Η Πρωτομαγιά του 1924

Κλούβα της δεκαετίας του 1920', που χρησιμοποιούνταν ενάντια στις εργατικές κινητοποιήσεις.
Κλούβα της δεκαετίας του 1920′, που χρησιμοποιούνταν ενάντια στις εργατικές κινητοποιήσεις.

Το 1924 ήταν χρονιά έντονων αντιπαραθέσεων στους αστικούς κύκλους της χώρας. Στις 25 Μάρτη η κυβέρνηση Παπαναστασίου προχώρησε με ψήφισμα της Βουλής κήρυξε έκπτωτη τη δυναστεία των Γλύξμπουργκ και αφαίρεσε την ελληνική ιθαγένεια από τα μέλη της βασιλικής οικογένειας, ενώ τον Απρίλη του ίδιου χρόνου έγινε δημοψήφισμα, το οποίο και επικύρωσε την παραπάνω απόφαση. Ξεκίνησε έτσι η περίοδος της αβασίλευτης δημοκρατίας. Παρά όμως αυτές τις αντιθέσεις τους, η στάση των αστικών δυνάμεων απέναντι στην εργατική τάξη και το ΣΕΚΕ (Κ) παρέμενε ενιαία. Τα κατασταλτικά μέτρα συνέχισαν να είναι ιδιαίτερα σκληρά και από την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Η καταστολή που ακολούθησε διέλυσε απότομα τις ψευδαισθήσεις που είχαν αναπτυχθεί στους κόλπους της εργατικής τάξης αναφορικά με τη «δημοκρατική κυβέρνηση»…

Την Πρωτομαγιά του 1924 τα εργατικά σωματεία ετοίμαζαν τη συγκέντρωση στην πλατεία του Δημαρχείου της Αθήνας. Η κυβέρνηση Παπαναστασίου απαγόρευσε τη συγκέντρωση. Ο στρατός κατέλαβε το εργατικό κέντρο και στην πλατεία έφιππα τμήματα του στρατού λόγχιζαν, πυροβολούσαν και ποδοπατούσαν τους διαδηλωτές. Αποτέλεσμα αυτής της άγριας καταστολής ήταν να πέσει νεκρός ο νεαρός εργάτης Σωτήρης Παρασκευαΐδης, μέλος της ΟΚΝΕ (Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαίων Ελλάδας).

    Η σωρός του Σ. Παρασκευαΐδη στο νεκροτομείο Αθηνών. Αρχείο ΕΡΤ.

Οι κρατικές αρχές προσπάθησαν να παρουσιάσουν τη δολοφονία ως τυχαίο γεγονός και να αποκρύψουν το νεκρό. Ο πατέρας του σε επιστολή του στο Ριζοσπάστη, στις 7 Μάη 1924 έγραφε:

«1) Ο Σωτήρης μου ήταν γραμμένος στην Ένωση Παλαιών Πολεμιστών και στην Κομμουνιστική Νεολαία Αθηνών.

2) Δεν πέθανε περαστικός τάχα και κατά τύχη, όπως θέλησαν να πούνε, αλλά υπέστη επίθεση και έφερε τραύματα ως αναφέρει η ιατροδικαστική έκθεση αγωνιζόμενος στην πρώτη γραμμή.

3) Δεν φταίω καθόλου εγώ αν ο Σωτήρης μου, ο δολοφονημένος, θάφτηκε «εν κρυπτώ και παραβύστω» όπως γράφετε, άκλαυτος και αφίλητος από τη μεγάλη εργατική οικογένεια της οποίας ήτο μέλος.

4) Εγώ μέσα στην παραζάλη μου και μέσα στον πόνο του ξαφνικού θανάτου του γυιού μου δεν ήξερα καλά καλά τι ήθελαν οι κύριοι (ο μάστορής του, κάποιος ζαχαροπλάστης και ακόμα άλλοι δύο) που καταχρώμενοι της ψυχολογικής μου καταστάσεως επήραν το νεκρό του γυιού μου ενώ είχε έρθει και ο αστυνόμος με 10 χωροφύλακας.

5) Εγώ είχα και δύο άλλα παιδιά ακόμη σκοτωμένα στον πόλεμο, τον Γιάννη που σκοτώθηκε στη Θράκη και τον Μανώλη που βρήκε ένα φρικτό πνιγμό μέσα στο πολεμικό καράβι έξω απ’ την Καλαμάτα και

6) Ευχαριστώ τη Γενική Συνομοσπονδία, την Κομμουνιστική Νεολαία και όλη την Εργατική Τάξη για την τόση αγάπη και εκτίμηση που δείξανε στο παιδί μου. Είθε η ακούσια εκ μέρους μου πράξις την οποία καταγγέλλω να μη βαρύνει στην αιώνια τιμημένη μνήμη ενός μάρτυρος της εργατικής Ιδέας, του αδικοσκοτωμένου Σωτήρη μου.»

Δείτε ακόμα...