Άλλη μία «εταιρική στρατηγική σχέση» στη Μέση Ανατολή που φλέγεται από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ανακοίνωσε τη Δευτέρα η ελληνική κυβέρνηση, αυτή τη φορά με την κυβέρνηση του Λιβάνου η οποία έχει τη στήριξη του ευρωατλαντικού στρατοπέδου.
Τις σχετικές ανακοινώσεις έκανε ο Κ. Μητσοτάκης κατά τη διάρκεια της σημερινής συνάντησής του στο Μέγαρο Μαξίμου με τον Λιβανέζο πρόεδρο Ζοζέφ Αούν, με τις δηλώσεις του Ελληνα πρωθυπουργού να επιβεβαιώνουν ότι η εν λόγω «εταιρική στρατηγική σχέση» αφορά τη διεκδίκηση ενός μεγαλύτερου μερτικού για την ελληνική αστική τάξη, στις «ενεργειακές γέφυρες», την «ανοικοδόμηση», τις υποδομές, το εμπόριο τη ναυτιλία κ.ά., μέσα από τη συμβολή της στην προώθηση των ματωμένων ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών των ευρωατλαντικών και των «συμμάχων» τους στον Λίβανο και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή.
Ετσι, χωρίς να πει κουβέντα για τα συνεχιζόμενα εγκλήματα στον Λίβανο από το Ισραήλ – από τον άλλο «στρατηγικό εταίρο» των ελληνικών κυβερνήσεων – για τις δολοφονικές επιθέσεις από τον ισραηλινό στρατό στον Λίβανο και την επέκταση της ισραηλινής κατοχής σε λιβανέζικα εδάφη, ο Κ. Μητσοτάκης έσπευσε να χαιρετήσει τα ιμπεριαλιστικά παζάρια μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και λιβανέζικης κυβέρνησης, τα οποία ρίχνουν κι άλλο λάδι στη φωτιά, βάζοντας στο επίκεντρο τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ και τον «περιορισμό της ιρανικής επιρροής στον Λίβανο».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κ. Μητσοτάκης συνεχάρη τον Ζ. Αούν για «την γενναία επιλογή του να επενδύσει στη διπλωματία και στον απευθείας διάλογο με το Ισραήλ υπό αμερικανική διαμεσολάβηση».
Διαφήμισε δε τον ρόλο που μπορεί να παίξει «η Ελλάδα ως ένας παραδοσιακός φίλος και του Λιβάνου, του αραβικού κόσμου αλλά και ταυτόχρονα ένας στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ», υπενθυμίζοντας ότι τον Δεκέμβρη του 2024 ο ίδιος ήταν ο πρώτος ξένος ηγέτης που επισκέφθηκε τη Βηρυτό μετά την υπογραφή άλλης μιας «εκεχειρίας» που επιβλήθηκε με το πιστόλι στον κρόταφο του παλαιστινιακού λαού.
Αντίστοιχα, παίζοντας και το «χαρτί» της ΕΕ, ο Μητσοτάκης διαβεβαίωσε ότι ο Λίβανος «θα παραμείνει ψηλά τόσο στην ελληνική, όσο και στην ευρωπαϊκή ατζέντα, πολύ περισσότερο καθώς και η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει δηλώσει έτοιμη να δρομολογήσει τις διαδικασίες για την διαμόρφωση μιας συνολικής εταιρικής σχέσης με τον Λίβανο». Πρόσθεσε δε ότι η Ελλάδα θα επιδιώξει οι σχετικές συζητήσεις να εκκινήσουν στη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ το β’ εξάμηνο του 2027.
Κι ενώ ο Κ. Μητσοτάκης δεν είπε ούτε λέξη για την ισραηλινή κατοχή και τις ισραηλινές επιθέσεις, φρόντισε να αναπαράγει όλες τις τοποθετήσεις που αφορούν ουσιαστικά στον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.
Επανέλαβε έτσι μεταξύ άλλων ότι πάγια θέση της Ελλάδας είναι πως για έναν «ισχυρό Λίβανο» απαιτείται μια κεντρική διοίκηση που θα διατηρεί αυτή και μόνο το αποκλειστικό δικαίωμα να ασκεί νόμιμη ένοπλη ισχύ στο σύνολο της επικρατείας της».
