης του καπιταλισμού, αλλά ο σοσιαλισμός», σημείωσε.



