Με επιστολή του στον ΟΗΕ, ο ηγέτης του ψευδοκράτους, Ε. Τατάρ διαμαρτύρεται για «στοχοποίηση» Τουρκοκυπρίων και ξένων επενδυτών, αλλά και για «διάβρωση της οικοδόμησης εμπιστοσύνης».
Την αποφασιστική παρέμβαση του γγ του ΟΗΕ «για να σταματήσει τις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την ελληνοκυπριακή διοίκηση (σ.σ. την Κυπριακή Δημοκρατία)» ζητά ο ηγέτης του ψευδοκράτους, Ερσίν Τατάρ, με επιστολή που έστειλε στον γγ, διαμαρτυρόμενος για «μια σειρά συλλήψεων που ξεκίνησε η ελληνοκυπριακή ηγεσία και στοχεύουν τόσο Τουρκοκύπριους όσο και ξένους υπηκόους που ασχολούνται με ακίνητα εγκαταλελειμμένα από Ελληνοκύπριους στον βορρά μετά τα γεγονότα του 1974» – ως «γεγονότα του 1974» αναφέρεται η στρατιωτική εισβολή με την οποία άρχισε η πολύχρονη κατοχή του 30% του νησιού…
Με φόντο παζάρια που εντείνονται μπροστά στη νέα άτυπη Διάσκεψη που θα γίνει τον Ιούλη, ο Τατάρ αντιδρά για συλλήψεις που – όπως υποστηρίζει – «έχουν στόχο την ποινικοποίηση των προσώπων που εμπλέκονται σε νόμιμες συναλλαγές ακινήτων υπό τη δικαιοδοσία της Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου», διαπιστώνοντας ότι «τρομοκρατούνται όχι μόνο οι Τουρκοκύπριοι, αλλά και άλλοι ξένοι υπήκοοι».
Επιμένει μάλιστα ότι «το κλίμα στο νησί θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τεταμένο και γεμάτο φόβο», και ότι «πολλοί Τουρκοκύπριοι αποφεύγουν να περάσουν στον νότο ή να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, φοβούμενοι το ενδεχόμενο σύλληψης και κράτησης». Φτάνει δε στο σημείο να ισχυριστεί πως «το τρέχον περιβάλλον» προσομοιάζει «με μια κατάσταση άτυπου πολέμου, ανακαλώντας τις τραυματικές μνήμες της περιόδου 1963 – 1974» και «αυτό που κάποτε φαινόταν μακρινό παρελθόν τώρα μοιάζει πολύ πιο κοντινό, και η προοπτική του μέλλοντος γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη», για να καταλήξει ότι «αυτός ο φόβος και η ανησυχία απειλούν να μας απομακρύνουν ακόμα περισσότερο και να διαβρώσουν την οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Ο λαός μου αισθάνεται ανήσυχος, υπό πίεση και όλο και περισσότερο απειλούμενος. Πολλοί ζητούν αντίποινα, επιλογή την οποία μέχρι τώρα έχω αποφύγει. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο σημαντικός χρόνος και η προσπάθεια που έχετε αφιερώσει στο Κυπριακό διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο να υπονομευτούν».
Θυμίζουμε ότι τόσο το περιουσιακό ζήτημα (οι όροι διαχείρισης ιδιοκτησιών στα Κατεχόμενα, αλλά και γενικά στο νησί) όσο και μια σειρά κοινά επενδυτικά σχέδια (με πρώτο αυτό για την από κοινού αξιοποίηση των υδρογονανθράκων του νησιού) αποτελούν βασικά πεδία στα παζάρια που γίνονται τα τελευταία χρόνια, ακόμα και μετά το «αδιέξοδο» στις συνομιλίες του 2017 στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας.
Είναι ενδεικτικές οι φιέστες που οργάνωναν Αγκυρα και ψευδοκράτος ειδικά τη διετία 2019 – 2020 για το άνοιγμα των Βαρωσίων, ανακοινώνοντας μάλιστα και σχέδια συγκρότησης «επιτροπής ακίνητης περιουσίας» στην οποία καλούνταν να συμμετέχουν και Ελληνοκύπριοι, με τον τότε νεοεκλεγέντα «πρόεδρο» Τατάρ να τους λέει ότι «μπορούν να έρθουν εδώ και να πάρουν πίσω την ιδιοκτησία τους».
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο εκπρόσωπος της κυπριακής κυβέρνησης, Κωνσταντίνος Λετυμπιώτης, έκανε χτες νέες δηλώσεις για την πρόσφατη επίσκεψη του ειδικού απεσταλμένου της ΕΕ Γιοχάνες Χαν στην Κύπρο, περιγράφοντας ξανά ως «εποικοδομητικές» τις επαφές του και επισημαίνοντας την ετοιμότητα της Λευκωσίας για όξυνση των παζαριών. «Εμείς επιδιώκουμε διαρκώς τον διάλογο. Εμείς επιδιώκουμε διαρκώς την παράθεση επιχειρημάτων. Εμείς επιδιώκουμε διαρκώς την παράθεση ανησυχιών και είναι μόνο μέσα από τον διάλογο, μόνο μέσα από την πραγματοποίηση αυτών των επαφών και των συναντήσεων που μπορεί να επιτευχθεί πρόοδος», επανέλαβε.
Ανέφερε ακόμα ότι το αμέσως επόμενο διάστημα η Μαρία Ολγκίν Κουεγιάρ, προσωπική απεσταλμένη του γγ του ΟΗΕ, θα έχει νέες επαφές σε Βρυξέλλες και Λονδίνο, καθώς επίσης σε Αγκυρα και Αθήνα.
Την ίδια ώρα, «ανησυχία» για «την εμφάνιση ασυνήθιστης αντισημιτικής ρητορικής στον δημόσιο λόγο στην Κύπρο τις τελευταίες μέρες» εξέφρασε ο Ισραηλινός πρέσβης στην Κύπρο Ορέν Ανόλικ, δηλώνοντας (με φόντο τις αυξανόμενες αντιδράσεις και του κυπριακού λαού για τις επιθέσεις του κράτους – δολοφόνου σε Γάζα, Ιράν κ.α.) ότι «ο αντισημιτισμός, σε όλες τις μορφές του, δεν έχει θέση στη δημόσια ζωή».


