Η απεργία των αστυνομικών στην Κατοχή (23 – 30 Ιούνη 1943)

Τμήμα ΕΛΑΣιτών στην Καισαριανή
Τμήμα ΕΛΑΣιτών στην Καισαριανή

Αποτελεί παγιωμένη πεποίθηση ότι η αστυνομία είναι ο πιο καταπιεστικός μηχανισμός του κράτους και βαρύνεται διαχρονικά για τον αυταρχισμό, την αυθαιρεσία και τη βαρβαρότητα της καταστολής ενάντια στο λαό μας. Υπάρχουν όμως και ορισμένες φωτεινές στιγμές για τη στάση των αστυνομικών, όταν ο δικός τους αγώνας συνδέθηκε με το συλλογικούς αγώνες του λαού μας. Οι στιγμές αυτές βέβαια, για ευνόητους λόγους, δεν προβάλλονται από το αστικό κράτος, τα σώματα ασφαλείας, τις αστυνομικές ενώσεις του κυβερνητικού συνδικαλισμού και παραμένουν άγνωστες ακόμη και για την πλειονότητα των αστυνομικών.


Μια τέτοια ξεχωριστή σημαντική στιγμή είναι η απεργία που κήρυξαν οι αστυνομικοί της Αθήνας στις 23 Ιούνη 1943, στα χρόνια της Κατοχής. Πρόκειται για τη μοναδική περίπτωση απεργίας αστυνομικών την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μάλιστα σε χώρα κατεχόμενη από τις ναζι-φασιστικές δυνάμεις του Άξονα.

Η απεργία διοργανώθηκε από το ΕΑΜ αστυνομικών, μια ιδιαίτερα ισχυρή οργάνωση που καθοδηγούσαν κομμουνιστές αστυνομικοί και είχε σημαντική συνεισφορά στην Εαμική αντίσταση της Αθήνας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο ΕΑΜ αστυνομικών είχαν ενταχθεί 1.700 από τους 3.500 αστυνομικούς.

Τα αίτια και η κήρυξη της απεργίας.

Για τις αιτίες που οδήγησαν στην απεργία ο υπαστυνόμος Χρήστος Παπαναστασίου, πρόεδρος της απεργιακής επιτροπής των αστυνομικών, έγραψε: Λόγω της πλήρους εγκαταλείψεως των κατωτέρων από τους ανωτέρους οι οποίοι κώφευαν στις διαμαρτυρίες των, στις ανάγκες, στη δυστυχία των οικογενειών των, γιατί οι προϊστάμενοι είχαν βρει τον τρόπο ν’ αντιμετωπίζουν το δικό των πρόβλημα, και μάλιστα λίγοι απ’ αυτούς είχαν μετατραπεί σε τυράννους, μπροστά στην πείνα και την εξαθλίωση, στις καθημερινές λιποθυμίες, μπροστά στην εξουθένωση και από το αίσθημα καθαρώς της αυτοσυντηρήσεως, εξεδηλώθησαν τάσεις επικίνδυνες. Έλαβον χώραν πράξεις ποινικώς κολάσιμες, ιδιαίτερα εκβιασμοί, σ’ όσους μετέφεραν λίγα τρόφιμα ή όσπρια από την επαρχία, πουλώντας τον ρουχισμό και την επίπλωση του σπιτιού των, για να σώσουν τα παιδιά των. Ή μου δίνεις και μένα ή σου τα κατάσχω. Ο εκβιασμός πέρναγε γιατί τα τρόφιμα ήταν δεσμευμένα από τις αρχές κατοχής. Η οργάνωση του ΕΑΜ μπήκε φραγμός και αμείλικτος διώκτης αυτών των εκδηλώσεων και έδειξε το σωστό δρόμο, το δρόμο του έντονου αγώνα προς την ηγεσία του Σώματος για τη λύση των προβλημάτων και ιδιαίτερα του προβλήματος της επιβίωσης. Όμως οι αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες, τα έντονα διαβήματα και υπομνήματα έμειναν αναπάντητα. (Εθνική Αντίσταση, συλλογή 8η, 1965, σελ. 822)

