Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ Νίκος Μπελογιάννης

Πέρασαν 69 χρόνια. Σήμερα Τρίτη, τότε Κυριακή. Λίγο πριν το χάραμα….

«…Στα σκοτεινά πηγαίνουμε,

στα σκοτεινά προχωρούμε.

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν»

Έγραψε ο Σεφέρης 8 χρόνια πριν. Και έφταναν αυτοί οι στίχοι για να δείξουν αυτό που έγινε την 30 Μάρτη 1952…

Την 1η του Μάρτη του 1952, ημέρα Σάββατο και 9.30 το πρωί, το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη για την έκδοση της απόφασής του. Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στη Γενική Ασφάλεια και αμέσως μετά στις φυλακές της Καλλιθέας.

Μετά από τρεισήμισι ώρες, στη μία το μεσημέρι, το Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών εκδίδει την απόφασή του. Για τους 8 από τους 29 κατηγορούμενους, η ποινή ήταν θάνατος…

Ο Αντεπίτροπος του Στρατοδικείου, Λοχαγός Ευαγγελίδης, με τον ανθυπασπιστή γραμματέα πηγαίνουν στις φυλακές Καλλιθέας και την 1.40 μμ, απαγγέλλουν στους κατηγορούμενους την απόφαση του δικαστηρίου.

Ο Νίκος Μπελογιάννης γνωρίζει καλά ότι μετά την θανατική του καταδίκη τον περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα. Η τόση σπουδή να γίνει η δεύτερη δίκη από το Διαρκές Στρατοδικείο προεξοφλούσε γι αυτόν και το τραγικό του τέλος. Όμως, πάντα υπήρχε η ελπίδα. Από τη στιγμή που γνωστοποιήθηκε η απόφαση επιδίωξη ήταν να κερδηθεί χρόνος. Η απόφαση δεν άφηνε πολλά περιθώρια, όμως, η λύση ήταν πλέον πολιτική.

Οι σκέψεις αυτές που αντάλλασσε ο Μπελογιάννης με την Ιωαννίδου και τους καταδικασμένους συντρόφους του, τους οδήγησαν στην απόφαση αμέσως να υποβάλουν αιτήσεις χάριτος στο Συμβούλιο Χαρίτων.

Με βάση τις ισχύουσες διατάξεις, ο Διοικητής της ΑΣΔΑΝ που ασκούσε και τη θανατική αγωγή, ήταν υποχρεωμένος να διατάξει την εκτέλεση της θανατικής ποινής, πέντε μέρες μετά την έκδοση της απόφασης. Επίσης ο Διοικητής της ΑΣΔΑΝ δεν ήταν υποχρεωμένος να αναστείλει την εκτέλεση, αν μέσα σε αυτό το διάστημα των πέντε ημερών δεν είχε αποφασίσει το Συμβούλιο Χαρίτων.

Αν και στενά τα χρονικά περιθώρια η αγωνία είχε κορυφωθεί. Στο εσωτερικό της χώρας και κυρίως στο εξωτερικό ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυριών κατά των εκτελέσεων. Στο πρωθυπουργικό γραφείο και στα ανάκτορα φτάνουν καθημερινά εκατοντάδες και χιλιάδες γράμματα και τηλεγραφήματα από κάθε γωνία της γης.

Ανάμεσα σε αυτά ο Σαρλ ντε Γκολ και σχεδόν όλες οι προσωπικότητες της γαλλικής πολιτικής ζωής, καθώς και 159 βουλευτές των δύο μεγάλων κομμάτων της Μεγάλης Βρετανίας, όπως και 290 Ιταλοί γερουσιαστές. Ο Πωλ Ελυάρ, ο Ζαν Κοκτώ, ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, ο Ναζίμ Χικμέτ, ο Πάμπλο Πικάσσο, ο Τσάρλι Τσάπλιν και πολλοί άλλοι διάσημοι και μη, επικριτές της απόφασης.

