Μαρίκα Νίνου: 64 χρόνια μετά, λάμπει…

Υπήρξε σπουδαία τραγουδίστρια του ρεμπέτικου. Γεννήθηκε πάνω σ’ ένα καράβι σαν η μοίρα να της όριζε πως η ζωή της έμελλε να είναι γεμάτη ταξίδια. Η ζωή της σύντομη, όμως, η μεγάλη φωνή της ακούγεται και θα ακούγεται.

Το πρώτο της ταξίδι ήταν στην κοιλιά της Αρμένισσας μάνας της το 1922 με το πλοίο «Ευαγγελίστρια» και γεννήθηκε στη θάλασσα. Όταν γεννήθηκε πίστεψαν όλοι πως θα πεθάνει. Πήρε την πρώτη παράταση ζωής. Ο καπετάνιος του πλοίου την βάφτισε και της έδωσε το όνομα Ευαγγελία, από το όνομα του βαποριού. Ευαγγελία Αταμιάν ήταν το επίσημο όνομά της, αρμένικης καταγωγής.

Με τους γονείς και τα τρία αδέρφια της εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά και από εκεί ξεκίνησε τα πρώτα βήματά της στη ζωή, αλλά και τον δρόμο προς τη μουσική. Η μικρή Ευαγγελία φοίτησε στο σχολείο του Αρμενικού Κυανού Σταυρού «Ζαβαριάν», όπου ένας δάσκαλος την προέτρεψε να ασχοληθεί με την μουσική, προτείνοντάς της να μάθει μαντολίνο. Αργότερα συνέχισε στην χορωδία του σχολείου, όπου φάνηκαν το ταλέντο της στην ερμηνεία και η ξεχωριστή φωνή της.

Στα δεκαεφτά της μόλις, παντρεύτηκε με προξενιό έναν άντρα αρμένικης καταγωγής επίσης, ο οποίος ασκούσε το επάγγελμα του κλειδαρά. Ένα χρόνο αργότερα φέρνει στην ζωή τον γιο της και το ονομάζουν Οβανέ. Ο γάμος αυτός, όμως, διήρκησε μόλις τέσσερα χρόνια. Το 1943 ο σύζυγός της εγκατέλειψε την ίδια και το παιδί τους και επέστρεψε στην Αρμενία.

Το 1944 η Ευαγγελία γνωρίζει τον ακροβάτη Νίκο Νίνο Νικολαΐδη ο οποίος είναι ταυτόχρονα θιασάρχης και γίνονται ζευγάρι στην ζωή μα και στην τέχνη. Έτσι, ο Νίνο και η Ευαγγελία γίνονται το «Ντούο Νίνο». Όταν αργότερα άρχισε να συμμετέχει στις παραστάσεις και ο γιος της Ευαγγελίας, το σχήμα μετονομάστηκε σε «Δυόμισι Νίνο». Τότε η Ευαγγελία Αταμιάν γίνεται αρχικά Ευαγγελία Νίνου. Αργότερα η πεθερά της την «βάφτισε» Μαρίκα και έτσι την αποκαλούσε, πιστεύοντας πως υπάρχει ομοιότητα με την Μαρίκα Κοτοπούλη.

Η Μαρίκα Νίνου εκτός από τις ακροβατικές επιδείξεις και τα διάφορα σκετς έχει ήδη ξεκινήσει να τραγουδά ορισμένα τραγούδια επί σκηνής, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις.

Η Μαρίκα Νίνου ήταν τυχερή όσον αφορά τις ευκαιρίες που της δόθηκαν να εξελιχθεί καλλιτεχνικά. Σε κάποια περιοδεία με τον σύζυγό της βρέθηκαν στον ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Εκεί ένας ναύαρχος που του άρεσαν τα τούρκικα τραγούδια της ζήτησε να τραγουδήσει και η ερμηνεία της ενθουσίασε τους πάντες.Συμπωματικά σε εκείνη τη γιορτή στον ναύσταθμο ήταν παρευρισκόμενος και ο Πέτρος Κυριακός, ρεμπέτης και θεατράνθρωπος, ο οποίος ενθουσιασμένος έσπευσε να συστήσει την Νίνου στον Μανώλη Χιώτη. Έτσι, η Μαρίκα Νίνου εμφανίζεται στο κοινό και δισκογραφικά πια, τον Ιούνιο του 1948, με τα τραγούδια του Μανώλη Χιώτη «Θα στο πω το μυστικό μου» και «Ώρες σε κρυφοκοιτάζω».