Το ίδιο περιεχόμενο -και όχι τη συνεχιζόμενη ισραηλινή κατοχή- είχαν εξάλλου και οι αναφορές του ότι η Ελλάδα υποστηρίζει την προσπάθεια «να ενισχυθούν οι θεσμοί και να αποκατασταθεί η κρατική εξουσία στο σύνολο της επικράτειας του Λιβάνου».
Στο πλαίσιο αυτό εξάλλου, με αφορμή και τη χθεσινή ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ για την παράδοση στο λιμάνι της Βηρυτού 13 Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μεταφοράς Προσωπικού (ΤΟΜΠ) και 10 οχημάτων γενικής χρήσης, σημείωσε πως η ελληνική κυβέρνηση αποδίδει «ξεχωριστή σημασία στις Ενοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου ως τον βασικό πυλώνα για την ασφάλειά του» και είναι διατεθειμένη να τους παρέχει περαιτέρω στήριξη με εξοπλισμούς, «έτσι ώστε αυτές και μόνο αυτές να μπορούν να ασκήσουν την κυριαρχία στο σύνολο της επικράτειάς σας».
«Παρούσα» η κυβέρνηση για το μερτικό της ελληνικής αστικής τάξης
Στο δια ταύτα της αναβάθμισης των σχέσεων Ελλάδας – Λιβάνου σε «εταιρική στρατηγική σχέση» και των οφελών που διεκδικεί η ελληνική αστική τάξη, ο Κ. Μητσοτάκης ανέφερε ότι στόχος είναι η νομοθέτηση ενός ανώτατου συμβουλίου συνεργασίας σε μια σειρά τομείς, όπως η εξωτερική πολιτική, η Αμυνα, η Ενέργεια, μέχρι και ο Πολιτισμός.
Αναφερόμενος σε όσα γλυκοκοιτάζουν τα ελληνικά μονοπώλια, τόνισε πως «η Ελλάδα δηλώνει παρούσα στην προσπάθεια ανοικοδόμησης του Λιβάνου».
Εκανε, ακόμα, λόγο για «σημαντικές προοπτικές για την προσέλκυση επενδύσεων, για την ενίσχυση του εμπορίου και την εμβάθυνση των συμπράξεων στη ναυτιλία», για πίστη «στις ενεργειακές γέφυρες και στις κοινές υποδομές».
Αναμάσησε δε τα προσχήματα περί μετατροπής της Ανατολικής Μεσογείου σε «ειρηνικό χώρο συνεργασίας και διασυνδεσιμότητας», όταν ακριβώς εξαιτίας του σφοδρού ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού για όλα τα παραπάνω ενισχύονται διαρκώς το αιματοκύλισμα των λαών της περιοχής και ο κίνδυνος γενίκευσης και επέκτασης του πολέμου.
Σε αντίστοιχο κλίμα κινήθηκαν και οι δηλώσεις του Λιβανέζου προέδρου, Ζοζέφ Αούν.
Μεταξύ άλλων, στάθηκε σε όλα όσα προσβλέπει ο Λίβανος από την αναβάθμιση της σχέσης με την Ελλάδα σε «εταιρική στρατηγική», όπως η συνεχής υποστήριξη της Ελλάδας προς τον Λίβανο «σε όλους τους διεθνείς φορείς», όπως στον ΟΗΕ, αλλά και στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και την ΕΕ.
Αντίστοιχα, πρόσθεσε ότι προσβλέπει «στην ανάπτυξη των διμερών μας σχέσεων σε όλους τους τομείς», από την οικονομία και το εμπόριο, μέχρι τον Πολιτισμό και τον Τουρισμό, στον οποίο μάλιστα στάθηκε ιδιαίτερα, επισημαίνοντας ότι προσβλέπει «σε μια τουριστική σχέση μεταξύ των δύο χωρών και σε ό,τι αφορά τον θρησκευτικό τουρισμό».



