Ηλεκτρική Διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου: Το έργο, οι γεωπολιτικές διαστάσεις και οι Ένοπλες Δυνάμεις

Η Great Sea Interconnector S.A. είναι μια εταιρεία ειδικού σκοπού, με μοναδικό επιχειρηματικό αντικείμενο, την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου. Ο αρχικός σχεδιασμός, με την ονομασία EuroAsia Interconnector, περιελάμβανε την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ.

Στο πλαίσιο των «Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο σχεδιασμός αυτός (αναγκαιότητα), περιλαμβάνει δυο διακριτά έργα: τη διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου (PCI 2.6.2) και τη διασύνδεση Κύπρου – Ισραήλ (PCI 2.6.1).

Η διασύνδεση Κύπρου – Ισραήλ αναπτύσσεται ξεχωριστά από τον ΑΔΜΗΕ.

Μια σχετική απεικόνιση της διαδρομής του ποντισμένου καλωδίου, είναι η ακόλουθη:

Μετοχική Σύνθεση Έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου

Για το έργο αυτό και σύμφωνα με την ιστοσελίδα του ίδιου του φορέα, η μετοχική σύνθεση,  είναι η ακόλουθη:

Meridiam 66% (Γαλλικό επενδυτικό fund): Συμμετέχει ως στρατηγικός επενδυτής/μέτοχος στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας υλοποίησης (GSI). 

ΑΔΜΗΕ 34% (Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας): Είναι ο κύριος διαχειριστής και ο φορέας υλοποίησης του έργου. Ανέλαβε το έργο (εξαγοράζοντας τα δικαιώματα από τον προηγούμενο φορέα EuroAsia Interconnector) μέσω της εταιρείας ειδικού σκοπού «Great Sea Interconnector S.A.»

Κυπριακή Δημοκρατία: Το κυπριακό κράτος έχει συμφωνήσει να συμμετάσχει στο έργο (τόσο με απευθείας συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο όσο και με εγγυήσεις/χρηματοδοτήσεις), ενώ στο έργο ενδέχεται να εισέλθουν και άλλοι διεθνείς επενδυτές (όπως funds από το Ισραήλ ή τα ΗΑΕ).

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει λάβει ήδη πολιτική απόφαση για συμμετοχή με ποσοστό έως και 30% στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ειδικού σκοπού. Για τον σκοπό αυτό, έχει εγκριθεί και δεσμευτεί ποσό ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ μέσω του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Εταιρείες Κατασκευής και Πόντισης Καλωδίου

Nexans (Γαλλία): Είναι ο κύριος ανάδοχος στον οποίο έχει ανατεθεί η κατασκευή και η πόντιση του υποθαλάσσιου καλωδίου υψηλής τάσης (HVDC). Η Nexans πραγματοποιεί τις βυθομετρικές έρευνες και την πόντιση με εξειδικευμένα πλοία.

Siemens Energy (Γερμανία): Έχει επιλεγεί ως προτιμητέος κατασκευαστής για τους Σταθμούς Μετατροπής (Converter Stations) στην Κρήτη και την Κύπρο, οι οποίοι μετατρέπουν το εναλλασσόμενο ρεύμα σε συνεχές και αντίστροφα.

Τεχνικά Χαρακτηριστικά Έργου

Τα κύρια τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου Great Sea Interconnector (GSI) είναι τα ακόλουθα:

Χωρητικότητα διασύνδεσης(Ισχύς Μεταφοράς): Ονομαστική ικανότητα μεταφοράς 1.000 MW, σχεδιασμένη ώστε να επιτρέπει την αμφίδρομη ροή ενέργειας μεταξύ των συστημάτων.

Τάση Καλωδίου και Τεχνολογία: Σύστημα συνεχούς ρεύματος υψηλής τάσης (HVDC) διπολικής τεχνολογίας

Βάθος Πόντισης: Το καλώδιο θα ποντιστεί σε μεγάλα βάθη στη Μεσόγειο Θάλασσα, τα οποία φτάνουν έως και τα 3.000 μέτρα  κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, καθιστώντας το ένα από τα πιο δύσκολα τεχνικά έργα, παγκόσμια.

Μήκος Διαδρομής: Η υποθαλάσσια διαδρομή μεταξύ Κρήτης (Κορακά κ.λπ.) και Κύπρου (Κοφίνου) είναι συνολικού μήκους περίπου 900 χιλιομέτρων.