Ακούμε το «Θα στο πω το μυστικό μου»:

Η φιλοδοξία αρχίζει να κυλά στο αίμα της Νίνου και μετά από αυτή την συνεργασία της με τον Χιώτη γνωρίζει τον Στελλάκη Περπινιάδη και ξεκινά μαζί του εμφανίσεις στο κέντρο «Φλόριδα» τον Χειμώνα του 1948, όπου τραγουδά με μεγάλα ονόματα της εποχής. Ωστόσο, αυτή η συνεργασία δεν κρατά πολύ λόγω οικονομικών διαφορών μιας και οι 25 δραχμές μεροκάματο για την Νίνου ήταν λίγες.

Το 1949 συμμετέχει σε δίσκο του Γιάννη Παπαϊωάννου και επίσης σε δίσκο του Γιώργου Μητσάκη. Την ίδια χρονιά ξεκινά και η γνωριμία και συνεργασία της με τον μεγάλο Βασίλη Τσιτσάνη. Μια συνάντηση μοιραία και για τους δυο.Πώς έγινε αυτή η συνάντηση;

Ο Τσιτσάνης βάζει «φωτιά» στις αθηναϊκές νύχτες τραγουδώντας μαζί με την αξέχαστη Σωτηρία Μπέλλου στου «Τζίμη του Χονδρού» στην Αχαρνών. Από την άλλη, η Νίνου τραγουδούσε στο κέντρο «Φλόριδα» της λεωφόρου Αλεξάνδρας στο πλευρό του Στελλάκη Περιπινιάδη και του Μιχάλη Γενίτσαρη.

Ένα βράδυ ο Τσιτσάνης πηγαίνει στο κέντρο που τραγουδούσε η Νίνου για την ακούσει, διότι πολλά του είχαν μεταφέρει για εκείνο το «ανερχόμενο αστέρι του ρεμπέτικου». Λίγο καιρό αργότερα ένα τυχαίο και ολίγον τι βίαιο επεισόδιο θα φέρει τον ένα δίπλα στον άλλο.

Ένα βράδυ και ενώ το κέφι στου «Τζίμη του Χονδρού» βρίσκεται στο ζενίθ, μια παρέα θαμώνων που απαρτιζόταν από γνωστούς φιλοβασιλικούς έστησε έναν μεγάλο «τσαμπουκά» με την Μπέλλου.Η παρέα ζήτησε από την ορχήστρα να παίξει το τραγούδι «του αητού ο γιος». Η Μπέλλου τους αποκάλεσε «Χίτες» και αρνήθηκε να το ερμηνεύσει. Στο μαγαζί έγινε χαμός και δεδομένων των πολιτικών συνθηκών το κλίμα δεν την σήκωνε πλέον. Έπρεπε να φύγει από το μαγαζί και ο Τσιτσάνης δεν δυσκολεύτηκε να βρει την τραγουδίστρια που θα την αντικαταστήσει.

Η Νίνου πλέον τραγουδά στο πλευρό του Τσιτσάνη και κάνουν μαζί και την πρώτη τους ηχογράφηση το 1949 με το τραγούδι «Τραυματίας». Το ακούμε εδώ:

Στα χρόνια που ακολουθούν και παρά το γεγονός ότι και η Μαρίκα Νίνου και ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι παντρεμένοι, η εξωσυζυγική τους σχέση συνεχίζει και ο έρωτάς τους χαρακτηρίζεται θυελλώδης με έντονες στιγμές, καλές και άσχημες, ανάμεσα σε δυο έντονες προσωπικότητες. Ταυτόχρονα γράφονται και ερμηνεύονται μερικά από τα πιο όμορφα και σημαντικά τραγούδια του ρεμπέτικου που έχουν την ίδια ζωντάνια ως τις μέρες μας και δημιουργούν έντονα συναισθήματα, αναβιώνοντας τον έρωτα δύο σημαντικών ανθρώπων.

Οι απανωτές εντάσεις και οι τσακωμοί έφεραν τη ρήξη. Τον Οκτώβριο του 1951 σε μια περιοδεία τους στην Κωνσταντινούπολη ήρθε το τέλος. Επιστρέφοντας στην Αθήνα συνεχίζουν την συνεργασία τους στην «Ταβέρνα του Τζίμη του Χοντρού», αλλά η επικοινωνία τους πλέον είναι ψυχρή, καθαρά επαγγελματική.