Αξίζει να σημειωθεί η ευχή που εξέφρασε στο Βασιλιά Παύλο για να μην εκτελεστούν οι καταδικασμένοι σε θάνατο, ο τότε αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων. Ο Σπυρίδων, ήταν εντυπωσιασμένος από την περίπτωση Μπελογιάννη. Είχε νιώσει το συγκλονισμό του χριστιανού, όταν φέρνει το νου του τις διώξεις των μαρτύρων της Εκκλησίας.

Σε διάβημα βουλευτών της ΕΔΑ που ζητούσαν την παρέμβαση στο Βασιλιά να δοθεί χάρη στο Μπελογιάννη και τους συντρόφους του, ο αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων είπε χαρακτηριστικά: «Έχω συγκλονισθεί από το ηθικό μεγαλείο του Μπελογιάννη. Το θεωρώ ανώτερο κι από αυτό των πρώτων χριστιανών γιατί ο Μπελογιάννης δεν πιστεύει ότι υπάρχει μέλλουσα ζωή».

Κάτω από αυτή την πίεση, εσωτερική και διεθνή, ο πρωθυπουργός Πλαστήρας δηλώνει ότι κανείς κομμουνιστής δε θα εκτελεστεί για αδικήματα που διέπραξε πριν την άνοδο της κυβέρνησής του στην εξουσία.

Η πρώτη κυβερνητική σκέψη ήταν να αποτραπεί η αιφνιδιαστική εκτέλεση στο πενθήμερο. Κάτι που τελικά αποφάσισαν μέχρι να εκδοθεί η απόφαση του Συμβουλίου Χαρίτων. Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Δ. Παπασπύρου που είχε κινήσει τη διαδικασία του Συμβουλίου Χαρίτων, ζήτησε έγγραφη βασιλική εντολή για αναστολή των εκτελέσεων μέχρι την απόφαση του Συμβουλίου, κάτι που κατάφερε να αποσπάσει.

Με αυτή την απόφαση ο υπουργός κάλεσε τον διευθυντή των φυλακών Καλλιθέας και του έδωσε την εντολή να μην παραδοθούν οι κρατούμενοι σε κανέναν αν δεν τερματιστεί η προβλεπόμενη διαδικασία για τη χάρη. Ήταν η πρώτη μάχη και αυτή κερδήθηκε.

Μετά από παρέμβαση των Αμερικανών στο παλάτι, Παρασκευή 28 του Μάρτη συγκαλείται το Συμβούλιο Χαρίτων και τη νύχτα εκδίδει την απόδασή του.

Κάνει δεκτές τις αιτήσεις χάριτος των 4 καταδικασθέντων σε θάνατο κομμουνιστών, Έλλης Ιωαννίδου, Τάκη Λαζαρίδη, Μιλτ. Μπισμπιάνου και Χαρ. Τουλιάτου.

Απορρίπτει τις αιτήσεις των Νίκου Μπελογιάννη, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη και Νίκου Καλούμενου.

Πλέον ο χρόνος μετρούσε αντίστροφα. Υπήρχε μία και μοναδική ελπίδα. Η απόφαση του Βασιλιά. Ο φάκελος της υπόθεσης έφτασε στο γραφείο του Σάββατο στη 1 μμ. 8 το βράδυ επιστρέφει η δικογραφία στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Η βασιλική χάρη δεν δόθηκε σε κανέναν από τους 4 και ο Μπελογιάννης με τους 3 συντρόφους του θα εκτελεστούν.

Η ώρα 3 μετά τα μεσάνυχτα, το ημερολόγιο γράφει 30 Μάρτη 1952. Στις φυλακές της Καλλιθέας επικρατεί νεκρική σιγή. Ακούγονται τα βαριά βήματα του δεσμοφύλακα. Φτάνει στο κελί του Νίκου Μπελογιάννη. Το ξεκλειδώνει, τον ξυπνάει. Δίπλα του στέκει, όπως ένα μακάβριο φάντασμα, ο βασιλικός επίτροπος της ξενόφερτης δυναστείας των Γλύξμπουργκ, συνταγματάρχης Αθανασούλης. Διαβάζει στον Μπελογιάννη την απόφαση των ανακτόρων να τον οδηγήσουν μαζί με τους συγκρατούμενούς του Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση, στην εκτέλεση. Έξω περιμένει το εκτελεστικό απόσπασμα. Δεν μπόρεσαν να το συγκροτήσουν με στρατιώτες, κανείς δε δέχτηκε. Κατέφυγαν σε στιγματισμένους εγκληματίες της Ασφάλειας. Στις 3 και 20 η φάλαγγα βγήκε από τις πόρτες των φυλακών κατευθυνόμενη με δαιμονισμένη ταχύτητα προς το «συνήθη τόπο των εκτελέσεων», το Γουδί.

