Για τη δικτατορία της 21ης Απρίλη 1967-74

Θόδωρος Τζιαντζής / EUROKINISSI

Του Θόδωρου Τζιαντζή

Με τη συμπλήρωση 54 χρόνων από την επιβολή της διχτατορίας της 21ης Απριλίου είναι φυσικό η διαπάλη για το χαρακτήρα των γεγονότων εκείνης της εποχής να βγει για άλλη μια φορά στο προσκήνιο.

Η αστική τάξη θα επαναλάβει τη θέση της για τους λίγους “άφρονες αξιωματικούς” που κατέλυσαν τη συνταγματική τάξη. Θα μιλήσει για την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών, θα εκθειάσει τη σύγχρονη δημοκρατία, την ανάγκη ομοψυχίας και συστράτευσης, για την πειθαρχία στο μονόδρομο της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Από την άλλη η εργατική τάξη, ο λαός, έχοντας διαφορετικά συμφέροντα και ανάγκες από αυτές της αστικής τάξης, έχει την ευκαιρία να βαθύνει στα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος. Απ΄αυτά χρειάζεται να κρατήσει σαν παρακαταθήκη ό,τι τη βοηθά για να κάνει πιο αποτελεσματικό τον αγώνα της για τις σύγχρονες ανάγκες της.

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι παρά τις αλλαγές που έγιναν, όλα αυτά τα χρόνια, που ακολούθησαν την κατάρρευση της δικτατορίας, η κατάσταση για τα λαϊκά στρώματα ποιοτικά δεν άλλαξε.

Όλο και περισσότερος πλούτος συσσωρεύεται σε λιγότερα χέρια, ενώ η φτώχεια, η ζωή χωρίς δικαιώματα και προοπτική ανακυκλώνεται, διευρύνεται για την πλειοψηφία των λαϊκών στρωμάτων, στη χώρα μας και διεθνώς. Το να βγούμε απ΄το τούνελ στο φως είναι μια διαχρονική προσδοκία.

Σήμερα, 200 χρόνια από την επανάσταση του ΄21, γίνεται κάθε μέρα όλο και πιο εμφανές ότι η αστική τάξη, που αποτέλεσε συντελεστή προόδου τότε για τη χώρα μας, έχει καιρό τώρα γίνει τροχοπέδη.

Το αστικό έθνος κράτος αποτέλεσε την επαναστατική απάντηση, την εποχή εκείνη, στα αδιέξοδα της φεουδαρχικής κοινωνίας και εξουσίας. Σήμερα είναι φανερό ότι έχει προ πολλού εξαντλήσει τον προοδευτισμό της. Όπως παλιότερα η φεουδαρχία, γίνεται φρένο στην ανάπτυξη και εξέλιξη της κοινωνίας, των παραγωγικών δυνάμεων. Διατηρεί και υπερασπίζεται με κάθε τρόπο την ταξική εκμετάλλευση – καταπίεση.

Η στάση της αστικής τάξης με τη δικτατορία 1967-74 (μαζί με πολλά άλλα ), είναι μια απόδειξη της αντιδραστικής πλέον φύσης της εξουσίας της.

Ας σταθούμε πιο συγκεκριμένα για το τι ήταν και γιατί έγινε η διχτατορία 1967-74.

Οι πραξικοπηματίες δικαιολόγησαν τις ενέργειές τους, με κεντρικό άξονα “να σωθεί η χώρα από τον κομμουνισμό”¨. Ότι “η φαυλοκρατία των πολιτικών οδηγούσε τη χώρα στο χάος και οι κομμουνιστές ετοιμάζονταν να καταλάβουν την εξουσία”. Τις πρώτες μέρες μάλιστα θριαμβολόγησαν ότι “κατασχέθηκαν 40 φορτηγά με όπλα, με τα οποία θα εφορμούσαν για την εξουσία 30.000 Λαμπράκηδες”(αρχείο Πετρίδη ).

Με τη βία των όπλων και χωρίς πολλές δυσκολίες, το σύνολο της αστικής κρατικής μηχανής ακολούθησε τους πραξικοπηματίες, συνεχίζοντας τη δουλειά της, όπως και πριν, στη λειτουργία της καπιταλιστικής κοινωνίας μας.