Η κατάσταση αυτή είχε δημιουργήσει αναβρασμό στις αστυνομικές υπηρεσίες της Αθήνας και η πανελλαδική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων που εξαγγέλθηκε στις 22 Ιουνίου 1943, πυροδότησε και τις διαθέσεις των αστυνομικών για διεκδικήσεις με απεργιακό αγώνα. Η κινητοποίηση άρχισε το απόγευμα της ίδιας μέρας από την Τροχαία Αθήνας, όταν ο διοικητής της απέρριψε το διάβημα των αστυνομικών για επίλυση των προβλημάτων τους. Επεκτάθηκε αμέσως στο Δ’ Α.Τ. Αθήνας (Ομόνοια) και ακολούθησαν τα υπόλοιπα αστυνομικά τμήματα και η Γενική Ασφάλεια. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, το Γραφείο του ΕΑΜ Αστυνομικών έδωσε την εντολή για την κήρυξη της απεργίας.

«Από της 6ης πρωινής της 23ης Ιουνίου 1943 οι κατώτεροι αστυνομικοί υπάλληλοι των αστυνομικών διευθύνσεων Αθηνών και Πειραιώς κατέρχονται σε απεργία διαρκείας για την λύση των προβλημάτων τους». Η απεργία επεκτάθηκε σε όλες τις αστυνομικές υπηρεσίες της Αθήνας και συμμετείχαν οι περισσότεροι αστυφύλακες αλλά και βαθμοφόροι. Στην απεργία έλαβαν μέρος ακόμη και οι αστυφύλακες που υπηρετούσαν στο διαβόητο μηχανοκίνητο τμήμα (μπουραντάδες), όπου υπήρχαν σύνδεσμοι του ΕΑΜ αστυνομικών. Οργανωτικές αδυναμίες δεν επέτρεψαν τη συμμετοχή στην απεργία των αστυφυλάκων από τα Αστυνομικά Τμήματα και τις υπηρεσίες του Πειραιά.

Σε κάθε αστυνομική υπηρεσία πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις, όπου οι αστυνομικοί της καθοδήγησης του ΕΑΜ ανέλυσαν τους λόγους της απεργίας, τη σύνδεσή τους με τους αγώνες του λαού ενάντια στην Κατοχή και τις δυσκολίες που πρόκειται να αντιμετωπίσουν. Στις συγκεντρώσεις εκλέχτηκαν απεργιακές επιτροπές και αντιπρόσωποι για την κεντρική επιτροπή αγώνα. Στη συγκέντρωση που έγινε στην Τροχαία Αθήνας επιχείρησαν να παρέμβουν ο αρχηγός της αστυνομίας και ο αστυνομικός διευθυντής αλλά τους αποδοκίμασαν οι απεργοί. Επίσης, πραγματοποιήθηκε συγκέντρωση των απεργών αστυνομικών στην πλατεία Λαυρίου.

Σύμφωνα με τον Σπύρο Κωτσάκη (Νέστορας, καπετάνιος του Α΄ Σώματος Στρατού του ΕΛ.ΑΣ) που υπήρξε οργανωτής των αντιστασιακών πυρήνων στα σώματα ασφαλείας, «Η απεργία, είχε γενική, καθολική συμμετοχή και κράτησε 8 ημέρες. Αιτήματα, περιεχόμενο, της απεργίας ήταν τα προβλήματα του κλάδου και η αλληλεγγύη προς την πανελλαδική απεργία των δημοσίων υπαλλήλων, που θ’ άρχιζε κι εκείνη στις 23 Ιούνη» (Σπύρου Α. Κωτσάκη «Εισφορά στο χρονικό της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης στην Αθήνα» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1986).