Οικονομικά στοιχεία του Έργου

Τα βασικά οικονομικά μεγέθη και τα στοιχεία χρηματοδότησης του έργου τηςδιασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, διαμορφώνονται ως εξής:

Συνολικός Προϋπολογισμός: Το κόστος κατασκευής και υλοποίησης για το βασικό τμήμα της διασύνδεσης (Κρήτη – Κύπρος) εκτιμάται περίπου στα 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ευρωπαϊκή Επιδοτούμενη Χρηματοδότηση: Το έργο έχει ενταχθεί στα Έργα Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος (PCI) και χρηματοδοτείται με 657 εκατομμύρια ευρώ (περίπου 650-657 εκ.) σε μορφή επιχορήγησης από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Connecting Europe Facility (CEF).

Το υπόλοιπο ποσό του προϋπολογισμού: Καλύπτεται από τα κεφάλαια των μετόχων / φορέων υλοποίησης (όπως ο ΑΔΜΗΕ και η Meridiam) και από ρυθμιζόμενες χρεώσεις/πόρους, σύμφωνα με το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τα διασυνοριακά έργα ηλεκτρικής ενέργειας.

Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Έργου

  α. Σύμφωνα με την κυβέρνηση και τις αστικές αναλύσεις

Σύμφωνα με την κυβέρνηση, το έργο του Great Sea Interconnector (GSI), αποτελεί ένα κορυφαίο γεωπολιτικό και στρατηγικό διακύβευμα στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι βασικές γεωπολιτικές διαστάσεις που αναδεικνύονται μέσα από αυτό περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

Στα «βήματα» υλοποίησης του έργου,  εμπόδιο μπαίνει  η τουρκική αμφισβήτηση, αλλά και το «Τουρκολιβυκό Μνημόνιο»: Η κυβέρνηση προβάλλει τη θέση (τη στηρίζουν και τα υπόλοιπα αστικά Κόμματα), ότι η Άγκυρα, εκφράζει «μαξιμαλιστικές» θέσεις, υποστηρίζοντας ότι μέρος της διαδρομής του καλωδίου, διέρχεται από θαλάσσιες ζώνες που η ίδια διεκδικεί ή επηρεάζονται από το παράνομο και ανυπόστατο, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο και την ΕΕ, τουρκολιβυκό μνημόνιο. Παράλληλα, επιχειρεί να επιβάλει την απαίτηση να ζητείται (έμμεσα) η άδειά της, για έρευνες ή εργασίες σε διεθνή ύδατα.

Κατηγορεί επίσης η κυβέρνηση την Τουρκία ότι προσπαθεί τις όποιες διαφωνίες της, να τις να μετατρέψει σε «ελληνο – τουρκική διαφορά», δηλαδή ότι η Τουρκία επιδιώκει να μετατοπίσει τη φύση του έργου από μια «ευρωενωσιακή υποδομή κοινού ενδιαφέροντος» σε μια «διμερή εκκρεμότητα», χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της άσκησης πιέσεων και παρεμποδίζοντας κατά διαστήματα, τις βυθομετρικές έρευνες.

Η κυβέρνηση επιπλέον, δείχνει να «εργαλειοποιεί»το έργο αυτό, ζητώντας μεγαλύτερη ευρωενωσιακή υποστήριξη (ενδεχόμενα και πρόσκληση για στρατιωτική συνδρομή), αναφέροντας συχνά ότι αυτό που υφίσταται η Ελλάδα, «δοκιμάζει» την ικανότητα τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και των άμεσα εμπλεκόμενων κρατών (Ελλάδας – Κύπρου), να περιφρουρήσουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα και τις ζώνες δικαιοδοσίας τους (όπως είναι η οριοθέτηση ΑΟΖ) βάσει του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.  Αυτό  αποτελεί και ένα απ’ τα βασικά επιχείρηματα, του ελληνικού εξοπλιστικού «οργασμού» που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Επίσης, βασικό κυβερνητικό επιχείρημα στήριξης του έργου αποτελεί, η προβολή της θέσης ότι η ηλεκτρική διασύνδεση, τερματίζει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, συνδέοντάς το νησί, απευθείας με το ευρωπαϊκό δίκτυο. Αυτό ουσιαστικά χρησιμοποιείται, για να ενισχύσει τον ρόλο της Ανατολικής Μεσογείου, ως εναλλακτικό διάδρομο «καθαρής» ενέργειας, γεγονός που προκαλεί αντιδράσεις σε άλλους περιφερειακούς ανταγωνιστές, που θέλουν να ελέγχουν τους ενεργειακούς δρόμους.

