Η μάχη της Ντιέν Μπιέν Φου

«…Όλη η ιστορία του είναι γεμάτη αίματα, τραυματισμένα τραγούδια, κι αντίσταση ως τα έσχατα. Πότε με τα όπλα και πότε με τις πέτρες ο περήφανος τούτος λαός κατάφερε να δίνει μες στην Ιστορία το παρόν ακόμα και όταν δεν υπήρχε γραπτή ιστορία. Και το ’κανε πάντα, κάτω από συνθήκες τόσο άνισες και σκληρές, που πολλοί άλλοι λαοί θα έσβηναν απ’ τον εθνολογικό χάρτη του κόσμου.»
Μ. Λουντέμης

Με τα παραπάνω ο συγγραφέας δίνει μια σύντομη, περιεκτική και πετυχημένη περιγραφή της ιστορίας του λαού του Βιετνάμ. Μιας ιστορίας, που ήδη από τα πρώτα χρόνια μ.Χ., είναι συνυφασμένη με την πάλη του, κόντρα σε ξένους δυνάστες (Κινέζους, Ιάπωνες, Βρετανούς, Γάλλους, Αμερικάνους κ.λπ.), για την λευτεριά και την ανεξαρτησία του. Στο παρόν κείμενο θα γίνει μια προσπάθεια να παρουσιαστεί μια πτυχή αυτής της ηρωικής ιστορίας, αυτή της καθοριστικής μάχης της Ντιέν Μπιέν Φου, μάχης που σηματοδότησε την τελική ήττα των Γάλλων ιμπεριαλιστών, στην περιοχή της Ινδοκίνας.

Στις 6 Μαρτίου του 1946, υπογράφτηκε η Προκαταρκτική Συμφωνία, ανάμεσα στην κυβέρνηση του Βόρειου Βιετνάμ και τη Γαλλία, ως ένας συμβιβασμός με την τελευταία. Η συμφωνία προέβλεπε την απομάκρυνση 200 χιλιάδων στρατιωτών του Τσιάνγκ Κάι Σεκ από το Βόρειο Βιετνάμ (οι Κινέζοι είχαν αντικαταστήσει τους Ιάπωνες κατακτητές μετά την παράδοση των τελευταίων στους συμμάχους) και αναγνώριση της ανεξαρτησία του Βιετνάμ. Οι Γάλλοι αν και τυπικά αναγνώρισαν την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της χώρας συνέχισαν τις επιθετικές ενέργειες, ακυρώνοντας στην πράξη την συμφωνία, με αποκορύφωμα την κατάληψη των Hongay και Haiphong, τον Δεκέμβρη του 1946. Η δήλωση του προέδρου Χο Τσι Μινχ, έδωσε το έναυσμα για τη νέα αντίσταση: «Προτιμάμε να θυσιάσουμε τα πάντα παρά να χάσουμε την χώρα μας ή να επιστρέψουμε στην σκλαβιά».

Η στρατηγική σημασία της Ντιέν Μπιέν Φου

Η πεδιάδα της Ντιέν Μπιέν Φου, απέκτησε κορυφαίο στρατηγικό ρόλο για μια σειρά παράγοντες και σε μια πορεία χρόνου. Εισαγωγικά αναφέρουμε ότι η πεδιάδα αυτή μαζί με τα χωριά της, αποτέλεσε το πιο ισχυρό οχυρό, στο κομμάτι ενός συνολικότερου σχεδίου επέμβασης των Γάλλων.

Το «Σχέδιο Navarre»

Το σχέδιο αυτό έφερνε νέα ποιοτικά στοιχεία, όσον αφορά κυρίως δύο πλευρές, πρώτον, την θέληση των Γάλλων ιμπεριαλιστών να καταφέρουν αποφασιστικό και ολοκληρωτικό πλήγμα στο λαό του Βιετνάμ και στις επαναστατικές δυνάμεις. Δεύτερον, την ποιοτική αναβάθμιση της παρέμβασης του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού (αν και όχι χωρίς αντιφάσεις), μετά το καλοκαίρι του 1953 και τη λήξη του πολέμου στη Κορέα. Πράγμα που σήμαινε μεγαλύτερη υλική, οικονομική και κάθε είδους βοήθεια, αλλά παράλληλα και όξυνσης της επιθετικότητας και της έντασης των επιχειρήσεων.