Όπως τόνισε το 1973 ο υπουργός της χούντας Νικήτας Σιώρης “έβγαλε τον επιχειρηματία από το εδώλιο του κατηγορουμένου. Τον απάλλαξε από την κατακραυγή του πεζοδρομίου και του προσέφερε ό,τι μπορούσε”. “Θα σας παράσχω το παν” είχε δηλώσει ο ίδιος ο Γεώργιος Παπαδόπουλος απευθυνόμενος στους εφοπλιστές, στις 19/3/1968. “Έλθετε προς εμάς και πέστε μας τι θέλετε. Εκ προοιμίου σας διαβεβαιώ ότι η κυβέρνηση θα σας τα δώσει”. Και τα έδωσε.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας και του ΣΕΒ, τα καθαρά κέρδη των Ελλήνων βιομηχάνων σχεδόν τετραπλασιάστηκαν στην περίοδο 1967-1971. Οι εκατομμυριούχοι τριπλασιάστηκαν από το 1965 ως το 1970, ενώ το 1973 αποκτήσαμε και 20 δισεκατομμυριούχους. Σύμφωνα με τον Οικονομικό Ταχυδρόμο (1/2/1973 ) οι πλουσιότεροι Έλληνες πλήρωσαν σε φόρους λιγότερα από ότι οι οικοδόμοι της Θεσσαλονίκης. Τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από το 1968 ως το 1972 κατά 73%. Η χούντα χορηγούσε αθρόα πιστώσεις, πακτωλούς χρημάτων στο μεγάλο κεφάλαιο, ενώ έφτασε να αναλαμβάνει π.χ. στη ναυτιλία ως και το 80% του κόστους ναυπήγησης των πλοίων των εφοπλιστών. Γι΄ αυτό και η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών το 1972 ανακήρυξε το Γ. Παπαδόπουλο επίτιμο πρόεδρό της. Η χούντα συνέχισε την ως τότε ακολουθούμενη οικονομική πολιτική, σχετικά με το κεφάλαιο, πατώντας και επεκτείνοντας την υπάρχουσα ήδη ευνοϊκή γι΄ αυτό νομοθεσία. (όπως π.χ. στο νόμο 26887/1953, περί επενδύσεων και προστασίας κεφαλαίων εξωτερικού ή το νόμο 4171/ 1961 περί κινήτρων οικονομικής ανάπτυξης ). Το ίδιο συνέβη με την ανανέωση και επέκταση ήδη υπαρχουσών συμβάσεων, όπως η Ολυμπιακή, τα μεταλλεία Βορείου Ελλάδος, τα Ναυπηγεία του Νιάρχου, τα Διυλιστήρια του Τομ Πάππας. Χρυσές δουλειές η χούντα έκανε τόσο με τα αμερικανικά μονοπώλια (Esso, Standard Oil, Texaco, Mobil ) αλλά και γερμανικά (Krupp, Siemens, Φαρμπεερυ Χοεστ ) τα γαλλικά (Πεσινε ).

Για το λαό υπήρχε ο γύψος. Για το εργατικό κίνημα διάλυση συνδικάτων, λογοκρισία, διώξεις, για τους κομμουνιστές φυλακίσεις, εξορία, βασανιστήρια.

Η αστική τάξη βγήκε η πιο κερδισμένη από το δικτατορικό καθεστώς, πράγμα που αποσιωπάται

Από την αρχή ήταν υπέρ της δικτατορίας, προσπαθώντας να επωφεληθεί, να διευρύνει τις μπίζνες της. Μετά την κατάρρευσή της, κάτω και από την πίεση των λαϊκών διαθέσεων, η θέση της και του επίσημου κράτους, αποσαφηνίστηκε ως εξής; “Μερικοί, λίγοι άφρονες αξιωματικοί κατέλυσαν το Σύνταγμα, για ιδιοτελείς λόγους”, δήλωση του Ε. Αβέρωφ, υπουργού της κυβέρνησης Καραμανλή το 1974, (γνωστού κι ως γεφυροποιού των αστών πολιτικών με τη χούντα ). “Στιγμιαίο έγκλημα ορισμένων επίορκων αξιωματικών” είναι η επίσημη εκτίμηση του δικαστηρίου που συστήθηκε για να δικάσει τη χούντα. Το παραπάνω μοτίβο, ως και στις μέρες μας, διαπερνά τα σχολικά βιβλία. Είναι χαρακτηριστικό επίσης το γεγονός ότι οι δικαστικές διώξεις των χουντικών – βασανιστών δεν ξεκίνησαν από τη μεταχουντική κυβέρνηση Καραμανλή αλλά από ιδιώτες. Επίσης το σύνολο σχεδόν των βασανιστών της κρατικής ασφάλειας αθωώθηκαν.