Το απόσπασμα παρατάσσεται με τα όπλα «επί σκοπόν». Είναι σκοτάδι ακόμα. Οι αρχιδήμιοι στρέφουν τους προβολείς των αυτοκινήτων στα πρόσωπα των μελλοθανάτων. Ώρα 4 και 12 λεπτά. Ακούγονται οι δολοφονικές ομοβροντίες. Το έγκλημα ολοκληρώθηκε. Οι εφημερίδες θα γράψουν ότι ο Μπελογιάννης είχε ακούσει ήρεμος μ’ ένα πικρό χαμόγελο, την καταδίκη του σε θάνατο, αποχαιρέτησε τους συγκρατουμένους του στις φυλακές και μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα αρνήθηκε να του δέσουν τα μάτια. Ζητωκραύγασε για το ΚΚΕ και έπεσε από τις σφαίρες του αποσπάσματος. Ήταν 37 χρόνων.

Στις 6.45 το πρωί, ένα αυτοκίνητο του Δήμου Αθηναίων μεταφέρει τα κοκαλιασμένα από την παγωνιά κορμιά των εκτελεσμένων στο Γ΄ Νεκροταφείο. Διασχίζοντας την Αθήνα, μερικές σταγόνες από αίμα σημάδεψαν τους δρόμους. Οι Αθηναίοι κατάλαβαν τι είχε συμβεί…

Ο Νίκος Μπελογιάννης έμεινε στην ιστορία ως ο «άνθρωπος με το γαρύφαλλο» καθώς σε όλη τη διάρκεια της δίκης κρατούσε ένα γαρύφαλλο ντυμένος με κάθε επισημότητα. Την επόμενη της εκτέλεσης, ο Πάμπλο Πικάσσο δημοσιοποιεί το σκίτσο του «ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο» στη μνήμη του Μπελογιάννη και δημιουργεί ένα παγκόσμιο κύμα διαμαρτυριών για την απόφαση του στρατοδικείου.

Για το σκίτσο αυτό ο διάσημος ζωγράφος είπε:

«Το σκίτσο δεν είναι ατελές. Είναι ανοιχτό πάνω ακριβώς απ’ το κεφάλι του, γιατί τίποτα δε θα μπορούσε να περιορίσει τη σκέψη και τις ιδέες του. Όχι μια γραμμή.Ούτε καν μια σφαίρα».

Ο Νίκος Μπελογιάννης, δεν πέθανε, γιατί οι Μπελογιάννηδες δεν πεθαίνουν. Μένουν στη μνήμη των ανθρώπων, χαράζονται στην συνείδησή τους και παλεύουν «Για να φτιάξουν έναν κόσμο στο μπόι των ονείρων και των ανθρώπων», όπως είπε στην απολογία του.

Τέσσερις μεγάλοι ποιητές έγραψαν στη μνήμη του.

Κώστας Βάρναλης: Στους Μπελογιάννηδες

Χαραβγή κατεπάνω του θανάτου

βάδιζεν η καρδιά σου, Παληκάρι,

λες κ’ είταν άλλος: άγουρος που ορθρίζει

ν’ ανταμώσει κρυφά την πρώτη αγάπη.

Σε κάθε βήμα ψήλωνε η κορφή σου,

το ηλιοστεφάνι τ’ ουρανού να φτάσει.

Κι αν χάραζε για σένα αιώνια Νύχτα,

η προδοσιά χορέβοντας σε φτυούσε.