Το σχέδιο αυτό πήρε το όνομα του από τον Γάλλο Στρατηγό Henri – Eugene Navarre, οι κεντρικοί στόχοι του μπορούν να συνοψιστούν σε δύο σημεία, την περεταίρω ενίσχυση των γαλλικών δυνάμεων αλλά και των ντόπιων στρατευμάτων – μαριονετών των αποικιοκρατών, προκειμένου να ηττηθούν οι επαναστατικές δυνάμεις μέχρι τα τέλη του 1955. Πιο αναλυτικά, προέβλεπε την οργάνωση μιας ισχυρής κινητής δυνάμεις, ικανής να αμυνθεί σε πρώτη φάση και σε δεύτερη, να κατανικήσει τις κομμουνιστικές δύναμης. Για αυτόν τον σκοπό, διατάχθηκε η αναδιάταξη των επιλεγμένων ευρωπαϊκών και αφρικανικών μονάδων στην Ινδοκίνα, με «τράβηγμα» τους από διάφορες άλλες θέσεις στην περιοχή. Την ίδια στιγμή, θα ρίχνονταν στο μέτωπο νέες δυνάμεις από τη Γαλλία, την Δυτική Γερμανία, τη Βόρεια Αφρική και την Κορέα1.

Με βάση τα παραπάνω σχεδιάστηκε και η χωροταξική κατανομή τους. Στη περιοχή του δέλτα του Κόκκινου Ποταμού θα εγκαθίσταντο δυνάμεις μέσα σε μια περίοδο, από το φθινόπωρο μέχρι χειμώνα του 1953. Από εκεί, θα εξαπολύονταν επιθέσεις με σκοπό την καταστροφή των βάσεων του αντάρτικου. Ταυτόχρονα, εκείνη την περίοδο θα επιχειρούσαν στις απελευθερωμένες περιοχές, ώστε να εξασθενήσουν τις κυρίες δυνάμεις του τακτικού στρατού, ενώ παράλληλα θα δημιουργούσαν νέα τάγματα από στρατιώτες – μαριονέτες.

Μετά τον χειμώνα και τις μεγάλες επιχειρήσεις στο Βόρειο Βιετνάμ, που περιγράψαμε, αξιοποιώντας και το γεγονός ότι ο επαναστατικός στρατός θα ξεκουράζονταν, θεωρούσαν πως θα μπορούσαν να μεταφέρουν στο Νότιο Βιετνάμ τον κύριο όγκο των κινητών τους δυνάμεων. Παράλληλα, εκείνη η περίοδος πίστευαν ότι θα είναι ιδανική για τις δραστηριότητες τους στην περιοχή, ιδιαίτερα για να διεξάγουν μεγάλες επιχειρήσεις που θα τους επέτρεπαν να καταλάβουν όλες τις ελεύθερες περιοχές.

Η στρατηγική θέση και σημασία της Ντιέν Μπιέν Φου, αφορούσε προφανώς, τη καθοριστική της σημασία, στη πρώτη φάση του σχεδίου τους, όσον αφορά τη στρατηγική θέση της στο Βόρειο Βιετνάμ, αλλά και τον χαρακτήρα της ως ένα πολύ ισχυρό οχυρωμένο κέντρο, με μεγάλη και καθοριστική δύναμη πυρός, όλων των όπλων.

