SPIEGEL
Στην εντεινόμενη ανησυχία που υπάρχει στην Ελλάδα σχετικά με την κλιματική αλλαγή αναφέρεται το περιοδικό, εστιάζοντας ιδίως στις επιπτώσεις για τους αρχαιολογικούς χώρους.
«Εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής η Ελλάδα ανησυχεί για τις μοναδικές αρχαιολογικές της τοποθεσίες. Τα αρχαιολογικά μνημεία προσελκύουν κάθε χρόνο εκατομμύρια τουρίστες και αποφέρουν σημαντικά έσοδα. Σε πολλούς από αυτούς τους χώρους όμως που βρίσκονται σε αγροτικές περιοχές, οι αρμόδιοι ζητούν τώρα εντατικοποίηση της προετοιμασίας για την περίπτωση που απαιτηθεί αιφνίδια εκκένωση λόγω κάποιας φυσικής καταστροφής».
Κατόπιν σχετικής μελέτης «το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού συνέταξε μια λίστα με 19 αρχαιολογικούς χώρους, οι οποίοι χρήζουν προστασίας κατά προτεραιότητα για το ενδεχόμενο φυσικής καταστροφής. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η αρχαία Ολυμπία, που απειλείται επανειλημμένα από δασικές πυρκαγιές, οι Δελφοί, όπου σημειώνονται κατολισθήσεις βράχων, και οι αρχαιολογικοί χώροι του Δίου, όπου υπάρχει κίνδυνος πλημμυρών».
Όπως επισημαίνει ο δήμαρχος Αρχαίας Ολυμπίας, Αριστείδης Παναγιωτόπουλος, απαιτείται «συνεχής επαγρύπνηση», «καθώς η αρχαία Ολυμπία εκτείνεται σε μεγάλη περιοχή με πλούσια βλάστηση». Και παρά το γεγονός ότι οι αρχές προβαίνουν επανειλημμένως σε παρεμβάσεις, «γνωρίζουμε ότι αυτό από μόνο του δεν αρκεί».
Το SPIEGEL υπενθυμίζει πως «κοντά στην αρχαία Ολυμπία σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια μεγάλες πυρκαγιές, ενώ φέτος οι έντονες βροχοπτώσεις έχουν ενισχύσει σημαντικά τη βλάστηση. Πριν από την έναρξη της αντιπυρικής περιόδου η βλάστηση πρέπει επειγόντως να αποψιλωθεί, ώστε να αποτραπεί η ταχεία εξάπλωση ενδεχόμενης πυρκαγιάς.
Η μελέτη σχετικά με τα δέοντα μέτρα προστασίας των αρχαιολογικών χώρων, που εκπονήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Αθηνών και το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, εξέτασε μεταξύ άλλων τις σημερινές αλλά και παλαιότερες γεωλογικές και κλιματικές συνθήκες στους 19 αρχαιολογικούς χώρους, ενώ αναλύθηκαν και ζημιές που προκλήθηκαν από προηγούμενες φυσικές καταστροφές».
Η δε υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, ανέφερε πως έως το 2030 θα εξεταστούν συνολικά 40 αρχαιολογικοί χώροι με τον ίδιο τρόπο. Παράλληλα, «ανακοινώθηκε πως εντός του έτους θα εγκατασταθούν συστήματα ανίχνευσης πυρκαγιάς σε 21 αρχαιολογικούς χώρους και πρόκειται επίσης να καταρτιστούν σχέδια πυροπροστασίας για περισσότερους από 60 χώρους», καταλήγει το SPIEGEL.
WirtschaftsWoche
Για την «πολυαναμενόμενη» οικονομική επιστροφή της Ελλάδας γράφει από την πλευρά του το εβδομαδιαίο περιοδικό επιχειρηματικών ειδήσεων.
«Έχουν περάσει λίγο περισσότερα από δέκα χρόνια από τότε που το ενδεχόμενο ενός “Grexit” δεν ήταν απλώς ένα καθαρά θεωρητικό σενάριο. Κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους η Ελλάδα βρέθηκε κοντά στην έξοδο από την ευρωζώνη και η κρατική χρεοκοπία αποφεύχθηκε χάρη σε διεθνή πακέτα διάσωσης και αυστηρά μέτρα λιτότητας.
Σήμερα όμως η χώρα παρουσιάζει μια διαφορετική εικόνα. Στα χρόνια που ακολούθησαν την κρίση η οικονομία σταδιακά ανέκαμψε και έχει επιστρέψει σε τροχιά ανάπτυξης, παρουσιάζοντας πέρυσι ανάπτυξη της τάξεως του 2,2%, με τη στήριξη κυρίως του τουριστικού τομέα που ανθεί. Για το 2026 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ακόμα και ανάπτυξη 2,4%. Και ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών σημείωσε άνοδο περίπου 38% το 2025, τη στιγμή που ο γερμανικός δείκτης DAX αυξήθηκε την ίδια περίοδο κατά 13%.
Ένα ακόμα σημάδι της οικονομικής ανάκαμψης προέρχεται από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, με την Ελλάδα να κατατάσσεται εκ νέου στην ανεπτυγμένη αγορά βάσει της MSCI. Έτσι, περισσότερα από δέκα χρόνια μετά την υποβάθμιση του 2013, η χώρα επιστρέφει στην ομάδα των εδραιωμένων οικονομιών, γεγονός που αναμένεται να διευκολύνει την πρόσβαση των ελληνικών επιχειρήσεων σε κεφάλαια. Ήδη από το 2023 τα ελληνικά κρατικά ομόλογα είχαν αξιολογηθεί ξανά ως σχετικά ασφαλή (BBB-), μετά από περισσότερο από μία δεκαετία».
Όπως επισημαίνει τέλος το γερμανικό μέσο, «στο Χρηματιστήριο Αθηνών παρουσιάζουν ισχυρή άνοδο ιδίως οι τραπεζικές μετοχές. Από το 2024 οι τράπεζες καταβάλλουν ξανά μερίσματα και σχεδιάζουν να διανείμουν κατά μέσο όρο το 50-60% των κερδών στους μετόχους για το 2025. Αυτός είναι και ο λόγος που ο σχετικός τραπεζικός δείκτης αυξήθηκε κατά 81% μέσα στους τελευταίους δώδεκα μήνες».
Πληροφορίες από DW