Με χέρι’ αλυσωμένα, που αγαπούσαν

να κρατάνε για τον οχτρό ντουφέκι

και γαρούφαλο για το μάβρο Νόμο

σε βάλανε σημάδ’ οι πλερωμένοι

οι αρματολόγοι το χεροδεμένο,

τον Έναν οι πολλοί, τον άντρα οι φούστες,

οι τρίδουλοι το λέφτερο κ’ η λάσπη

τον πρωτανθό της Αρετής, Εσένα!

Δεν έχεις τάφο, άλλ’ όπου ηλιοβολιέται

γαρούφαλο στητό κι όπου βροντάει

καριοφίλι της λεφτεριάς, ολόρθον

η Μούσα σε φιλεί κι ο Μακρυγιάννης.

Δεν έχεις κι όνομα. Οι μάβροι το μαβρίσαν.

Μα το λένε στη ρεματιά τα’ αηδόνια,

οι ανέμοι στα πλατάνια και στα ελάτια

και τα νερά σε θάλασσα και βρύσες.

Μην κλαίτε, μάνες μαβρομαντηλούσες

και συ, Μεγάλη Μάνα των μανάδων!

Όπου να ναι, Θα τον νεκραναστήσει

μέγας λαός κι αφτός αναστημένος.

Ναζίμ Χικμέτ: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΓΑΡΥΦΑΛΛΟ

Έχω απάνω στο τραπέζι μου

τη φωτογραφία του ανθρώπου

με το άσπρο γαρούφαλο —

που τον ντουφέκισαν

στο μισοσκόταδο

πριν απ’ την αυγή,

κάτω απ’ το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι

κρατάει ένα γαρύφαλο

πούναι σα μια φούχτα φως

απ’ την ελληνική θάλασσα.

Τα μάτια του τα τολμηρά,

τα παιδικά,

κοιτάζουν, άδολα,

κάτω από τα βαριά μαύρα τους φρύδια.

Έτσι άδολα —

όπως ανεβαίνει το τραγούδι

σα δίνουν τον όρκο τους

οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα —

ο Μπελογιάννης γελά.

Και το γαρύφαλο στο χέρι του

είναι σαν το λόγο πούπε στους ανθρώπους

τη μέρα της λεβεντιάς —

τη μέρα της ντροπής.

Πάμπλο Νερούδα : ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΗΡΩΣ

Έτσι ανάμεσα

στους κίονες,

ο Μπελογιάννης.

Δωρική είναι η άλως

όλη φως γύρω

στους κροτάφους του

το έγκλημα

δεν το φωτίζουν αυτοκίνητα.

Είναι ολόκληρος

πλανήτης, είναι αστέρι

πορφυρό,

είναι η πύρινη λάμψη

της αρχαίας και της νέας

φλόγας

της γης…

Πέφτει, τον πυροβόλησαν

από το Πεντάγωνο,

σφαίρες που

διαπερνάνε

τη θάλασσα

για να καρφωθούνε στο

υπέρλαμπρο στήθος του,

σφαίρες μαζεμένες

από υπάνθρωπα αγκάθια

για να τις μπάσουν στο

λευκοπράσινο

σπήλαιο

της Ελλάδας,

πιτσιλίζοντας με αίμα

τα φύλλα της ακάνθου.

Και τέλος Γιάννης Ρίτσος και Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο

ΣΗΜΕΡΑ το στρατόπεδο σωπαίνει.

Σήμερα ο ήλιος τρέμει αγκιστρωμένος στη σιωπή

όπως τρέμει το σακάκι του σκοτωμένου στο συρματόπλεγμα.

Σήμερα ο κόσμος είναι λυπημένος.

Ξεκρέμασαν μια μεγάλη καμπάνα και την ακούμπησαν στη γη.

Μες στο χαλκό της καρδιοχτυπά η ειρήνη.

Σιωπή. Ακούστε τούτη την καμπάνα.

Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους

το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

Οι δολοφόνοι κρύβονται πίσω από τα μαχαίρια τους.

