Με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου, η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ πραγματοποίησε την Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου εκδήλωση με θέμα: «Η Ελλάδα και η Τουρκία στη δίνη των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Η διέξοδος για τους λαούς», με ομιλητή τον ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα.
Τους παρευρισκόμενους στην εκδήλωση καλωσόρισε ο Γιάννης Ντουνιαδάκης, υποναύαρχος ΠΝ ε.α. και μέλος του Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ για τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας.
Ο Βάιος Τσαπρούνης, Υπολοχαγός (Υλικού Πολέμου – Πυροτεχνουργών), Πρόεδρος Διοικούσας Επιτροπής του Συνδέσμου Στρατιωτικών και Μελών Οικογενειών Στρατιωτικών (ΣΥΣΜΟΣ), σημείωσε ότι «Γνωρίζουμε ότι η ενδεχόμενη μελλοντική πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία διαφαίνεται ότι θα οφείλεται στους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων των δύο χωρών και των μεγάλων ομίλων που ορέγονται κέρδη στις πλάτες των λαών» και ξεκαθάρισε ότι «για να μην υπάρξουν παρερμηνείες: Οι τουρκικές διεκδικήσεις και η αμφισβήτηση συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι υπαρκτές. Δεν μπορούν να αγνοούνται! Η υπεράσπιση της χώρας και των συνόρων της αποτελεί υποχρέωση των Ενόπλων Δυνάμεων, άρα και δική μας. Αλλο, όμως, η υπεράσπιση της χώρας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της και άλλο η συμμετοχή σε σχεδιασμούς που υπηρετούν ανταγωνισμούς και συμφέροντα πέρα από την άμυνά της, που καμία σχέση δεν έχουν με τα συμφέροντα και την ευημερία των δύο λαών».
Ολόκληρη η παρέμβαση:
“Αξιότιμε κ. Γενικέ Γραμματέα της ΚΕ του ΚΚΕ.
Κυρίες και κύριοι.
Συναδέλφισσες και συνάδελφοι.
Ο πόλεμος, για εμάς τους στρατιωτικούς που τον έχουμε προσομοιώσει σε δεκάδες ασκήσεις και επιχειρησιακές εκπαιδεύσεις, ή κάποιοι τον έχουν ζήσει μέσα από την εμπειρία αποστολών στο εξωτερικό και μας τις μετέφεραν, δεν είναι κάτι το εντελώς άγνωστο ή μακρινό, ούτε αποτελεί κινηματογραφικό προϊόν χολιγουντιανής ταινίας που θα παρακολουθήσουμε από την άνεση του καναπέ μας. Γνωρίζουμε πολύ καλά, ότι πρώτοι εμείς θα υποστούμε τις συνέπειές του, για μας ετοιμάζουν τα σημαιοστολισμένα φέρετρα, εκείνα που φαντασιώνονται διάφοροι αξιωματούχοι.
Κάποιος, βέβαια, μπορεί να θέσει τα εξής ερωτήματα: «Γι’ αυτό δεν πληρώνεστε;» «Γι’ αυτό δεν ορκιστήκατε;» «Αυτό δεν είναι το πατριωτικό σας καθήκον;». Η απάντηση και στα τρία ερωτήματα είναι σαφώς καταφατική! Δικαιούμαστε, όμως, κι εμείς απάντησης σε ένα τουλάχιστον ερώτημα: «Για ποιον πολεμάμε;». Είμαστε σίγουροι ότι η απάντηση είναι «Για την πατρίδα και τον λαό;».
Επειδή, όμως, απάντηση δεν παίρνουμε και τα συμφραζόμενα δεν μας πείθουν, πολύ καλά γνωρίζουμε ότι η ενδεχόμενη μελλοντική πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, διαφαίνεται ότι θα οφείλεται στους ανταγωνισμούς των αστικών τάξεων των δύο χωρών και των μεγάλων ομίλων που ορέγονται κέρδη στις πλάτες των λαών. Να μας επιτρέψετε, λοιπόν, να βάλουμε κάτω τα πράγματα και να το συζητήσουμε για το καλό όλων, πριν τραβήξουμε τις σκανδάλες και εξαπολύσουμε τους πυραύλους.
Για να μην υπάρξουν παρερμηνείες: Οι τουρκικές διεκδικήσεις και η αμφισβήτηση συνόρων και κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι υπαρκτές. Δεν μπορούν να αγνοούνται! Η υπεράσπιση της χώρας και των συνόρων της αποτελεί υποχρέωση των Ενόπλων Δυνάμεων, άρα και δική μας. Άλλο, όμως, η υπεράσπιση της χώρας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της και άλλο η συμμετοχή σε σχεδιασμούς που υπηρετούν ανταγωνισμούς και συμφέροντα πέρα από την άμυνά της, που καμία σχέση δεν έχουν με τα συμφέροντα και την ευημερία των δύο λαών.