Τα αιτήματα. Οι αντιδράσεις της κυβέρνησης των δωσίλογων και των αστών.

Οι απεργοί προχώρησαν σε σύσταση κεντρικής επιτροπής αγώνα με πρόεδρο τον υπαστυνόμο Χρήστο Παπαναστασίου. Αυτή διατύπωσε και τα αιτήματα της απεργίας, στα οποία πέραν από το πρώτιστο του επισιτισμού των χαμηλόβαθμων αστυνομικών και των οικογενειών τους, έβαζε και τα ακόλουθα:

  • Να φύγουν οι κλέφτες αστυνομικοί από την επιμελητεία τροφίμων.
  • Να μην αναλαμβάνουν οι αστυφύλακες τη φύλαξη εργοστασίων και αποθηκών με υλικό που χρησιμοποιούνταν για τις πολεμικές ανάγκες των κατακτητών.
  • Να μην επεμβαίνει η αστυνομία σε διαδηλώσεις που έχουν σχέση με τον αγώνα του λαού για την απελευθέρωση.
  • Να μην συνεργάζεται η αστυνομία με φιλοναζιστικές οργανώσεις που υπηρετούν τον κατακτητή.

Η κατοχική κυβέρνηση του δωσίλογου Ιωάννη Ράλλη (Λαϊκό κόμμα), ιδρυτή των Ταγμάτων Ασφαλείας και ο αστικός πολιτικός κόσμος αντέδρασε αμέσως στην απεργία. Ο Αναστάσιος Ταβουλάρης (κόμμα Φιλελευθέρων), υπουργός εσωτερικών και δημόσιας ασφάλειας της κυβέρνησης των δωσίλογων, αντικατέστησε τον αρχηγό της αστυνομίας με τον αντιβασιλικό πρώην αστυνομικό διευθυντή Σαμπάνη, που είχε «διαπρέψει» κατά των κομμουνιστών αστυνομικών με την ψήφιση του ιδιώνυμου του Βενιζέλου. Πολιτικοί του κόμματος των Φιλελευθέρων, ανέλαβαν ρόλο διαμεσολαβητή προδοτικής κυβέρνησης και αστυνομικών. Ο κατοχικός αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, όπως και όλος ο αστικός πολιτικός κόσμος, που συναντήθηκε με τους απεργούς, δήλωνε πως «οι αστυνομικοί δεν πρέπει να απεργούν».

Η κεντρική επιτροπή αγώνα κατέθεσε υπόμνημα με τα αιτήματα στο νέο αρχηγό και ζήτησε να παρουσιαστούν στο δωσίλογο υπουργό εσωτερικών για να τα εκθέσουν. Η συνάντηση έγινε το απόγευμα της επόμενης μέρας (24 Ιούνη) στο πολιτικό γραφείο του Ράλλη παρουσία της ηγεσίας των σωμάτων ασφαλείας και ανώτατων αξιωματικών. Ο υπουργός Ταβουλάρης κατηγόρησε τους απεργούς ως κομμουνιστές και ζήτησε, με απειλές ότι θα τους απολύσει, να διακόψουν την απεργία τους. Το ίδιο απειλητικός υπήρξε και ο δωσίλογος πρωθυπουργός που παρουσιάστηκε στη συζήτηση. Ο πρόεδρος της επιτροπής Χρ. Παπαναστασίου έχει περιγράψει με λεπτομέρειες στο περιοδικό ‘’Εθνική Αντίσταση’’ την ένταση της συζήτησης και τη στάση του Ράλλη. Οι απεργοί δήλωσαν ότι θα συνεχίσουν τον αγώνα τους μέχρι τη δικαίωσή τους. Στη συνέχεια η επιτροπή πολιορκήθηκε από τους ανώτατους αξιωματικούς που επιχείρησαν να μεταπείσουν τους απεργούς, κινδυνολογώντας ότι θα διαλυθεί η αστυνομία και θα την αντικαταστήσουν Ιταλοί καραμπινιέροι και προσπαθώντας να διασπάσει την ενότητα των μελών της.