Τη δικτατορία της 21ης Απρίλη η επίσημη κρατική προπαγάνδα την παρουσιάζει σαν κάποιο μεμονωμένο ατυχές γεγονός, σαν μια παρένθεση ανωμαλίας ή εκτροπή από τη συνταγματική νομιμότητα. Επιχειρείται να χαραχθεί μια τομή μεταξύ 7ετίας και των προηγούμενων 10ετιών της αστικής “δημοκρατίας” του ΄50, ΄60 (εκλογές βίας και νοθείας, έκτακτα μέτρα- στρατοδικεία, παρακράτος, πολιτικές δολοφονίες Λαμπράκη – Πέτρουλα κ.ά.).

Το βιογραφικό του αρχηγού των απριλιανών δικτατόρων Γ. Παπαδόπουλου αναδείχνει ότι η χούντα δεν ξεπήδησε από το κενό. Ο Γ. Παπαδόπουλος ακούγεται για πρώτη φορά στα χρόνια της Κατοχής, όταν υπηρετεί στο επισιτιστικό γραφείο που είχε συγκροτήσει η στρατιωτική διοίκηση της Πάτρας, με προϊστάμενο το συνταγματάρχη Κουρκουλάκο, πρωτεργάτη των προδοτικών ταγμάτων ασφαλείας στη Β. Πελοπόννησο και Δ. Στερεά. Ο Παπαδόπουλος θα κατασχέσει το λάδι της Αχαΐας για να το παραδώσει στους Γερμανούς. Ήταν μέλος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην Κατοχή. Υπασπιστής του στρατιωτικού διοικητή Αθήνας Π. Κατσώτα στη μάχη της Αθήνας, το Δεκέμβρη ΄44. Στέλεχος του αστικού στρατού στην τρίχρονη σύγκρουση με το Δημοκρατικό Στρατό. Στρατοδίκης στην πρώτη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη. Το 1953 μεταβαίνει στις ΗΠΑ για να εκπαιδευτεί στο “Τμήμα Αμερικανικών Μεθόδων”, ειδικευόμενος στον ψυχολογικό πόλεμο. Στη συνέχεια θα έρθει στην Ελλάδα, ευνοούμενος της CIA, για να εργαστεί στην ΚΥΠ, ως βοηθός του πρώτου διευθυντή της Νάτσικα. Ηγετικό στέλεχος της ΚΥΠ το 1959. Υπεύθυνος της επιτροπής που συγκρότησε η κυβέρνηση της ΕΡΕ για την επίβλεψη, το συντονισμό των διάφορων παρακρατικών ακροδεξιών οργανώσεων. Ένας από τους βασικούς συντελεστές και εκτελεστές του σχεδίου ΠΕΡΙΚΛΗΣ το 1961, στις εκλογές βίας και νοθείας. Ηγετικό στέλεχος των συνωμοτικών οργανώσεων ΙΔΕΑ και ΕΕΝΑ (Ένωση Ελλήνων Νέων Αξιωματικών ) στο στρατό, από τις οποίες αναδείχτηκαν οι περισσότεροι πραξικοπηματίες. Το 1965 οργάνωσε το προβοκατόρικο σαμποτάζ στον Έβρο, για να το αποδώσει στους κομμουνιστές και να διαμορφώσει κλίμα. Ο Γ. Παπαδόπουλος επομένως, όπως και η πλειοψηφία των ατόμων, στρατιωτικών και μη, που στελέχωσαν τη δικτατορία του 1967, δεν επρόκειτο για “άφρονες αξιωματικούς” αλλά για ανθρώπους βαθύτατα συστημικούς, γαλουχημένους και ταγμένους στην υπεράσπιση της αστικής εξουσίας, με κάθε τρόπο και ειδικά με την άσκηση βίας. Αλλά και το σχέδιο Προμηθεύς, πάνω στο οποίο στηρίχτηκαν οι πραξικοπηματίες για την κατάληψη της εξουσίας το 1967, ήταν σχέδιο του ΝΑΤΟ που περιλάμβανε την επέμβαση του στρατού, με σκοπό να περιφρουρήσει την εξουσία της αστικής τάξης και τη συμμετοχή της στο ιμπεριαλιστικό μπλοκ και τους σχεδιασμούς του.