Το 1954 η Μαρίκα Νίνου ασθενεί σοβαρά με καρκίνο στην μήτρα. Κάνει ένα χειρουργείο στην Αθήνα, ωστόσο αποφασίζει να μεταβεί στην Αμερική για καλύτερη θεραπεία. Ο Τσιτσάνης την βοηθά και την στηρίζει, ωστόσο όταν εκείνη του ζητά να την ακολουθήσει στην Αμερική, της το αρνείται έχοντας πάρει την απόφαση του οριστικού χωρισμού. Λίγο πριν η Νίνου ταξιδέψει για την Αμερική, ο Τσιτσάνης την καλεί στο στούντιο για μια ηχογράφηση. Η ερμηνεύτρια μόλις διάβασε τους στίχους κατάλαβε πια πως το τέλος τους είναι οριστικό και ξέσπασε σε κλάματα φεύγοντας από το στούντιο. Επέστρεψε λίγη ώρα αργότερα και ερμήνευσε το μοναδικό αυτό τραγούδι καταθέτοντας πραγματικά την ψυχή της. Η ερμηνεία της είναι απαράμιλλη. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Ο τρόπος που διάλεξε να της το πει είναι το τραγούδι «Τι σήμερα, τι αύριο, τι τώρα;». Εδώ αυτό το τραγούδι:

Τρία χρόνια μετά, η κατάστασή της έχει χειροτερέψει επικίνδυνα. Ο καρκίνος έχει προσβάλει σχεδόν όλον της τον οργανισμό. Επιστρέφει στην Ελλάδα, εργάζεται για μικρό χρονικό διάστημα και φεύγει ξανά, αυτή τη φορά για πάντα, τον Φλεβάρη του 1957, σε ηλικία μόλις 35 ετών.

Ο Τσιτσάνης δε θα παρευρεθεί στη νεκρώσιμη ακολουθία της. Θα τη συναντήσει μόνο μια φορά ένα χρόνο νωρίτερα για να την ακούσει να του λέει: «σαν άστρο εβασίλεψα…»! Οι τελευταίες της λέξεις θα αποτελέσουν το αργοπορημένο αντίο του Τσιτσάνη: τους πρώτους στίχους ενός ακόμα τραγουδιού που θα γράψει για τη Μαρίκα με τον τίτλο «θέλω να είναι Κυριακή». Τη συγγνώμη του αυτήν προς τη Μαρίκα θα αποδώσει ερμηνευτικά η τραγουδίστρια Καίτη Γκρέυ. Το τραγούδι είναι ένας πραγματικός θρήνος, μέσα στον οποίο ο Τσιτσάνης αποτυπώνει όλα όσα ένιωσε γι αυτήν.

Η Μαρίκα Νίνου δε μπορεί να κλείσει χωρίς τη δημοσιογράφο που την «έψαξε» όσο κανείς άλλος, τη Σεμίνα Διγενή.

Από το βιβλίο της «Οι Απείθαρχοι» το παρακάτω απόσπασμα:

Ο Μπόουι, που δεν κρατάει ποτέ κλειστό το στόμα του, διηγήθηκε χθες με το νι και με το σίγμα στον Ρολάν Μπαρτ, μια παλιά μας επίσκεψη στον όροφο της Μαρίκας Νίνου. 

Έτσι, εκείνος μου έστειλε σήμερα το πρωί λουλούδια κι ένα σημείωμα που έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα:

Καλημέρα σας. Είμαι ο Ρολάν Μπαρτ από τον 31ο όροφο. Κάνω μια έρευνα για την άκρα μοναξιά του ερωτικού λόγου σήμερα. Θα ήθελα να μου επιτρέψετε να μελετήσω κάποια στοιχεία της ενοίκου του 35ου ορόφου. Δεν είναι απαραίτητο να πάμε εκεί, δεν θα επιθυμούσα να κουράσουμε την κ. Νίνου με επισκέψεις. Θα με ενδιέφερε πολύ, όμως, να επισκεφθούμε μαζί τον 27ο, τον Όροφο των Ηττών, όπου γνωρίζω ότι φυλάσσονται οπτικά και ηχητικά ντοκουμέντα όλων μας. Θα μπορούσα να δω μαζί σας κάποια απ’ αυτά;

Σε αναμονή της απάντησής σας. 

Ρ.Μ.

Του απαντώ αμέσως, με  e-mail:

Πολύ ευχαρίστως, κ. Μπαρτ. Θα χαρώ να σας δω. Ραντεβού εκεί στις 7 το απόγευμα. 