Το χρονικό της απεργίας.

Οι απειλές και η κινδυνολογία δεν πτόησαν τους αστυνομικούς. Η απεργία συνεχίστηκε και τις επόμενες ημέρες και μάλιστα οι απεργοί συντόνισαν τον αγώνα τους με τους δημόσιους υπαλλήλους αλλά και με το κίνημα των αναπήρων. Η κυβέρνηση των δωσίλογων απείλησε με παραίτηση, ενώ πολιτικοί και ανώτατοι αξιωματικοί είχαν αποτύχει να μεταπείσουν τους απεργούς.

Στις 26 Ιούνη, στην κορύφωση του αγώνα, όλοι οι αστυνομικοί τέθηκαν από το αρχηγό Σαμπάνη σε κατάσταση διαθεσιμότητας, οπότε και οι απεργοί στερούνταν την αστυνομική ιδιότητα και το δικαίωμα πληροφορίας και σύμφωνα με προκήρυξη των ναζί κατακτητών οι απεργοί χαρακτηρίζονταν ως ένοπλοι αντάρτες. Η κεντρική επιτροπή αγώνα κάλεσε τους απεργούς και παρέδωσαν τα ατομικά τους όπλα στα αστυνομικά τμήματα. Ήταν μια λαθεμένη απόφαση, όπως επισήμανε και η καθοδήγηση του ΕΑΜ, γιατί τους καθιστούσε πλέον ανίσχυρους για την κυβέρνηση των δωσίλογων και τις κατοχικές δυνάμεις και θα ακολουθούσαν διώξεις.

Πράγματι, στις 27 Ιούνη οι Ιταλικές δυνάμεις κατοχής με υπόδειξη των διοικητών αξιωματικών των Α΄, Γ’ και ΙΓ’ αστυνομικών τμημάτων συνέλαβαν 40 απεργούς αστυνομικούς (κατά το Αστυνομικό Βήμα 50 απεργούς). Οι συλληφθέντες καταδικάστηκαν από το Ιταλικό στρατοδικείο σε ποινές φυλάκισης από 20 ως 50 χρόνια και οδηγήθηκαν τους φυλακές τους Καλλιθέας. Η θέση και η στάση τους για το δίκιο του απεργιακού αγώνα υπήρξε ακλόνητη και στο στρατοδικείο και στη φυλακή.

Το βράδυ της 28ης Ιούνη, ο αρχηγός αστυνομίας με εντολή τους κυβέρνησης των δωσίλογων άρχισε διάλογο με την κεντρική επιτροπή αγώνα για να βρεθεί συμβιβαστική λύση και να λήξει η απεργία. Η επιτροπή ζήτησε γραπτή δέσμευση ότι θα μελετηθούν και θα ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους και επιπλέον ότι δεν θα διωχτούν απεργοί, παρά μόνο ύστερα από ανακρίσεις που θα αναλάβει ανώτατος δικαστής. Ο αρχηγός, εκτιμώντας ότι θα καμφθεί η ενότητα του αγώνα των απεργών, αρνήθηκε τη γραπτή συμφωνία.

Τις επόμενες ημέρες, την προσπάθεια συμβιβαστικής λύσης ανέλαβαν πολιτικοί παράγοντες. Η τελική συμφωνία, με αποδοχή των αιτημάτων τους, έγινε το μεσημέρι τους 30ης Ιουνίου, ύστερα από 8 μέρες απεργίας, μεταξύ της κεντρικής επιτροπής αγώνα και του Γεωργίου Μαρή, πρώην υπουργού των Φιλελευθέρων, που λειτουργούσε ως εντολοδόχος της κυβέρνησης των δωσίλογων. Ακολούθησαν συγκεντρώσεις σε όλα τα αστυνομικά τμήματα, όπου τονίστηκε ότι ο νικηφόρος απεργιακός αγώνας ήταν αποτέλεσμα τους μαζικότητας και τους μαχητικότητας των απεργών. Το βράδυ τους 30ης Ιουνίου η απεργία είχε λήξει και οι αστυνομικοί ανέλαβαν υπηρεσία.