Τραβηχτείτε πέρα δολοφόνοι. Τραβηχτείτε πέρα.

Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους

το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

ΤΟΥΣ ΣΚΟΤΩΣΑΝ. Τους σκότωσαν.

Ένας άνεμος που πέρασε μες απ’ το σκοτεινό τούνελ της σιωπής μας έφερε το μαντάτο.

Τους σκότωσαν. Τους σκότωσαν.

Δυο ξεχασμένοι γλόμποι ξεθωριάζουνε στην ξώπορτα της μέρας.

Τους σκότωσαν.

Ο Πέτρος που ξυρίζονταν στην αυλή μπρος σ’ ένα καθρεφτάκι της τσέπης απόμεινε με το χέρι στον αέρα κρατώντας την ξυριστική του μηχανή σα να κρατούσε με τα δύο του δάχτυλα το χέρι του κόσμου και να μετρούσε το σφυγμό του.

Ο Βαγγέλης που ’πινε το πρωινό του τσάι

απόμεινε με τη μπουκιά στο στόμα

σα να κρατούσε ανάμεσα στα δόντια του μια πέτρα.

Είταν πικρό το τσάι σήμερα. Αφουγκραζόμασταν

ένα μεγάλο αμάξι που σταμάτησε στο δρόμο –

ένας τροχός του χτύπησε στο βράχο.

Μπορεί να ’ταν ο τροχός της ιστορίας.

Γιατί η γριούλα που βούρτσιζε στην μπαλκονόπορτα

το μαύρο κυριακάτικο φουστάνι της

πέτρωσε εκεί σα να κατάλαβε

τι μαύρο που ’ναι το μαύρο χρώμα

σα να ’δε ανεβασμένη μια μαύρη σημαία στο κατάρτι του χρόνου.

Μπορεί και να ’ταν ο τροχός της ιστορίας. Τους σκότωσαν.

Σάλεψε ή γη. Σάλεψαν τ’ αγκωνάρια του ουρανού.

Σάλεψε το δοκάρι του σπιτιού. Σάλεψε ή κρεμασμένη λάμπα

όπως σαλεύει το καρύδι στο λαιμό του ανθρώπου που καταπίνει το λυγμό του.

Σιωπή. Σιωπή. Τους σκότωσαν.

Κι είταν παράξενο να βλέπεις που δε σαλέψανε καθόλου οι αγελάδες και τ αρνάκια στην ταμπέλα του χασάπικου,

μόνο σα να ’σκυψαν λιγάκι τα κεφάλια τους

και ν’ αφουγκράζονταν κάτου απ’ της γης ένα βαθύ-βαθύ ποτάμι.

Σιωπή. Σιωπή. Τους σκότωσαν.

ΛΟΓΑΡΙΑΖΑΜΕ στα δάχτυλα: μεθαύριο,

μεθαύριο, ναι, μπαίνει ο Απρίλης.

Λέγαμε: θα βρούμε στο πανέρι της άνοιξης

πολλές χρυσές βελόνες, πολλές χρωματιστές κουβαρίστρες

να μπαλώσουμε το γέλιο του παιδιού

να μπαλώσουμε τις ρυτίδες της μάνας

να ράψουμε ακόμα κι ένα κομμένο πόδι, ένα σπασμένο κρανίο – λέγαμε.

Μια καρδιά χωρισμένη στα δύο,

απ’ τη μια το ψωμί και το φιλί

απ’ την άλλη το χρέος – θα σμίξει, λέγαμε,

μεθαύριο Απρίλης. Κάτου απ’ τα δέντρα η ειρήνη,

θα χαιρετιούνται οι άνθρωποι μες απ’ τα δίχτυα των αχτίνων

το φως θα κλείσει με τη φούχτα του την υψωμένη κάννη

θα χαμηλώσει η κάννη και θα γράψει στο χώμα

ένα μικρό κύκλο σαν το μηδέν

κι ύστερα γύρω στο μηδέν γραμμές – γραμμές

σαν τις αχτίνες του ήλιου που χαράζουν τα παιδιά στον άμμο.