Ο Έλληνας στρατιωτικός οφείλει να γνωρίζει την αποστολή του, να εκπαιδεύεται για να την εκτελεί και να είναι έτοιμος να υπερασπιστεί τη χώρα. Δικαιούται, όμως, και πρέπει να γνωρίζει και να συζητά τον σκοπό των αποστολών στις οποίες συμμετέχει, τις αποφάσεις που τις καθορίζουν και τις συνέπειες των ευρύτερων σχεδιασμών στους οποίους εντάσσεται η χώρα. Το να ζητά να κατανοήσει τις πολιτικές και οικονομικές αιτίες ενός πολέμου δε σημαίνει ότι αναιρείται το καθήκον του. Αντιθέτως, τον βοηθά να διακρίνει την άμυνα της πατρίδας από την εξυπηρέτηση ξένων προς τον λαό συμφερόντων. Πρέπει να γνωρίζει, για παράδειγμα, πώς είναι δυνατόν να ασκείται πλάι στον Τούρκο συνάδελφό του, ως σύμμαχοι στρατοί υπό τη σημαία του ΝΑΤΟ, και την ίδια ώρα να αντιπαρατίθεται μαζί του στο ποτάμι του Έβρου.
Κάπου εδώ, βρίσκεται και η ανάγκη να αναζητούμε τις πραγματικές αιτίες μιας σύγκρουσης. Οι ανταγωνισμοί των επιχειρηματικών ομίλων και των κυρίαρχων οικονομικών συμφερόντων Ελλάδας και Τουρκίας δεν ταυτίζονται κατ’ ανάγκη με τις ανάγκες των δύο λαών. Οι λαοί δεν έχουν να κερδίσουν από έναν πόλεμο που θα τους στερήσει ανθρώπους, εισόδημα, ασφάλεια και το μέλλον τους, πόσο δε μάλλον όταν οι αιτίες του αφορούν σε ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Όταν οξύνονται οι ανταγωνισμοί, συχνά οι επιδιώξεις αυτές παρουσιάζονται ως αυτονόητη υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος. Επικαλούνται τον πατριωτισμό και την εθνική συνείδηση, ζητώντας από όλους να στοιχηθούν πίσω από τις κυβερνητικές επιλογές χωρίς να εξετάζουν τις αιτίες και τους στόχους τους. Επιβάλλουν σιωπητήριο. Ο πατριωτισμός, όμως, δεν απαιτεί σιωπή. Δεν σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική αποστολή, κάθε εξοπλιστική επιλογή και κάθε διεθνής δέσμευση πρέπει να θεωρείται αυτονόητα ότι γίνεται προς όφελος του λαού. Όπως και δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι όποιος θέτει αυτά τα ερωτήματα, αμφισβητεί την ανάγκη υπεράσπισης της χώρας.
Το βλέπουμε στην Ερυθρά Θάλασσα και στη Σαουδική Αραβία. Όσο και να επικαλείται η κυβέρνηση τον πατριωτισμό, το εθνικό καθήκον και τη δήθεν ασφάλεια της ναυσιπλοΐας σε όφελος του ελληνικού λαού, δεν πείθει. Η ακρίβεια, οι χαμηλοί μισθοί και η ενεργειακή κρίση καταμαρτυρούν το αντίθετο. Οι αντιαεροπορικοί πύραυλοι που εκτοξεύτηκαν από την ελληνική πυροβολαρχία Patriot εναντίον ιπτάμενων στόχων που με τη σειρά τους στόχευαν εγκαταστάσεις της Aramco στη Σαουδική Αραβία, δεν κατάφεραν να ρίξουν τις τιμές των καυσίμων στη χώρα μας. Κι όχι μόνο δεν έπεσαν οι τιμές, αντιθέτως, απογειώθηκαν σε πρωτοφανή επίπεδα!
Κλείνοντας, οφείλω να σημειώσω ότι δεν μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τον τουρκικό λαό ως εχθρό μας. Οι εργαζόμενοι, οι στρατιωτικοί και οι οικογένειες στις δύο πλευρές του Αιγαίου έχουν τις δικές τους ανάγκες, τις δικές τους αγωνίες και το δικαίωμα να ζουν ειρηνικά. Φυσικά, δεν εξισώνουμε τις ευθύνες ούτε αποδεχόμαστε τις τουρκικές διεκδικήσεις. Υπερασπιζόμαστε τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και απαιτούμε ειρηνική επίλυση των διαφορών, χωρίς απειλές και χωρίς πολεμική εμπλοκή.
Δεν φοβόμαστε να υπερασπιστούμε την πατρίδα μας. Αρνούμαστε, όμως, να θεωρούμε αυτονόητο ότι εμείς οι ίδιοι και τα παιδιά μας πρέπει να πολεμήσουν για συμφέροντα που δεν είναι δικά μας. Αυτή είναι η αγωνία των στρατιωτικών, των αποστράτων και των οικογενειών μας. Και αυτή είναι η ευθύνη μας: να υπερασπιζόμαστε τη χώρα, να αναζητούμε την αλήθεια πίσω από τα διάφορα “κλισέ” και να αγωνιζόμαστε, ώστε οι λαοί της Ελλάδας και της Τουρκίας να μη γίνουν αντίπαλοι σε έναν πόλεμο για συμφέροντα ξένα προς αυτούς που όμως θα πληρώσουν με το αίμα τους.
Σας ευχαριστώ”.