Οι αγώνες δεν τελειώνουν.

Όμως, οι αγώνες δεν τελειώνουν ποτέ. Η κυβέρνηση των δωσίλογων δεν μπορούσε να αποδεχτεί ότι οι αστυνομικοί, τα στελέχη του μηχανισμού κρατικής καταστολής, σε συνθήκες Κατοχής, είχαν πετύχει μια μεγάλη συνδικαλιστική νίκη, που ουσιαστικά την πιστώνονταν το ΕΑΜ. Αθέτησε λοιπόν τη συμφωνία, απολύοντας 450 αστυνομικούς που θεωρήθηκαν οι πρωταίτιοι τους απεργιακής κινητοποίησης. Αυτό προκάλεσε τη διαμαρτυρία όλων των αστυνομικών. Η κεντρική επιτροπή αγώνα μετατράπηκε σε κεντρική επιτροπή επαναφοράς των απολυμένων και ξεκίνησαν νέες πολύμορφες κινητοποιήσεις μέχρι την επαναπρόσληψή τους. Ήταν ένας σκληρός αγώνας που κράτησε δύο μήνες και ενισχύθηκε οικονομικά από τους αστυφύλακες τους Αθήνας και του Πειραιά, τους χωροφύλακες και τους πυροσβέστες. Ο αγώνας ολοκληρώθηκε με την επαναφορά στην αστυνομία των 450 απολυμένων απεργών. Η επαναφορά υπήρξε μια καθοριστική νίκη του ΕΑΜ αστυνομικών και είχε αποφασιστική συμβολή για την ένταξη ακόμη περισσότερων αστυνομικών στο αντιστασιακό απελευθερωτικό κίνημα του λαού τους.

Στις 8 Σεπτέμβρη 1943, η παράνομη εφημερίδα του ΕΑΜ αστυνομικών έγραφε: Η 8ήμερη απεργία μας δεν ήταν μονάχα ένας αγώνας για την ζωή μας, αλλά ήταν ένα κομμάτι του τιτάνιου αγώνα που διεξαγάγει ο Ελληνικός Λαός για τη ζωή του, για τη λευτεριά του. Με απεργίες, με διαδηλώσεις ματαίωσε την πολιτική επιστράτευση, ματαίωσε την κάθοδο των Βουλγάρων και βάζει καθημερινά μεγάλα εμπόδια στη διεξαγωγή του πολέμου στους Αξονίτες. Ο Ελληνικός Λαός μάς θεωρεί τώρα ένα κομμάτι του κι ενθουσιάζεται για τους αγώνες μας και για τη στάση μας στις εκδηλώσεις του. Kαθήκον μας είνε να διαφωτίσουμε τους λίγους καθυστερημένους συναδέλφους μας (Αστυνομικό Βήμα, 8-9-1943, σελ. 2).

Σήμερα δυναμώνουμε τον αγώνα για να μην πληρώσει την κρίση ξανά ο λαός. Την κρίση να πληρώσει το κεφάλαιο. Οι αστυνομικοί, που στην συντριπτική τους πλειοψηφία είναι παιδιά φτωχών λαϊκών οικογενειών, να μη στραφούν με μέτρα καταστολής ενάντια στον αγωνιζόμενο λαό. Να αφουγκραστούν τις αγωνίες και τις διεκδικήσεις του, να συμπαρασταθούν, διεκδικώντας από την κυβέρνηση την ικανοποίηση και των δικών τους δίκαιων αιτημάτων.

Γ.Π.

Δείτε ακόμα...