Τέλος, η κυβέρνηση δηλώνει ότι λόγω της ευαισθησίας της περιοχής, η τήρηση ιδιαίτερων κανόνων ασφαλείας τόσο κατά τη διάρκεια της πόντισης όσο και της μετέπειτα λειτουργίας του καλωδίου, απαιτεί προσεκτικό επιχειρησιακό σχεδιασμό, που θα στοχεύει στην αποτροπή πιθανών υβριδικών ή ναυτικών απειλών (άλλη μία αιτία για την εξοπλιστική κούρσα).

Από το σύνολο των παραπάνω κυβερνητικών επιχειρημάτων, προκύπτει ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική, οι εξοπλισμοί και στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, «σέρνεται» πίσω από τις επιλογές επενδύσεων των μονοπωλίων της ενέργειας, που στηρίζονται από το ΝΑΤΟ, την ΕΕ,αλλά και τις ΗΠΑ. 

 β. Σύμφωνα με τις θέσεις μας

Το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ, εντάσσεται στο πλαίσιο των συνολικότερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνιστικών σχεδιασμών, της  εμπορευματοποίησης, αλλά και του ελέγχου διακίνησης της ενέργειας στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτή η διασύνδεση, δεν σχεδιάστηκε για να καλύψει υφιστάμενες λαϊκές ανάγκες σε φθηνή ενέργεια, αλλά για να διασφαλίσει την κερδοφορία των πολυεθνικών μονοπωλίων της ενέργειας και των επενδυτικών funds (π.χ. Meridiam που συμμετέχει στη μετοχική σύνθεση του έργου, και στις εταιρείες Nexans και Siemens, που συμμετέχουν στη φάση της υλοποίησή του).

Όσο για το κόστος του έργου και τα δισεκατομμύρια ευρώ που αυτό  προϋπολογίζεται (συμπεριλαμβανόμενης και της ευρωενωσιακής χρηματοδότησης, που προέρχεται από τη φορολογία των λαών της ΕΕ), αλλά και τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, θα μετακυλίονται τελικά στα τιμολόγια ρεύματος, οξύνοντας την ενεργειακή φτώχεια για τα λαϊκά νοικοκυριά σε Ελλάδα και Κύπρο.

Στη γεωπολιτική διάσταση που «κουβαλά» αυτό το έργο, αλλά και ως τμήμα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, το έργο αυτό αποτελεί βασικό πυλώνα των «δράσεων» του άξονα ΗΠΑ – ΕΕ – ΝΑΤΟ στην περιοχή, με στόχο την παράκαμψη άλλων ανταγωνιστών (όπως η Ρωσία), διασυνδέοντας το ευρωπαϊκό δίκτυο με το Ισραήλ.

Η διασύνδεση αυτή, πέραν όλων των άλλων, ξεπλένει και ενισχύει την διεθνή εικόνα του κράτους του Ισραήλ, απέναντι στα εγκλήματα που καθημερινά διαπράττει, απέναντι στο λαό της Παλαιστίνης, αλλά  και τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής της Μέσης Ανατολής.

Τέλος,  η υλοποίηση αυτού του έργου, μέσα στο περιβάλλον των αμφισβητήσεων (όπως το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο), είναι σίγουρο ότι δεν φέρνει καμιά σταθερότητα στις εξελίξεις της περιοχής, αλλά τροφοδοτεί και στο κομμάτι της ενέργειας, τον ανταγωνισμό των  αστικών τάξεων Ελλάδας – Τουρκίας, με ενδεχόμενες επικίνδυνες συνέπειες.

Όσο για τις μεθοδευμένα καλλιεργούμενες αυταπάτες της κυβέρνησης  ότι οι «ευρωπαϊκές εγγυήσεις» ή τα μεγάλα ενεργειακά πολυεθνικά συμφέροντα, θα διασφαλίσουν την ειρήνη, ειδικά μετά τις τελευταίες εξελίξεις, γκρεμίζονται σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, μετατρέποντας τις έρευνες και τις βυθομετρήσεις σε πεδίο ναυτικών αντιπαραθέσεων, ανταλλαγής navtex, και ανούσιων παζαριών.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας και ρόλος τους στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα

Μετά τον από «Βοράν κίνδυνο», που τις τελευταίες δεκαετίες είχε μετατραπεί σε αντίστοιχο κίνδυνο «από Ανατολάς», γίνεται φανερό ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αναπροσαρμόζονται με βάση τα νέα «στρατηγικά» δεδομένα, κάτι που απεικονίζεται και στο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού τους, το επονομαζόμενο «Ατζέντα 2030».

Αυτή η ιστορική εξέλιξη, του «Αμυντικού Δόγματος» της Ελλάδας, αντικατοπτρίζει και τη μετατόπιση των περιφερειακών και διεθνών ανταγωνισμών, αλλά και την τήρηση των αναγκαίων αντίστοιχων εφήμερων ισορροπιών.