Εφτά παρά πέντε είναι ήδη εκεί και περιμένει στην είσοδο. Φοράει ένα κομψό πιε ντε πουλ σακάκι κι ένα μεταξωτό μπεζ φουλάρι. Με υποδέχεται με χαμόγελο και χειροφίλημα. Του προτείνω ευγενικά:

«Θα θέλατε να παρακολουθήσουμε δυο σκηνές από τη ζωή της με προβολή ολογραμμάτων. Βολεύει;»

«Εσείς ξέρετε. Όπως νομίζετε… Αρκεί να έχουμε ενεργές και αισθήσεις όσφρησης και γεύσης». 

Όχι που θα του ξέφευγε του Μπαρτ η πληροφορία για τις αρμένικες σπεσιαλιτέ της Μαρίκας.

«Ναι, βέβαια, το ρυθμίζω αμέσως. Ξεκινάμε». 

Ο Μπαρτ ανάβει τσιγάρο.

Στην κουζίνα της η Μαρίκα ετοιμάζει καφέ. Ψιθυρίζει έναν αρμένικο σκοπό της Μ. Εβδομάδας, αυτόν που τραγουδούσε στα 5 της στην εκκλησία. Ανάμεσα στα λόγια που λέει το αρμένικο, μιλάει και σ’ ένα φυτό στο παράθυρο:

«Άιντε να δούμε ποιος θ’ αντέξει πιο πολύ, εσύ για εγώ;»

Το ποτίζει. 

Συνεχίζει να ψέλνει στα αρμένικα και να τακτοποιεί ρούχα σε κρεμάστρες. Ένας έντονος πόνος την αναγκάζει να καθίσει στην καρέκλα και να διπλωθεί στα δύο. Λίγο μετά, μόλις σηκώνεται, φαίνονται λίγες σταγόνες αίμα στο πάτωμα.

Αλλαγή σκηνής.

Ταμπέλα: «ΤΖΙΜΗΣ Ο ΧΟΝΤΡΟΣ»

Ακούγονται «Τα καβουράκια», τεράστιο σουξέ της εποχής. Πρωτοχρονιά 1957. Πάλκο. Μαζί της ο Σπόρος, η Πάνου, ο Καραμπεσίνης, ο Κουλαξίζης… Η Μαρίκα θέλει να δείχνει στα ντουζένια της:

«Γεια σου, Σπόρε, με τις πενιές σου. Γεια σου, Πόλυ».

Τραγουδάει. Πονάει πολύ. Γλέντι κι ευχές για καλή χρονιά. 

Στο καμαρίνι μετά, κάθεται στον μικρό καναπέ με την Πόλυ Πάνου, που της κρατάει το χέρι. Εξομολογείται με φωνή που μόλις ακούγεται:

«Πάλι είδα κακό όνειρο. Πάλι φόραγα ένα χοντρό κόκκινο παλτό και γέλαγα».

Η φίλη της την καθησυχάζει, το ίδιο χαμηλόφωνα:

«Μην πιστεύεις σ’ αυτά, κυρία Μαρίκα μου. Ή, αφού θέλεις σώνει και καλά να τα πιστεύεις, το κόκκινο, για να ξέρεις, είναι γρήγορο, και το γέλιο σημαίνει χαρά».

«Αμ δεν σ’ τα ‘πανε καλά, Πόλυ μου. Αλλιώς τα ξέρω εγώ, από την πατρίδα μου. Το παλτό είναι μεγάλο κακό, το γέλιο είναι πίκρα, και μόνο στο κόκκινο συμφωνούμε, που ναι, είναι γρήγορο. Μόνο αυτό πέτυχες. Τελειώνει το πανηγύρι μου, Πόλυ. Αυτό ήταν. Θα φύγω γρήγορα, θυμήσου το. Μέρες μετράω».

«Αχ, σας παρακαλώ, μη λέτε τέτοια πράγματα, να χαρείτε, κυρία Μαρίκα. Αμαρτία είναι. Μόνο ο Θεός ξέρει πότε θα φύγουμε». 