Οι βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν στη δικτατορία της 21ης Απριλίου πρέπει να αναζητηθούν πρώτα και κύρια στις διαρκώς οξυμένες αντιθέσεις στους κόλπους της άρχουσας τάξης της χώρας μας. Μετά το παλατιανό πραξικόπημα (Ιούλης 1965 ) αδυνατούσε να σχηματιστεί σταθερή κυβέρνηση για μεγάλο διάστημα. Η διέξοδος από αυτή την κρίση μέσω εκλογών ήταν επίφοβη, οξύνοντας τις αντιθέσεις στους κόλπους της. Διαφωνίες υπήρχαν, για παράδειγμα, ανάμεσα στον ιδρυτή της ΕΡΕ Κ. Καραμανλή με τους Κ. Τσάτσο, Π. Παπαληγούρα απέναντι στον Π. Κανελόπουλο, που προσπαθούσε να συνεννοηθεί με το Γ. Παπανδρέου. Αντίθεση εκδηλώθηκε και στην Ένωση Κέντρου, ανάμεσα στον Γ. Παπανδρέου και τον Α. Παπανδρέου, που για ένα διάστημα επέκρινε τον πατέρα του για συμβιβαστική πολιτική. Στο χώρο των “αποστατών” εντάθηκε η κρίση αφού δεν απόκτησαν λαϊκό έρεισμα.

Στην όξυνση των ενδοαστικών αντιθέσεων βασικός παράγοντας ήταν το παλάτι. Η επιρροή και η συνεχής ανάμειξή του στο στρατό και στην κυβέρνηση αποτελούσε διαρκές σημείο τριβών και ανταγωνισμών στους κόλπους της. Αστικοί εκσυγχρονισμοί που επιχειρήθηκαν τόσο από την ΕΡΕ όσο και από την Ένωση Κέντρου προσέκρουαν και ακυρώνονταν από τις συνεχείς αντιδράσεις του παλατιού, ενώ ξεσήκωναν μαζικές λαϊκές αντιδράσεις (Ιουλιανά 1965 ). Η διαπάλη για τον έλεγχο του στρατού, για τις αρμοδιότητες του βασιλιά, βρέθηκαν στο επίκεντρο της οξυνόμενης ενδοαστικής κρίσης, παραμονές της επιβολής της δικτατορίας. Σημαντικός επίσης παράγοντας όξυνσης αυτής της κρίσης υπήρξε το κυπριακό, για το οποίο ασκούνταν ιδιαίτερες πιέσεις, κυρίως από τις ΗΠΑ, για μια Νατοϊκή λύση. Οι λεγόμενες “αποστασίες”, οι αλλεπάλληλες απόπειρες σχηματισμού κυβερνήσεων, η παρατεινόμενη πολιτική κρίση είχαν αποδυναμώσει το αστικό πολιτικό σύστημα και τον κυρίαρχο κομματικό διπολισμό της εποχής (ΕΡΕ- Ένωση Κέντρου ). Η δικτατορία επομένως δεν ξεπήδησε από το κενό, γεννήθηκε, ανδρώθηκε και έδρασε για τη διασφάλιση του αστικού πολιτικού συστήματος. Βρήκε έτοιμο το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο, με κύριο χαρακτηριστικό τον αντικομουνισμό, και τους μηχανισμούς καταστολής του μετεμφυλιακού κράτους. Είχε τη στήριξη των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, υπηρέτησε τους σχεδιασμούς τους, άνοιξε το δρόμο για την τουρκική εισβολή και κατοχή της Κύπρου.