Τα χαρακτηριστικά της Ντιέν Μπιέν Φου

Η περιοχή αυτή ήταν μια από τις θεμέλιους λίθους του σχεδίου των Γάλλων και των Αμερικανών. Η πεδιάδα αυτή, είναι μια μεγάλη πεδιάδα 11 μιλίων μάκρος και από 3 έως 5 μίλια πλάτος, στις ορεινές περιοχές του Βορειοδυτικού Βιετνάμ. Η μεγαλύτερη και η πιο πλούσια από τις 4 πεδιάδες που υπάρχουν στις ορεινές εκείνες περιοχές στα σύνορα με το Λάος. Βρίσκεται στη διασταύρωση σημαντικών οδών, προς τα βορειοανατολικά με τη Lai Chau, προς τα ανατολικά και τα νοτιοανατολικά στη Tuan Giao, τη Son La και τη Na San. Προς τα δυτικά προς τη Luang Prabang και προς τα νότια με τη Someu.

Αρχικά στην περιοχή αυτή βρίσκονταν 10 τάγματα γαλλικών στρατευμάτων και των συμμάχων τους, τα οποίο σταδιακά αυξήθηκαν. Όταν η επίθεση των Βιετναμέζων ξεκίνησε αυτά τα τάγματα είχαν γίνει 17, με επιπλέον 10 λόχους που αποτελούταν κυρίως από ευρωπαϊκές, αφρικανικές μονάδες, και μονάδες υψηλά εκπαιδευμένων αλεξιπτωτιστών. Επιπλέον το στρατόπεδο διέθετε 3 τάγματα πυροβολικού, ένα τάγμα σκαπανέων, μια ίλη τεθωρακισμένων, μια ομάδα μεταφορών περίπου 200 φορτηγών και μια μόνιμη μοίρα 12 αεροσκαφών (και 2 αεροδρόμια). Το σύνολο των δυνάμεων της πεδιάδας – στρατοπέδου, έφθαναν τους 16.200 άνδρες.

Αυτή η δύναμη στα πλαίσια της πεδιάδας χωριζόταν σε 3 υποτομείς, οι οποίοι υποστήριζαν ο ένας τον άλλο και δημιουργούσαν 49 ισχυρά σημεία, από τα οποία το καθένα είχε αμυντική αυτονομία, με συρματοπλέγματα, πυροβολικό, κινητές δυνάμεις κλπ. Δηλαδή κάθε υποτομέας δημιουργούσε αρκετά και καλά φρουρημένα σημεία άμυνας.

Το σχέδιο αντεπίθεσης του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ

Η πεδιάδα της Ντιέν Μπιέν Φου Το σχέδιο του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ και του Κομμουνιστικού Κόμματος του Βιετνάμ, προσπαθούσε να λάβει υπόψιν μια σειρά από αντικειμενικούς παράγοντες και κατά βάση τις αδυναμίες του σχεδίου του αντιπάλου. Βασική αδυναμία – αντίθεση που διακρινόταν στο σχέδιο του αντιπάλου ήταν η εξής: συνοπτικά θα λέγαμε, η αντικειμενική σύγκρουση της επιθετικής – επεκτατικής φύσης του πολέμου που ήθελε να διεξάγει ο ιμπεριαλισμός, με τον διακηρυγμένο στόχο του για συγκέντρωση δυνάμεων και δύναμης πυρός σε συγκεκριμένα στρατηγικά σημεία. Με άλλα λόγια, χωρίς να κομματιάσει τις δυνάμεις του θα ήταν αδύνατο να καταλάβει νέες περιοχές, ενώ από την άλλη, από την στιγμή που θα γινόταν αυτό ο κατακερματισμός, οι μικρές αυτές δυνάμεις θα ήταν έκθετες και από τη μια στο αντάρτικό και από την άλλη τα στρατηγικά κέντρα θα αποκόβονταν και θα έμεναν με λιγότερες δυνάμεις απέναντι στον Λαϊκό Στρατό. Από την άλλη, αν αποφάσιζαν να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους και να πάνε από μια αμυντική τακτική, σε μια πιο πρωτοβουλιακή, οι δυνάμεις κατοχής θα αποδυναμώνονταν και θα ήταν πιο δύσκολο να κρατήσουν της κατεκτημένες περιοχές.