Από τον «από Βορρά κίνδυνο», με εστίαση στην ΑμερικανοΝΑΤΟϊκή επιθετικότητα προς τη Σοβιετική Ένωση και τις σοσιαλιστικές χώρες, η  Ελλάδα μετατοπίστηκε τη δεκαετία του 70, στον «από Ανατολάς κίνδυνο», με το «αμυντικό» βάρος, να πέφτει στο Αιγαίο και τη Θράκη.

Σήμερα, με τη διαμόρφωση του άξονα ΗΠΑ – ΕΕ – ΝΑΤΟ, την είσοδο του Ισραήλ και της Αιγύπτου στις περιφερειακές συνέργειες, την ανακάλυψη και εκμετάλλευση υποθαλάσσιων κοιτασμάτων κυρίως φυσικού αερίου  στην Ανατολική Μεσόγειο (Λίβανος, Ισραήλ, Αίγυπτος, Κύπρος) και την υλοποίηση μεγάλων υποδομών επεξεργασίας και αλλαγής μορφής (από αέρια σε υγρή μορφή ή μετατροπή σε ηλεκτρική ενέργεια) και την μεταφοράς της στους τελικούς χρήστες, κάτι που θα κάνει και η «ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου», το στρατηγικό ενδιαφέρον, διευρύνεται έντονα προς την Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτός ο στρατηγικός επαναπροσανατολισμός, εδραζόμενος στα σχέδια του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και των ΗΠΑ, έχει βαθιές επιπτώσεις στη δομή, στην αποστολή, στον εξοπλισμό, στην εκπαίδευση, αλλά και στην ανάγκη καλλιέργειας «νέας» νοοτροπίας, στον σύγχρονο «πολεμιστή» των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Όλα αυτά αποτελούν στοιχεία, που απαιτούνται για μια ταχύτατη προσαρμογή και εξ ίσου ραγδαία μετάβαση, από στρατιωτικές αποστολές «Τοπικής Άμυνας», στην στρατιωτική «Προβολή Ισχύος» και στην ένοπλη «Υπεράκτια Προστασία Υποδομών».

Οι Ένοπλες Δυνάμεις πλέον, δεν καλούνται να υπερασπιστούν μόνο την εδαφική ακεραιότητα (νησιά, Θράκη, κλπ), όπως έκαναν μέχρι σήμερα, αλλά ήδη καλούνται να παρέχουν αμυντική ομπρέλα σε υποθαλάσσιες και θαλάσσιες υποδομές «ζωτικής» σημασίας (καλώδια διασύνδεσης, αγωγούς αερίου, πλατφόρμες, ερευνητικά σκάφη) σε διεθνή ύδατα και ΑΟΖ.

Η περιοχή από την Κρήτη μέχρι την Κύπρο, αλλά και ευρύτερα, στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, απαιτεί την ικανότητα διεξαγωγής επιχειρήσεων σε μεγάλες αποστάσεις, τουλάχιστον για τις δυνατότητες της χώρας και με βάση ότι ίσχυε μέχρι σήμερα,  από τις ηπειρωτικές ακτές.

Η ανάγκη για συνεχή ελληνική ναυτική παρουσία στη θαλάσσια περιοχή της  Ανατολικής Μεσογείου, επιβάλλει τη χρήση σκαφών αυξημένης εμβέλειας και ύπαρξη «αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής» και όχι σημείου (ικανότητα που έχουν οι φρεγάτες Belharra / FDI (είναι γνωστό ότι «ασφαλίζουν» ένα τετράγωνο, με μήκος πλευράς  που ξεπερνά τα 300 km). Επίσης, το Πολεμικό Ναυτικό σταδιακά, πρέπει να «φύγει» από την «παλιομοδίτικη» υπεράσπιση χωρικών υδάτων και θαλάσσιων συνόρων και επανεκπαιδεύοντας το προσωπικό του, στη χρήση των νέων οπλικών συστημάτων, να συμμετάσχει σε νέες αποστολές, όπως για παράδειγμα στην επίβλεψη της «όδευσης» του ηλεκτρικού καλωδίου (π.χ. περιοχή Κάσου – Καρπάθου – Κύπρου), απέναντι σε τουρκικές αμφισβητήσεις (όπως το τουρκολιβυκό μνημόνιο).