Η εκτροπή σε δικτατορική λύση διαφαίνεται όλο και πιο ορατή και προτιμητέα ως διέξοδος, τόσο από το παλάτι αλλά και από ένα ευρύ φάσμα του αστικού πολιτικού κόσμου (άρθρα ΣάβΒα Κωνσταντόπουλου στην εφημερίδα “Ελεύθερος Κόσμος” ). Τέτοιες σκέψεις υπήρχαν και στους κόλπους της ΕΡΕ πριν το 1967. Χαρακτηριστική είναι η επιστολή απάντηση του ίδιου του Κ. Καραμανλή στον Κ. Τσάτσο, το 1966, στην οποία τόνιζε “ασπάζομαι… ανεπιφύλακτα τη σκέψη σου. Εισηγούμεθα λοιπόν παρεκτροπήν από το πολίτευμα και μιαν προσωρινήν δικτατορίαν- ίσως ενός έτους” (Έκδοση Καθημερινή 2005, Γεγονότα και Κείμενα, Αρχείο Κ. Καραμανλή, σελ 220 ). Γνωστή είναι και η επιστολή του Κ. Καραμανλή στον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο, το Σεπτέμβρη του ΄67 που λέει “Το θέμα δεν είναι να επανέλθουμε στην ομαλότητα δια της αποτυχίας της επαναστάσεως αλλά δια της επιτυχίας της… Διότι δεν θα σημαίνει βεβαίως αποκατάστασιν της ομαλότητας η επάνοδος εις την υφισταμένην προ του κινήματος κατάστασιν. Το τελευταίο δε αυτό έχει βαρύνουσαν σημασίαν, δεδομένου ότι συνιστά τον πυρήνα του προβλήματος” (Εκδόσεις Λιβάνη “Εγώ ο Ιάκωβος” σελ. 247-248 ).

Για τις αιτίες, το ρόλο της χούντας , της CIA, των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, πολλά μπορούν να ειπωθούν. Ο φάκελος της Κύπρου, μετά από τόσα χρόνια παραμένει κλειστός με τη συνενοχή όλων των αστικών πολιτικών δυνάμεων. Είναι φανερές οι ευθύνες για τη διχτατορία. Βαραίνουν την κυρίαρχη αστική τάξη και τους βασικούς πολιτικούς εκπροσώπους της, που κυβέρνησαν πριν τη χούντα. Δεν μπορεί να μην αποδοθούν ευθύνες στην κυβέρνηση της “βίας και νοθείας” του παρακράτους, του δήθεν εθνάρχη Καραμανλή. Επίσης ευθύνες υπάρχουν και στον άλλο πόλο της τότε αστικής διαχείρισης, της Ένωσης Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, που διακήρυττε την πίστιν του στη δημοκρατία “ως και εις την λαοκρατίαν” και ταυτόχρονα υποκλινόταν στο παλάτι, τους ξένους φίλους και προστάτες. Η ιστορία δεν δικαιώνει “το γέρο της δημοκρατίας” που καμάρωνε πως “κατατρόπωσε τη δεξιά και δάμασε την αριστερά” ενώ η χούντα ετοίμαζε ανενόχλητη τα σχέδιά της.

Στη νεώτερη ιστορία μας η δικτατορία της 21ης Απριλίου δεν είναι πρωτόγνωρο φαινόμενο. Κι άλλες φορές τις προηγούμενες δεκαετίες ο λαός μας ξύπνησε δεμένος χειροπόδαρα, μ΄ένα στρατιωτικό κίνημα ή ένα δικτάτορα στο σβέρκο του.

Οι ενδοαστικές αντιθέσεις και η παρέμβαση του στρατού ήταν συχνό φαινόμενο στην 20ετία που προηγήθηκε της δικτατορίας του Μεταξά (1936 ). Αυτές είχαν διχάσει το λαό σε δυο αντιμαχόμενες μερίδες (Βενιζελικούς – Αντιβενιζελικούς ), που βρίσκονταν κυριολεκτικά στα μαχαίρια. Η όξυνση εκείνων των ενδοαστικών αντιπαραθέσεων είχε ως βάση την πορεία ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Τότε που οι αντιθέσεις ανάμεσα στις καπιταλιστικές χώρες οδηγούσαν στον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η Βενιζελική παράταξη πήρε το μέρος της Αντάντ, ενώ τα Ανάκτορα ήθελαν η Ελλάδα να ακολουθήσει τη Γερμανία, μέσω της ουδετερότητας.