Έτσι με βασικό σύνθημα του Κόμματος το : «Δυναμισμός, πρωτοβουλία, κινητικότητα και ταχεία λήψη απόφασης μπροστά σε νέες συνθήκες», αναπτύχθηκε μια τακτική η οποία μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: σε κάθε θέατρο επιχειρήσεων, επιλογή των σχετικά πιο αδύναμων θέσεων του αντιπάλου για να συγκεντρωθούν οι δυνάμεις του Λαϊκού στρατού και να εξοντώσουν τον εχθρό, ενώ παράλληλα, γενίκευση του αντάρτικού πολέμου, σε όλη τη περιοχή και κυρίως, στις περιοχές του Βιετνάμ και του Λάος. Αυτό προκειμένου να πιέσει ακόμα περισσότερο τον εχθρό να πολυδιασπάσει τις δυνάμεις του από τα ισχυρά κέντρα συγκέντρωσης και να τον αναγκάσει να υπερασπιστεί διάφορα σημεία σε όλη την χερσόνησο.

Στην αρχή των επιχειρήσεων, το 40% περίπου των δυνάμεων των ιμπεριαλιστών, βρίσκονταν συγκεντρωμένο στο δέλτα του Κόκκινου Ποταμού. Οι δυνάμεις του επαναστατικού στρατού, αντί να συγκεντρωθούν και αυτές στο δέλτα του ποταμού ή αντί να κομματιαστούν προκειμένου να υπερασπιστούν τις απελευθερωμένες περιοχές, ανασυγκρότησαν τις δυνάμεις τους και επιτέθηκαν σφόδρα προς τα βορειοδυτικά. Πράγματι, διέλυσαν ντόπια στρατεύματα που ήταν με τον εχθρό στην Son La και την Thuan Chau, απελευθέρωσαν την Lai Chau, διαλύοντας σε κομματάκια την εχθρική φάλαγγα των στρατιωτών που διέφευγε προς την Ντιέν Μπιέν Φου. Ταυτόχρονα, έγινε προσπάθεια περικύκλωσης της Ντιέν Μπιέν Φου, πράγμα που οδήγησε τις γαλλικές δυνάμεις, σε βιαστική αποστολή δυνάμεων στην περιοχή. Έτσι, η Ντιέν Μπιέν Φου, έγινε το δεύτερο κέντρο συγκέντρωσης δυνάμεων (μετά το δέλτα του Κόκκινου Ποταμού), δηλαδή, δημιουργήθηκε η πρώτη μεγάλη διάσπαση – κατακερματισμός δυνάμεων των Γάλλων.

Παράλληλα, με αυτές τις εξελίξεις στα βορειοδυτικά, οι ενωμένες επαναστατικές δυνάμεις στη περιοχής του Λάος, από ντόπιους αντάρτες και Βιετναμέζους, ξεκίνησαν επιθετικές επιχειρήσεις, την πιο εκτεθειμένη περιοχή του εχθρού, στο κεντρικό Λάος. Απελευθερώθηκε η πόλη της Thakhek και από εκεί οι επιτιθέμενοι, προχώρησαν προς τη Seno, στην περιοχή της Savannakhet, η οποία διέθετε μια σημαντική αεροπορική βάση. Έτσι μπροστά σε αυτή την ενδεχόμενη απώλεια, οι Γάλλοι αναγκάστηκαν βιαστικά να μεταφέρουν από το δέλτα του Κόκκινου Ποταμού και από άλλα πεδία μάχης, για να σωθεί η βάση. Έτσι, το Seno, έγινε το τρίτο σημείο συγκέντρωσης – διάσπασης, εχθρικών δυνάμεων.