Λογαριάζαμε στα δάχτυλα:

μεθαύριο Απρίλης και το Πάσχα

θα φιληθούνε οι άνθρωποι.

Τους σκότωσαν.

ΤΟΥΤΑ τα πρόσωπα είναι σαν τα σταματημένα ρολόγια.

Τι ώρα να ’ναι; Τι ώρα να ’ναι σήμερα;

Ποιος σταμάτησε τούτα τα ρολόγια;

Ποιος σταμάτησε στη μέση τον Απρίλη;

Ποιος έγραψε με κάρβουνο σταυρούς πάνου στις πόρτες;

Ποιος σταμάτησε το χαμόγελο στα μάτια της μάνας; Τι ώρα να ’ναι;

Ποιος έκοψε στα δυο την ελπίδα; Τι ώρα να ’ναι; Πέστε μου λοιπόν.

Η κυρα-Λένη γύρισε απ’ την αγορά μ’ άδειο το καλάθι της.

Δε θυμάμαι, είπε, γιατί πήγα.

Όπου πηγαίνω βρίσκουμαι μπροστά στους σκοτωμένους.

Αν έχεις κάτι να μου πεις θα το ξεχάσω.

Δεν ξεχνάω τους σκοτωμένους. Το φουστάνι μου

αγγριώνει στους σταυρούς. Οι νεκροί με κρατάνε.

Ό,τι μου πουν θα κάνω. Παιδί μου, παιδί μου,

αυτοί πέθαναν για να ζήσεις.

Μην το ξεχνάς. Αν το θυμάσαι αυτοί δε θα πεθάνουν.

Ο Αλέκος δε μιλάει. Μες απ’ την τρύπια κάλτσα του

τα δάχτυλά του παίζουν νευρικά. Τίποτ’ άλλο δε φαίνεται. Σιωπή.

Οι άνθρωποι στέκονται βουβοί μες στον αγέρα

με δυο χοντρές γροθιές σφιγμένες μες στις τσέπες τους.

Δεν ακούς τίποτα. Μόνο που τρίζουνε οι αρμοί στα δάχτυλά τους

καθώς σφίγγουν στη φούχτα τους τον πόνο.

Τι ώρα να ’ναι λοιπόν; Τι ώρα να ’ναι;

Σιωπή. Σιωπή. Παιδί μου να θυμάσαι.

Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους

το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη.

Όχι δε σου ταιριάζει εσένα Μπελογιάννη τούτο το σιωπηλό πένθος

τούτες οι μαύρες κορδέλες άκρη άκρη στο φουστάνι της άνοιξης

τούτο το πράσινο σαπούνι που λιώνει ξεχασμένο στη σκάφη θολώνοντας το νερό.

Για σένανε είναι οι μεγάλες σάλπιγγες, τα μεγάλα τύμπανα,

οι μεγάλες καμπάνες και οι μεγάλες παρελάσεις,

ο μεγάλος όρκος των λαών πάνω στο φέρετρό σου

η μεγάλη μέρα της τριάντα του Μάρτη

που μπαίνει στο καινούργιο εορτολόγιο των ηρώων και των μαρτύρων της ειρήνης.

ΤΟΥΤΑ τα πρόσωπα είναι σαν τα σταματημένα ρολόγια.

Τι ώρα να ’ναι σήμερα; Τί ώρα να ’ναι αύριο;

Τί ώρα να ’ναι του χρόνου;

Εσύ σκαρφάλωσες στη ράχη του χάρου

κουρντίζοντας με γρήγορο χέρι το ρολόι του ήλιου.

Να φύγουν πιο γρήγορα οι δείχτες.

Να φύγει τούτη η μέρα.

Να φύγει το μαύρο απ’ τα μάτια μας.

Να φύγει τ’ άδικο απ’ τον κόσμο.

Οι δείχτες τρέχουν στον ορίζοντα

τρέχει το φως στα πρόσωπα. Εσύ κούρντισες το ρολόι του ήλιου

ως ν’ ανταμώσουν οι δυο δείχτες στην ειρήνη

ως ν’ ανταμώσει όλος ό κόσμος στην αγάπη.