Στο διάστημα αυτό την επιβολή στρατιωτικών διχτατορικών λύσεων δεν την επιχειρούσαν μόνο οι λεγόμενες δεξιές ή ακροδεξιές δυνάμεις αλλά και οι φιλελεύθερες. Η δικτατορία του στρατηγού Θόδωρου Πάγκαλου τον Ιούνη του 1925 ήταν δημιούργημα του κεντρώου χώρου. Ο Πάγκαλος είχε πρωτοστατήσει στην εκτέλεση των έξι. Αλλά και το κίνημα των στρατιωτικών μονάδων το Μάρτη του ΄35 που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη είχε την καθοδήγηση του Ελ. Βενιζέλου και Ν. Πλαστήρα. Η τεταρταυγουστιανή διχτατορία του Μεταξά ήταν η πολιτική έκφραση των συμφερόντων της αστικής τάξης σε συνθήκες προετοιμασίας του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

Βασικό συμπέρασμα είναι ότι στις δυσκολίες, στα αδιέξοδα του αστικού πολιτικού συστήματος, η αστική τάξη δεν διστάζει στη βία, στην εκτροπή, στη διχτατορία. Το προβλέπει και στο σύνταγμά της.

Η επικράτηση της συγκεκριμένης στρατιωτικής δικτατορίας το 1967 συντελέστηκε, αν και είχαν προηγηθεί πολιτικές τοποθετήσεις για το ενδεχόμενο αναστολής της λειτουργίας της Βουλής, για πραξικοπηματικές μεθοδεύσεις του βασιλιά κ.ά.

Το στρατιωτικό πραξικόπημα βρήκε την Κεντρική Επιτροπή κι όλο το Κόμμα απροετοίμαστο. Βαρύνει την ηγεσία του ΚΚΕ, πρωταρχικά του κλιμακίου της Κ.Ε. που βρισκόταν στην Ελλάδα, καθώς και την ηγεσία της τότε ΕΔΑ, το γεγονός ότι χιλιάδες στελέχη και μέλη του ΚΚΕ και της ΕΔΑ πιάστηκαν κυριολεκτικά στον ύπνο και σύρθηκαν στις φυλακές και στις εξορίες. Γενικά στην πρόβλεψη του καθοδηγητικού οργάνου του ΚΚΕ υπήρχε το ενδεχόμενο της στρατιωτικής διχτατορίας στην Ελλάδα. Δεν υπήρξε η ανάλογη όμως επαγρύπνηση και προετοιμασία για την προβολή αντίστασης στους πραξικοπηματίες. Η τελευταία περιοριζόταν ως δυνατότητα εξαιτίας και της απουσίας κομματικών οργανώσεων του ΚΚΕ.

Το επίπεδο του εργατικού κινήματος, γενικά της ταξικής πάλης, καθώς και η κατάσταση που βρισκόταν το 1967 ο συνειδητός υποκειμενικός παράγοντας, το ΚΚΕ, προσδιόρισαν και το επίπεδο της πάλης που θα ακολουθούσε και το οποίο ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, ήταν πολύ κατώτερο των περιστάσεων.

Χρειάστηκε κάποιος χρόνος μέχρι να εκδηλωθούν τα πρώτα μαζικά σκιρτήματα αντίδρασης, κύρια σε χώρους φοιτητών, σπουδαστών. Το ΚΚΕ βέβαια έδωσε στην αντιδικτατορική πάλη από την πρώτη στιγμή, τις περισσότερες θυσίες, με την ηρωική στάση πολλών κομμουνιστών, στις εξορίες, στις φυλακές, στα βασανιστήρια.

Ενάμιση χρόνο πριν το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας το λαϊκό κίνημα άρχισε να σημειώνει αισθητή άνοδο, που ξεκίνησε με την κατάληψη της Νομικής με αντιχουντικά συνθήματα. Ακολούθησε το κίνημα του Ναυτικού με την ανταρσία του ΒΕΛΟΥΣ. Κορυφώθηκε με τον ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του ΄73. Το Πολυτεχνείο ανέδειξε ότι ο αγώνας για ψωμί -παιδεία- ελευθερία- λαϊκή κυριαρχία συνδέεται όχι μόνο με τον όρο να φύγει η χούντα αλλά και με τον όρο να απαλλαγεί ο λαός από τις βαθύτερες αιτίες που την έθρεψαν, την επέβαλαν και τη στήριξαν. Η εξέγερση του Νοέμβρη διέλυσε τις αυταπάτες αυτών που περίμεναν τη διέξοδο από την όξυνση των αντιθέσεων στους κόλπους της χούντας κι από την παρέμβαση των δήθεν φιλελλήνων των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ, της ΕΟΚ. Διέλυσε τις αυταπάτες εκείνων που είδαν στο πείραμα Μαρκεζίνη τη δυνατότητα της φιλελευθεροποίησης και του εκδημοκρατισμού του καθεστώτος της χούντας. Έδειξε ότι η στέρεη ελπίδα βρίσκεται στη δύναμη του μαζικού λαϊκού αγώνα κι όχι στο συμβιβασμό, στη μοιρολατρία, στην υπόκλιση στο μικρότερο κακό.