Το τέταρτο σημείο συγκέντρωσής δυνάμεων, δημιουργήθηκε στις αρχές του 1954. Οι επαναστατικές δυνάμεις, το κατάφεραν αυτό πάλι με έναν ιδιόμορφο τρόπο. Οι Γάλλοι ιμπεριαλιστές σχεδίαζαν να επιτεθούν σε κάποιες ελεύθερες περιοχές του Βιετνάμ κάτι που είχε γίνει γνωστό στον Λαϊκό Στρατό, από τις έντονες προετοιμασίες τους. Οι Βιετναμέζοι, αντί να ενισχύσουν την περιοχή αυτή, άφησαν μόνο μικρές δυνάμεις εκεί για να προστατέψουν τα μετόπισθεν τους, συγκεντρώνοντας παράλληλα δυνάμεις για μεγάλη επίθεση στα νοτιοδυτικά της χώρας. Πιο συγκεκριμένα, στα Δυτικά Χάιλαντς, τα οποία αποτελούσαν στρατηγική θέση και οι αποικιακές δυνάμεις ήταν σχετικά εκτεθειμένες. Οι επιχειρήσεις το Λαϊκού Στρατού στην περιοχή διεξήχθησαν με επιτυχία, εξολοθρεύοντας μεγάλες αντίπαλες δυνάμεις, η πόλη και η περιοχή Kontum απελευθερώθηκαν, ενώ μετά την επιδρομή στη βάσης της Pleiku, για άλλη μια φορά οι Γάλλοι αναγκάστηκαν να στείλουν εσπευσμένα ενισχύσεις και στην Pleiku και σε άλλες βάσεις στην περιοχή, εντείνοντας ακόμα πιο πολύ τη διάσπασή τους.

Εκείνη την περίοδο, είχε ξεκινήσει η προετοιμασία για την τελική επίθεση στην Ντιέ Μπιέν Φου. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ευκολότερη κίνηση στρατευμάτων προς τα εκεί, αποφασίστηκε ένας αντιπερισπασμός μεγάλης κλίμακας. Οι ενωμένες επαναστατικές δυνάμεις στο Λάος, εξαπέλυσαν επίθεση στο βόρειο Λάος. Αρκετές γαλλικές μονάδες εξαλείφθηκαν και απελευθερώθηκε η τεράστια λεκάνη του Nam Ou. Έτσι, οι Γάλλοι για άλλη μια φορά, αναγκάστηκαν να στείλουν δυνάμεις στην περιοχή του βόρειου Λάος, Luang Prabang, προκειμένου να την προστατέψουν. Το πέμπτο σημείο συγκέντρωσης γαλλικών δυνάμεων είχε δημιουργηθεί.

Με λίγα λόγια, όλα τα παραπάνω σήμαιναν, ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του το σχέδιο Navarre, είχε ήδη αποτύχει, πριν καν την τελειωτική μάχη. Οι μεγάλες προσπάθειες των Γάλλων, να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους, σέ ένα πεδίο μάχης, στο δέλτα του Κόκκινου Ποταμού, είχε αποτύχει. Είχε μετατραπεί σε μια αναγκαστική πολυδιάσπαση των δυνάμεων αυτών σε διάφορα σημεία ανά την Ινδοκίνα. Οι ‘κινητές δυνάμεις” στο δέλτα, ήταν πλέον μειωμένες από 44 τάγματα, σε 20.

Όλα τα παραπάνω, ενώ οδηγούσαν στην πολυδιάσπαση των γαλλικών δυνάμεων, αυτή η διάσπαση τροφοδοτούσε την ακόμα εντονότερη συνδυασμένη δράση του Λαϊκού Στρατού, ανάμεσα στα κύρια πεδία των συγκρούσεων και τα όλο και περισσότερα μέτωπα που άνοιγε η αντάρτική δράση στα μετόπισθεν του αντιπάλου. Η Ντιέν Μπιέν Φου, μετά από όλες αυτές τις εξελίξεις αναδείχθηκε στην πιο ισχυρή γαλλική βάση ανασυγκρότησης των δυνάμεων κάτι το οποίο την καθιστούσε, μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που έχουν αναφερθεί, την πιο ισχυρή βάση στην Ινδοκίνα.