Κάτι αντίστοιχο απαιτείται και για την Πολεμική Αεροπορία. Με την αναπροσαρμογή των στρατηγικών αποστολών των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, ως απόρροια της εμπλοκής της χώρας στις επιχειρησιακές δομές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, απαιτείται πλέον, η απόκτηση ικανότητας αεροπορικής κάλυψης μεγάλων εδαφικών θαλάσσιων και εναέριων περιοχών, («τερματίζοντας» τις τεχνικές δυνατότητες σε πτητική αυτάρκεια,  αεροσκάφη όπως τα F-16, τα Rafale και τα F-35) και τη δημιουργία συνθηκών αεροπορικής υπεροχής στην περιοχή μεταξύ Κρήτης, Κύπρου. Έτσι ερμηνεύεται και η «σπουδή», για την πολύ πρόσφατη υπογραφή της συμφωνίας προμήθειας των νέων μεταφορικών αεροσκαφών Embraer KC-390 (3+3), με δυνατότητα πραγματοποιήσιμης εναέριου εφοδιασμού σε καύσιμα «εν πτήσει», άλλων μαχητικών αεροσκαφών, για την επίτευξη πολλαπλασιασμού της πτητικής τους εμβέλειας. 

Ένα νέο επίσης στοιχείο που ενδεχομένως θα «μετρήσει» στην αναπροσαρμογή των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και του «εναρμονισμού» τους με τα νέα δεδομένα, είναι και η πιθανή επανεργοποίηση του δόγματος του «Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας – Κύπρου». (Ήδη στην παρέλαση της 28ης Οκτώβρη στη Θεσσαλονίκη, για πρώτη φορά συμμετείχε στρατιωτικό τμήμα των Ενόπλων Δυνάμεων άλλης χώρας, της Κύπρου). 

Η αλλαγή της στρατηγικής σχέσης μεταξύ των δυο κρατών που ίσχυε μέχρι σήμερα, φαίνεται να αλλάζει, κάτι που έγινε εμφανές, με την αποστολή δύο φρεγατών και τεσσάρων αεροσκαφών F-16 στην Κύπρο, την περίοδο της κορύφωσης της επίθεσης των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Η ηλεκτρική και ενεργειακή διασύνδεση, Ελλάδας και Κύπρου, δείχνει ότι σε επιχειρησιακό και γεωστρατηγικό επίπεδο, ότι η «ασφάλεια» της Κύπρου και των γύρω θαλάσσιων ζωνών, συνδέεται άμεσα, με την ασφάλεια της κερδοφορίας των διεθνών ενεργειακών μονοπωλίων.

Τέλος, οι «επικαιροποιημένος» ρόλος των Ενόπλων Δυνάμεων, πέραν των συμβατικών στρατιωτικών απειλών (π.χ. ναυτικός αποκλεισμός από την Τουρκία), ενδεχόμενα να επεκταθεί και στην αποτροπή υβριδικών απειλών όπως: δολιοφθορά σε υποθαλάσσια καλώδια και αγωγούς, παρεμβολές σε συστήματα ναυσιπλοΐας και τηλεπικοινωνιών, χρήση μη επανδρωμένων σκαφών (USVs / UAVs) για παρεμπόδιση εργασιών πόντισης κ.α.

Γίνεται πλέον εμφανές ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, εντάσσονται ολοένα και πιο έντονα, σε ένα διευρυμένο γεωγραφικά, έξω από τα υφιστάμενα σύνορα και ζώνες κυριαρχικών δικαιωμάτων πλέγμα ασφαλείας, ΝΑΤΟϊκής και ευρωενωσιακής αρχιτεκτονικής. Αυτό σημαίνει αυξημένες συνεκπαιδεύσεις (προετοιμασία για κοινές στρατιωτικές επεμβάσεις) και κοινές περιπολίες, με δυνάμεις των ΗΠΑ, της Γαλλίας, της Κύπρου, του Ισραήλ και της Αιγύπτου,  στην Ανατολική Μεσόγειο, κάτι που αντικειμενικά ελλοχεύει τεράστιους κινδύνους, για άμεση εμπλοκή της χώρας, σε στρατιωτικές, περιορισμένης ή και ευρύτερης εμβέλειας, πολεμικές αναμετρήσεις. 

Όλα τα παραπάνω επιβεβαιώνουν την επικαιρότητα της θέσης του ΚΚΕ, για την αναγκαιότητα της πάλης του λαού για την ανατροπή ενός συστήματος που σαπίζει, κάτι που ελλοχεύει άμεσες και εξαιρετικά επικίνδυνες εξελίξεις για όλους τους λαούς της περιοχής και ευρύτερα.  

Νίκος Παπαναστάσης, Βουλευτής του ΚΚΕ, Αντισυνταγματάρχης ε.α.

Δείτε ακόμα...