Τη χαριστική βολή στη δικτατορία έδωσε η συμμετοχή της στο πραξικόπημα για την ανατροπή του Μακαρίου, στις 15 Ιούλη 1974, και η ανοχή της στην εισβολή και κατοχή των Τούρκων στην Κύπρο. Η χουντική ηγεσία μετά απ΄αυτό δεν μπορούσε να σταθεί. Με τη συνδρομή της Ουάσιγκτον και άλλων Νατοϊκών κύκλων, ήρθε σε συμβιβασμό με τους πολιτικούς εκπρόσωπους της αστικής τάξης. Ανέθεσαν τη διακυβέρνηση της χώρας στους πολιτικούς με επικεφαλής τον Κ. Καραμανλή. Η κυβέρνηση Καραμανλή για να εκτονώσει το λαϊκό αίσθημα έβγαλε τη χώρα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και νομιμοποίησε το ΚΚΕ.

Από τα παραπάνω βγαίνουν ορισμένα συμπεράσματα.

  • Ο αντικομμουνισμός αποτέλεσε πάντα το όχημα της αστικής τάξης για να χτυπήσει το λαϊκό κίνημα, να προωθήσει αντιδραστικά μέτρα σε βάρος του λαού.
  • Ο στρατός είναι η κυριότερη ένοπλη οργάνωση ενός κράτους, για την εφαρμογή της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της άρχουσας τάξης, με τη βία των όπλων. Το περιεχόμενο της στρατιωτικής εκπαίδευσης και της ιδεολογικής διαπαιδαγώγησης που παρέχει αντανακλούν την κοινωνική και ταξική φύση του. Παρά τις δημαγωγικές διαβεβαιώσεις των ιδεολόγων του ιμπεριαλισμού ότι οι καπιταλιστικοί στρατοί είναι “πολιτικά ουδέτεροι” και εξυπηρετούν τα “εθνικά συμφέροντα”, ο ρόλος τους είναι από τη φύση τους πολιτικός. Χρησιμοποιούνται από τους εκμεταλλευτές ενάντια στους εργαζόμενους άλλων χωρών αλλά και κατά του “εσωτερικού εχθρού” ή και για την επίλυση ενδοαστικών αντιθέσεων.
  • Η αστική εξουσία πολλές φορές εναλλάσσει, μεταμφιέζει τις μορφές διαχείρισής της, όταν τα βρίσκει δύσκολα. Πότε ισχυροποιεί το δικομματισμό, πότε επιλέγει την τακτική των συμμαχικών κυβερνήσεων. Άλλοτε με το καρότο, άλλοτε με το βούρδουλα ή και με τα δυο μαζί. Δεν διστάζει ακόμα να φτάσει ως και την κατάργηση του κοινοβουλίου “τη βιτρίνα της αστικής δημοκρατίας”. Όλες όμως αυτές οι μεταμφιέσεις δεν αλλάζουν ούτε κεραία τη βασική κατεύθυνση της στήριξης και ενίσχυσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Τη διατήρηση και διεύρυνση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Γι΄αυτό στην εποχή μας το πολιτικό ζήτημα δεν είναι η επιλογή ανάμεσα στις διάφορες μορφές διαχείρισης της αστικής εξουσίας, με την εναλλαγή των κομμάτων, με τον ένα ή με τον άλλο πολιτικό σχηματισμό αλλά η αλλαγή τάξης στην εξουσία. Αυτή είναι και η ουσία της ταξικής πάλης, το κύριο περιεχόμενό της.
  • Η βία δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, εξ ορισμού. Άλλες φορές είναι προοδευτική κι άλλες αντιδραστική. Η Γαλλική, η Αμερικανική, η επανάσταση του ΄21, η βία του Κολοκοτρώνη, η βία των Κρητικών στους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές ήταν δίκαιη – “προοδευτική βία”, μέσα στην ιστορία, γιατί την όθησε προς τα μπρος. Η βία των ΜΑΤ, η βία των τανκς του Πολυτεχνείου, η βία των δικτατορικών καθεστώτων, ήταν και είναι αντιδραστική γιατί επιχειρεί να επιβάλλει