«Ο Θεός με βαρέθηκε, κορίτσι μου, και μου το δείχνει εδώ και καιρό. Εκεί που τραγούδαγα και τον ένιωθα να μου χαμογελάει, τώρα τον νιώθω μουτρωμένο μαζί μου. Δεν ξέρω με ποιανού το μέρος είναι, ποιον προστατεύει, εμένα όμως με τιμωρεί. Θα μου πεις, άντρας είναι κι αυτός…» 

Πάει στον καθρέφτη και κοιτάζεται στα μάτια. Ύστερα πιάνει το κραγιόν, σκέφτεται κάτι και βάζει πολύ περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται. Συνεχίζει: 

«Και να σου πω και κάτι; Ξέρεις ποιο είναι το πιο άδικο που μου φύλαξε για το τέλος;»

«Μα τι έχετε πάθει απόψε, κυρία Μαρίκα; Μπα σε καλό σας, χρονιάρα μέρα! »

«Το πιο άδικο, που λες, είναι πως, αφού αποφάσισε να με τελειώσει, δεν του φτάνει. Θέλει και να με ξεφτιλίσει. Με έχει εδώ να τραγουδάω για να ξεπληρώσω το χρέος μου στον καταστηματάρχη, σ’ αυτή την κατάσταση, να τρέχω κάθε λίγο και λιγάκι στο μέρος να σκουπίζω τα αίματα. Κατάλαβες; Κι ο άλλος; Σαν να μην υπάρχω, σαν να έφυγα ήδη».

Κοιτάζει ψηλά και φωνάζει:

«Ρε Θεέ, πεθαίνωωω. Νίκησες. Άσε με ήσυχη. Πόσο ακόμα; Δεν χόρτασες; Άντε πια, ξεμπέρδευε!»

Ακούγεται η εισαγωγή από το «Θέλω στα μπουζούκια απόψε να με πας».

«Κυρία Μαρίκααα, βγαίνετε», την ειδοποιούν χτυπώντας την πόρτα του καμαρινιού.

Ανοίγει την πόρτα. Βγαίνει. Χειροκροτήματα. Τραγουδάει.

Ο Μπαρτ με ρωτάει συνέχεια πληροφορίες για τη Νίνου. Κάποια στιγμή αστράφτει το μάτι του:

«Μήπως θυμάσαι κάποιους στίχους που έλεγαν για ένα παλιόσπιτο και έναν χωρισμό;»

«Εννοείται, κύριε Μπαρτ. Είναι από τα αγαπημένα μου. Το βάζω συνέχεια στο ραδιόφωνο, και μάλιστα ο…»

«Μπορείς να μου το σιγοτραγουδήσεις;»

Πηγαίνω προς το παράθυρο. Το ανοίγω. Είναι 1950. Η φωνή μου ρυθμίζεται στις 78 στροφές. Γίνεται χειμώνας, ένας άδειος χειμώνας, χωρίς κόσμο στους δρόμους. Νιώθω το αγιάζι και στις κουρτίνες διαθλώνται τα φώτα του λιμανιού. Γίνεται Πειραιάς, χωρίς Πειραιώτες, μόνο άδεια σπίτια κι εγκαταλελειμμένα πλοία. Από μακριά ακούγονται μουσικές, μάλλον έρχονται από τους τεκέδες στα Μανιάτικα. Σκέφτομαι «Η επικράτεια των σημείων». Αρχίζω να τραγουδάω, χωρίς να ντρέπομαι για τις παραφωνίες μου:

Σε τούτο το παλιόσπιτο,

σε τούτο το ρημάδι,

θάψαμε την αγάπη μας

ένα Σαββάτο βράδυ. 

Στο παλιόσπιτο ετούτο

που χωρίσαμε,

τη βραδιά την τελευταία

που μιλήσαμε.

Τον παρατηρώ να μ’ ακούει μεν, αλλά και να παρατηρεί υπνωτισμένος μια φωτογραφία της. Σταματάω.

«Μ’ ακούτε;»

«Ναι, ναι σας ακούω, φυσικά σας ακούω. Βλέπετε το φόρεμα της εδώ;»

«Είναι επιχρωματισμένη η φωτογραφία, κύριε Μπαρτ. Βλέπετε τι ωραία είναι τα λουλούδια δίπλα της; Κατακόκκινα, και το φόρεμά της πόσο όμορφο μπλε. Ήταν της μόδας τότε».

«Πάντα είναι της μόδας το μπλε. Με συγκινεί πολύ αυτό που βλέπω. Η στιγμή της αυτή η συγκεκριμένη. Αυτό που η φωτογραφία αναπαράγει επ’ άπειρον, δεν συμβαίνει παρά μόνο μια φορά. Μετά τι λέει το τραγούδι; Μπορείτε να συνεχίσετε για λίγο ακόμη;»

«Αμέ!»