Οι επιχείρηση κατάληψης του στρατοπέδου της Ντιέν Μπιέν Φου

Η πεδιάδα θεωρούνταν άπαρτο οχυρό και από τους ίδιους τους Γάλλους και από τους Αμερικάνους ειδικούς. Ωστόσο, όλες οι εξελίξεις στα πεδία των μαχών, την περίοδο χειμώνας 1953 – αρχές άνοιξης 1954 δημιούργησαν, σε ένα βαθμό μόνο, ευνοϊκότερες συνθήκες. Τέτοιες συνθήκες ήταν η περικύκλωση που είχε σχεδόν ολοκληρωτικά επιτευχθεί μετά την απελευθέρωση των Lai Chau, Phong Saly και της κοιλάδας του ποταμού Nam Ou, με αποτέλεσμα η περιοχή να είναι μερικές εκατοντάδες μίλια μακριά από τις κύριες βάσεις τροφοδοσίας, το Ανόι και την πεδιάδα des Jarres. Αυτό σήμαινε ότι ο εφοδιασμός ήταν δυνατός μόνο από αέρος. Παράλληλα, τα μεγάλα υψώματα γύρω από την πεδιάδα, ήταν ένα έδαφος που προσέφερε μεγάλα πλεονεκτήματα, στον βιετναμέζικο στρατό.

Η επιχείρηση για την κατάληψη της πεδιάδας ξεκίνησε και επισήμως στις 13 Μάρτη του 1953. Ο βασικός στόχος της επιχείρησης ήταν η επίθεση πλέον στην πεδιάδα και η εξάλειψη του εχθρού. Στα υπόλοιπα μέτωπα, στο βόρειο, στο κεντρικό και στο νότιο Βιετνάμ, ο σκοπός ήταν να πολλαπλασιαστούν οι επιθετικές δραστηριότητες και η ένταση τους, ιδιαίτερα από τα αντάρτικα τμήματα, με σκοπό, να εξοντώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο απ’ τον αντίπαλο στρατό, να τον καθηλώσουν και να αποκόψουν κάθε δυνατότητα αποστολής βοήθειας στην Ντιέν Μπιέν Φου.

Οι γαλλικές δυνάμεις προφανώς δεν έμειναν άπρακτες όλη εκείνη την περίοδο και κατάφεραν αποφασιστική ενίσχυση του φρουρίου μέσω ρίψεων από αέρος. Αυτό μεγάλωσε την συνολική ισχύ του πράγμα που οδήγησε και σε μετατροπή του αρχικού σχεδίου του επαναστατικού στρατού του Βιετνάμ. Αποφασιστικός παράγοντας σε αυτήν την απόφαση ήταν και το γεγονός ότι ο Λαϊκός Στρατός δεν είχε επί της ουσίας την πείρα να συγκρουστεί με ένα οργανωμένο και καλά οχυρωμένο εχθρό. Έτσι από την αρχική απόφαση για γρήγορο και αποφασιστικό χτύπημα χωρίς εξασφαλισμένη επιτυχία, πέρασε στην τακτική του σίγουρου χτυπήματος και της σίγουρης προώθησης, με το μότο: “χτύπα για τη νίκη, χτύπα μόνο όταν η επιτυχία είναι σίγουρη, αν δεν είναι, τότε μην χτυπήσεις”.Αυτή η καθυστέρηση φυσικά, δημιουργούσε νέες δυσκολίες στον Λαϊκό Στρατό, διότι σήμαινε ότι η προετοιμασία θα διαρκούσε περισσότερο, ότι οι άνδρες του γι’ αυτό τον λόγο θα ήταν περισσότερο καιρό εκτεθειμένοι, ότι το πρόβλημα της τροφοδοσίας και των προμηθειών θα πολλαπλασιαζόταν, αλλά και ότι πλησίαζε η εποχή των μουσώνων, κάτι που θα καθιστούσε τις επιχειρήσεις στα υψόμετρα αυτό εξαιρετικά δύσκολες και επικίνδυνες.

Οι μεγάλες δυσκολίες ξεπεράστηκαν μέσα από ένα συνδυασμό της αρχικής γραμμής που είχε τεθεί και του νέου σχεδίου. Δηλαδή, σε κάθε ισχυρό οχυρωμένο σημείο άμυνας, κατά τόπου μέσα στη πεδιάδα, ο Λαϊκός Στρατός συγκέντρωνε και ανασυγκροτούσε τις δυνάμεις του ώστε πάντα να έχει ανωτερότητα. Μέσω αυτής της τακτικής της “προοδευτικής επίθεσης” εξόντωσε δηλαδή ένα – ένα ή κατά ομάδες, τα διακλαδωμένα κέντρα άμυνας του οχυρού και αποκτούσε μια σιγουριά για τη νίκη του σε κάθε σημείο.