εξουσίες και πολιτικές αντιλαϊκές. Η βία των λαών που απαιτούν καλύτερη ζωή και δικαιώματα, που ζητούν να καρπώνονται οι ίδιοι τον πλούτο που παράγουν κι όχι κάποια παράσιτα, αυτή η βία είναι νόμιμη και δικαιολογημένη. Η βία που στηρίζεται στο δίκιο της πλειοψηφίας του λαού είναι νόμιμη και αναπόφευκτη. Η αστική τάξη σήμερα απορρίπτει το “φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους” του Κολοκοτρώνη. Απορρίπτει την παρακαταθήκη του Ρήγα Φεραίου “Όταν η διοίκηση βιάζει, αθετεί, καταφρονεί τα δίκαια του λαού και δεν εισακούει τα παράπονά του, το να κάμει τότε ο λαός, ή κάθε μέρος του λαού, επανάσταση, ν’ αρπάξει τ’ άρματα και να τιμωρήσει τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερόν απ’ όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητο απ’ όλα τα χρέη του”.
  • Η πολιτική ιστορία της Ελλάδας αλλά και η διεθνής πείρα διδάσκουν ότι η επίκληση από την αστική τάξη της συνταγματικής νομιμότητας, της κοινωνικής συνοχής, της τήρησης γενικά των νόμων, είναι πλήρως υποταγμένη σε μια και μόνη νομιμότητα, αυτή της εξουσίας της. Τη νομιμότητα για εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, του ανθρώπου από άνθρωπο, τη νομιμότητα της ανεργίας, της φτώχειας, της ανασφάλειας, της περιπλάνησης, της προσφυγιάς, των πολέμων. Η αστική τάξη για να υπερασπίσει τα συμφέροντά της έχει το κράτος της, με τους οικονομικούς μηχανισμούς του, τους ιδεολογικούς, την υλική δύναμη του καταπιεστικού μηχανισμού. Το στρατό, τα σώματα ασφάλειας, τα δικαστήρια, τις φυλακές. Το ΝΑΤΟ. Η ζωή όμως έχει καταγράψει στη χώρα μας και σ΄όλο τον κόσμο ότι αυτή η “παντοδυναμία” των πολύμορφων μηχανισμών της για τη διαιώνιση της εκμετάλλευσης δεν είναι ανίκητη. Καμιά φορά η ζωή δείχνει σαν να χάθηκε μια μάχη ή κι ο πόλεμος. Ο Σπάρτακος και η εξέγερση των δούλων πνίγηκε στο αίμα όμως η δουλεία καταργήθηκε. Ο Ρήγας πέθανε για τις ιδέες του, η ελληνική επανάσταση όμως νίκησε την αυτοκρατορία του Σουλτάνου και την Ιερά Συμμαχία. Στη φύση και στην κοινωνία η εξέλιξη είναι νόμος. Όταν διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις το άλμα από μια ποιότητα σε μια άλλη είναι αναπόφευκτο. Η εποχή του άλματος για την κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο έχει έρθει. Τα προβλήματα συσσωρεύονται, τα μεγάλα γεγονότα είναι μπροστά μας. Έχουμε υποχρέωση να αφομοιώσουμε τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης, να μελετήσουμε τις ηρωικές παραδόσεις των αγώνων της εργατικής τάξης, του λαού μας. Να προετοιμαστούμε ολόπλευρα για να ανταποκριθούμε με γνώση, τόλμη και επάρκεια στις απαιτήσεις του αγώνα για την απελευθέρωση του ανθρώπου από κάθε εκμετάλλευση και καταπίεση.

Θόδωρος Τζιαντζής
μέλος ΔΣ ΣΦΕΑ 1967-74

Το υλικό είναι από την έκθεση που διοργάνωσε το 2014 η Βιβλιοθήκη της Βουλής και το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την πτώση της χούντας.
Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...