Μέσα στην έρημη αυλή

κάτ’ απ’ τα παραθύρια

οι μάγισσες κι οι γύφτισσες

να στήσουνε τσαντίρια.

Στο παλιόσπιτο ετούτο 

που χωρίσαμε

και με δάκρυα ποτάμια

το ποτίσαμε

Κι η νυχτερίδα μοναχή

να στήσει τη φωλιά της

στην καμαρούλα τη μικρή 

που ’παιρνα τα φιλιά της

Δείχνει έκπληκτος:

«Μα αυτό είναι ένα ημερολόγιο πένθους!» λέει.

«Κι εγώ έτσι το νιώθω». 

«Έτσι όπως άκουγα παλιότερα τη φωνή της, σε δίσκο»,συνεχίζει, «ήμουν σίγουρος πως έπρεπε να ήταν πολύ ερωτευμένη. Κι ύστερα σκεφτόμουν: “Ναι, και βέβαια θα ήταν ερωτευμένη, αφού περίμενε. Ο άλλος δεν περιμένει ποτέ». Υπάρχουν μερικές φορές που θέλω κι εγώ να υποδυθώ αυτόν που δεν περιμένει. Επιχειρώ, μάλιστα, να απασχοληθώ κάπου αλλού, ώστε να φτάσω καθυστερημένος».

«Κι εγώ, να σας πω την αλήθεια, στο παιχνίδι αυτό βγαίνω μονίμως χαμένη. Πάντα πάω πρώτη και περιμένω».

«Τι κατάρα ε; Ό,τι κι αν κάνω, αποδεικνύομαι κι εγώ συνεπέστατος στο ραντεβού, και μάλιστα πριν από την καθορισμένη ώρα. Η μοιραία ταυτότητα του ερωτευμένου δεν είναι άλλη απ’ αυτήν: είναι αυτός που περιμένει».

«Κύριε Μπαρτ, αναρωτιέμαι, εσείς που γράψατε “Τα αποσπάσματα ερωτικού λόγου”, που κάνατε φύλλο και φτερό όλα τα στάδια της γλώσσας του έρωτα, τα συναισθήματα, την απογοήτευση, τον πόθο, την απόρριψη, το δράμα του ερωτευμένου, το άπιαστο του ποθητού προσώπου, τελικά καταφέρατε και να θεραπευθείτε από παρόμοιες… ιώσεις;» 

«Όχι. Για πολύ καιρό μετά από τον κατευνασμό της ερωτικής σχέσης, διατηρώ τη συνήθεια να παραισθάνομαι το πλάσμα που αγάπησα. Μερικές φορές νιώθω και πάλι άγχος για ένα τηλεφώνημα που καθυστερεί και, το χειρότερο, σε κάθε απρόσκλητο τηλεφωνικό συνομιλητή, νομίζω πως αναγνωρίζω τη φωνή που αγαπούσα».

Σταματάμε για λίγο να μιλάμε, σαν να έχουμε τρομάξει κάπως για το μέγεθος αυτής της απροσδόκητης εξομολόγησης. Σαν να θέλουμε τώρα λίγη ησυχία, για ν’ αποφασίσουμε αν θα ξεκινήσουμε να ντρεπόμαστε ο ένας τον άλλον για όλα αυτά που ξεστομίσαμε. Αλλά μπα, θα συνεχίσουμε να λέμε κι άλλα. Ξεκινάει εκείνος:

«Νομίζω πως είμαι κάτι σαν ακρωτηριασμένος που εξακολουθεί να του πονά το κομμένο του πόδι».

«Μου συμβαίνει κι εμένα αυτό, κ. Μπαρτ». 

«Δεν μας αφορά, όμως, τώρα αυτό», λέει μάλλον αυστηρά. «Μας αφορά να συνειδητοποιήσουμε ότι το να αφήνεις κάποιον να περιμένει, είναι το διαχρονικό προνόμιο κάθε εξουσίας».

………………………

Η ΝΙΝΟΥ ΠΕΘΑΝΕ 23/2/1957

ΥΓ. Σεμίνα σε ευχαριστώ γι αυτό το απόσπασμα. Συνεχίζουμε!

Σύνταξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου

Πηγές: «Οι απείθαρχοι» Σεμίνα Διγενή, Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ,

www.rizospastis.gr, www.greekschannel.com, www.lifo.gr, rebetiko.sealabs.net, www.maxmag.gr, apotis4stis5.com

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...