Ένα ακόμα ισχυρό σημείο του φρουρίου αυτού, που έπρεπε να ξεπεραστεί ήταν όπως έχουμε αναφέρει, η τεράστια δύναμη πυρός του, δηλαδή το ισχυρό πυροβολικό, τα τανκς και τα αεροπλάνα που σφυροκοπούσαν παράλληλα. Ο βιετναμέζικος στρατός, δεν είχε φυσικά τεθωρακισμένα και εναέριες δυνάμεις, ενώ το πυροβολικό του ήταν πολύ περιορισμένο. Η λύση δόθηκε με δύο τρόπους. Ο πρώτος, σκάβοντας χιλιάδες χιλιόμετρα χαρακώματα και τούνελ, κάτι που που επέτρεπε να προχωράνε, με πολύ μικρές απώλειες από το αντίπαλο πυροβολικό, τις βόμβες ναπάλμ κλπ. Αυτά τα χαρακώματα από τη μία περικύκλωναν την πεδιάδα και κάθε φορά που ένα οχυρό έπεφτε, ένα νέο ανοιγόταν πιο κοντά στον εχθρό, παράλληλα το σύστημα αυτό χαρακωμάτων αποτελούσε και ένα θαυμάσιο σύστημα εφοδιασμού. Ο δεύτερος τρόπος, ήταν η όσο το δυνατόν ενίσχυση του ελαφριού πυροβολικού. Κάτι που επιτεύχθηκε, με δρόμους που ανοίχτηκαν μέσα σε βουνά και ζούγκλες, προκειμένου να μεταφερθούν τα κομμάτια του, ενώ εκεί που δεν γίνηκε δυνατόν να ανοίξουν δρόμους, τα κομμάτια αυτά μεταφέρθηκαν, πάνω σε πλάτες και χέρια, στρατιωτών.

Παράλληλα, ήδη από τις πρώτες μέρες της πολιορκίας μεγάλο βάρος δόθηκε στο να επιτευχθεί ο πλήρης αποκλεισμός της πεδιάδας από τον γαλλικό εφοδιασμό. Όταν η μοναδική δίοδος παρέμεινε μόνο η εναέρια, έγινε συστηματική προσπάθεια κατάρριψης των εφοδίων αλλά και αξιοποίησής τους από τον Λαϊκό Στρατό, προς όφελος των μαχητών του.

Στην πρώτη φάση της επιχείρησης, εξολοθρεύτηκαν τα κέντρα αντίστασης το Him Lam και το Doc Lap και ολόκληρο το βόρειο τομέα. Οι Γάλλοι έκαναν απεγνωσμένες προσπάθειες να καταστρέψουν τις θέσεις πυρός των Βιετναμέζων. Τα αεροπλάνα έριχναν βόμβες ναπάλμ στη περιοχή των βουνών γύρω από τη Ντιέν Μπιέν Φου, ενώ το πυροβολικό τους είχε επικεντρωθεί στις θέσεις πυρός του Λαϊκού Στρατού, ωστόσο αυτός άντεξε και νίκησε.

Στην δεύτερη φάση, ένας επικοινωνιακός άξονας χαρακωμάτων, με άπειρες διακλαδώσεις, ξεκινούσε από τις βάσεις του επαναστατικού στρατού, επεκτεινόταν μέσα στην πεδιάδα και απομόνωνε τον κεντρικό τομέα από τον βόρειο τομέα. Αφού ολοκληρώθηκε με επιτυχία η έντονη επίθεση στους ανατολικούς λόφους, δόθηκε η ευκαιρία στο βιετναμέζικο πυροβολικό να κλείσει τη ζώνη περικύκλωσης, σε τέτοια απόσταση που πλέον, ο κεντρικός τομέας βρίσκονταν σε απόσταση πυρός από τον κεντρικό τομέα. Έτσι από αυτήν την απόσταση, όπλα όλων των διαμέτρων μπορούσαν να αυξήσουν την πίεση στους Γάλλους, ενώ παράλληλα ο διάδρομος προσγείωσης καταστράφηκε ολοσχερώς.