Τώρα ας βροντήσουνε της Λευτεριάς τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες.

ΝΙΚΟ, είχες μια καρδιά γεμάτη απ’ το αίμα του ήλιου.

Οταν περπατούσες στα ερείπια του φθινοπώρου

είχες πάντα στη μέσα τσέπη του σακακιού σου το σχέδιο της καινούργιας πολιτείας μας,

γι’ αυτό χαμογελούσε ο λαός μέσα στα μάτια σου.

Έφυγες τώρα Νίκο

ανάβοντας μ’ ένα γαρύφαλλο από φλόγα το κουράγιο του κόσμου,

ανάβοντας την ελπίδα στην καρδιά των λαών,

ανάβοντας τους αστερισμούς της ειρήνης στο στερέωμα του κόσμου,

πάνω απ’ τις πεδιάδες τις σπαρμένες με κόκαλα.

Έπεσες, Νίκο, με τ’ αφτί σου κολλημένο στην καρδιά του κόσμου,

ν’ ακούς τα βήματα της λευτεριάς να βαδίζουν στο μέλλον,

ν’ ακούς το μέλλον να ξεδιπλώνει εκατομμύρια κόκκινες σημαίες

πάνω απ’ το γέλιο των παιδιών και των κήπων.

Να κιόλας βλέπουμε τη νύχτα ετούτη

ανάμεσα στο άνοιγμα της σιωπής

να κρέμεται απ’ τούς κρίκους δυο μεγάλων άστρων

το λουκέτο της οικουμένης ξεκλείδωτο.

ΠΕΡΑΣΕ η μέρα. Ήρθε κι η νύχτα με το σπασμένο σταμνί της.

Μη μου πείτε τίποτα για τη λύπη της. Μη σκύφτε τα μέτωπα. Ακουστε:

Ένας κουτσός περνάει· το μονό βήμα του στο πεζοδρόμιο –

Ορκιστείτε στ’ όνομα του Μπελογιάννη: να ’ναι τα βήματα ζυγά.

Ένας τρελλός φωνάζει κυνηγώντας τον άνεμο:

Ποιός μου πήρε το κόκκινο άλογό μου, κλέφτες, κλέφτες –

δέστε τα χέρια γύρω στο λαιμό του.

Ορκιστείτε στ’ όνομα του Μπελογιάννη να βρούμε το άλογό του.

Η νύχτα κόβει με το σουγιά της μικρά κομμάτια τ’ όνειρο.

Ένα δέντρο κάνει φτερά. Ένα παιδί μεγαλώνει.

Ορκιστείτε να ’χει το παιδί το ψωμί του και το βιβλίο του

να μάθει να γράφει σ’ αγαπώ,

να κρατάει μπράτσο τον ήλιο σ’ ένα ανθισμένο περιβόλι. –

Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου,

η λευτεριά και η ομορφιά του κόσμου. Ορκιστείτε.

Ο Μπελογιάννης κλαίει όπου σκοντάφτουμε. Ορκιστείτε

να ’ναι γερές οι ρόδες πού κυλάνε τη μέρα

να ’ναι η φωνή του κουλουρτζή μπροστά στις πρωινές πόρτες

σαν τη σιγουριά: θα πάρουμε καινούργια παπούτσια,

θα φτιάξουμε ένα σπίτι με τρία κάτασπρα δωμάτια,

με ηλεκτρική κουζίνα, ηλεκτρικό σίδερο,

να σιδερώνουμε τ’ αλατζαδένια πουκάμισα του Απρίλη

να διαβάζουμε ποιήματα κάτου απ’ την πασχαλιά.

Θα ξεπεράσουμε το πλάνο μας· – κάθε ώρα, κάθε στιγμή,

λίγο πιότερη λευτεριά, λίγο πιότερη αγάπη· – το καινούργιο εργοστάσιο

η καινούργια εργατική συνοικία· – παράξενη που ’ναι η χαρά μας.

Κι όταν πεθαίνουμε – παράξενη που ’ναι ή χαρά μας,

να κοιτάζουμε τις μέρες που ’ρχονται

χαρούμενες στην καμπύλη του ορίζοντα

όπως κοιτάζουμε τα βαγόνια της εναέριας σιδηροδρομικής γραμμής στην καινούργια σοσιαλιστική πολιτεία μας

ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΙΓΚΡΑΝΤ.

Ορκιστείτε.

ΑΥΡΙΟ ΜΕΘΑΥΡΙΟ θα επιστρέψουμε απ’ το μεγάλο πόνο μας στις καθημερινές δουλειές μας,

θα φάμε το ψωμί μας. Το ψωμί είναι νόστιμο

όσο πικρές κι αν είναι οι μέρες μας. Πρέπει να φάμε το ψωμί μας.

Πρέπει να ζήσουμε, να διεκδικήσουμε τη ζωή μας και το δίκιο σας.

Μα και την ώρα που θα τρώμε θα ’μαστε έτοιμοι. Το ξέρουμε

είναι βαριά η κληρονομιά σου Μπελογιάννη –

θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας.

Συχνά δυσκολευόμαστε, θα δυσκολευτούμε πιότερο –

θα την κρατήσουμε στους ώμους μας.

Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας.

Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,

ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη.

Καλημέρα αδέρφια μου.

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα κόσμε.

Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά

πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.

Μ’ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία.

Μ’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώνει.

Καλημέρα σύντροφοι

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα Μπελογιάννη.

Τώρα, ας βροντήσουνε της λευτεριάς τα τύμπανα κι οι σάλπιγγες.

Καλημέρα Μπελογιάννη.

ΑΚΟΜΗ μια φορά. Ακόμη μια φορά

εσύ Νίκο πολέμησες για όλους μας

εσύ νίκησες για όλους μας

εσύ απόδειξες

πόσο μικρά είναι αυτή την ώρα τα μικρά όνειρα,

η ψάθινη πολυθρόνα του περιβολιού, το πράσινο τραπεζάκι,

η σιγουριά απ’ τα κάγκελα του κρεβατιού τις νύχτες – πόσο μικρά

μπροστά στο μπόι της χαράς να πεθαίνεις

για τη χαρά του κόσμου.

Εσύ απόδειξες

πόσο μικρή είναι η λευτεριά να φιλάς ένα στόμα

να κάθεσαι βουβός στο πεζούλι της βραδιάς

δίχως να δίνεις λόγο που κοιτάζουν τα μάτια σου,

να βάζεις κάτου άπ’ τήν καρδιά σου δυο ζεστά αστρουλάκια

όπως βάζεις πριν κοιμηθείς, κάτου απ’ το προσκέφαλό σου,

το κλειδί του σπιτιού σου και το ρολόι σου.

Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά

να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ’ τον κόρφο σου

για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη.

Α, ναι, πονάμε απ’ τη χαρά να ’μαστε οι άνθρωποι,

κρατώντας τη βάρδια μας μερόνυχτα σε μια κορφή του κόσμου,

βόσκοντας το κοπάδι των άστρων πάνω απ’ τα ερείπια,

βράζοντας στο μεγάλο καζάνι της νύχτας

το πηχτό γάλα της χαράς για τα παιδιά που αύριο θα γεννηθούνε.

Νίκο, πονάμε καθώς πόνεσες και συ, απ’ τη χαρά να ’μαστε οι άνθρωποι.

Καλημέρα ανθρώποι μου

Καλημέρα ήλιε

Καλημέρα Μπελογιάννη.

Λίγες μέρες πριν, στις 18 Φεβρουαρίου 1952, η Ελληνική Βουλή είχε επικυρώσει τη συμφωνία ένταξης της χώρας μας στο ΝΑΤΟ…

Σύνταξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου

Πηγές: www.rizospastis.gr, youropia.gr, «Ο Άνθρωπος με το γαρύφαλλο» Πότη Παρασκευόπουλου

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...