Οι γαλλικές δυνάμεις, πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση, προσπαθώντας να μεταφέρουν ενισχύσεις για τις κινητές δυνάμεις τους, επιδίωξαν αμέτρητες αντεπιθέσεις και ανελέητους βομβαρδισμούς, σε μια προσπάθεια να σώσουν την κατάσταση. Διεξήχθη και από τις δύο πλευρές μια απεγνωσμένη μάχη, μέτρο το μέτρο, πολλοί λόφοι καταλήφθηκαν και ανακαταλήφθηκαν αρκετές φορές.

Η τρίτη φάση ήταν αυτή της τελικής επίθεσης. Οι γαλλικές δυνάμεις είχα οδηγηθεί και συγκεντρωθεί σε μια περιοχή περίπου του ενός τετραγωνικού μιλίου. Έτσι μόλις ο λόφος με την ονομασία Α-1 καταλήφθηκε από τον Λαϊκό Στρατό, κάθε ελπίδα αντίστασης χάθηκε για τους ιμπεριαλιστές. Το αριθμητικό αποτέλεσμα για τους Γάλλους ήταν συντριπτικό. 11.712 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν, περίπου άλλοι 4.500 ήταν οι τραυματισμένοι, ενώ μόλις 78 κατάφεραν να διαφύγουν από τα πλαίσια της πεδιάδας. Οι απώλειες του Λαϊκού Στρατού του Βιετνάμ, υπολογίζονται από 13.930 έως 23.000, σύνολο νεκροί και τραυματίες.

Συνοψίζοντας, το επιχειρησιακό πλάνο των βιετναμέζικων επαναστατικών δυνάμεων, για την τελική κατάληψη της πεδιάδας, βασίστηκε στην δημιουργία ενός ολόκληρου συστήματος επιθέσεων και περικύκλωσης. Αμέτρητα χαρακώματα σκάφτηκαν, μέσα στα οποία δημιουργήθηκαν, θέσεις πυρός, ακόμα και διοικητικές εγκαταστάσεις (αρχηγία κλπ). Αυτό το πλέγμα των χαρακωμάτων, επεκτεινόταν με την πορεία των νικηφόρων μαχών, ξεκίνησε δηλαδή, από τα γύρω βουνά και δάση της πεδιάδας και έφθασε, μέσα στην ίδια την πεδιάδα. Με κάθε νίκη του Λαϊκού Στρατού, η προηγούμενη θέση του αντιπάλου καταλαμβανόταν ολοκληρωτικά, κτίρια, όπλα, οχυρωμένες θέσεις. Έτσι καθώς προχωρούσε η επίθεση, μέχρι τη τελική νίκη, στις 7 Μάη του 1954, ένα νέο, κινητό, οχυρωμένο στρατόπεδο, δημιουργούταν μέσα στην ίδια την πεδιάδα, αυτή τη φορά όμως, στα χέρια των επαναστατών.

Βιβλιογραφία:
Russell Stetler (επιμ.), The Military Art of Peoples War. Selected writings of General Vo Nguyen Giap, Λονδίνο και Νέα Υόρκη: Monthly Review Press, 1970
Vo Nguyen Giap, Dien Bien Phu, 3η έκδοση, Ανόι: Foreign Language Publishing House, 1964
Kevin Boylan, Luc Olivier, Valley of the shadow. The siege of Dien Bien Phu, Μεγάλη Βρετανία: Osprey Publishing, 2018
Μενέλαος Λουντέμης, Οι αρχιτέκτονες του τρόμου (άστρα και ρόπαλα), Αθήνα: εκδόσεις Δωρικός, 1966

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...