Με αφορμή μια άσκηση στην Αυστραλία

Πριν από λίγες μέρες ολοκληρώθηκε η αεροπορική στρατιωτική άσκηση με την επωνυμία «Dark-2022», που διεξάγεται κάθε δυο χρόνια στην Αυστραλία. Αν και η άσκηση χρονολογείται από το 1981, με τις ΗΠΑ να συμμετέχουν ανελλιπώς από το 1983, η «πρωτοτυπία» που καταγράφηκε φέτος δεν ήταν η μεγάλη συμμετοχή (100 αεροσκάφη και 2.500 στρατιωτικοί, μικρότερη πάντως από τα 140 αεροσκάφη που πήραν μέρος το 2018). Το «γεγονός» της άσκησης ήταν η συμμετοχή της γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας για πρώτη φορά. Ντεμπούτο έκαναν επίσης η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα (ανάμεσα σε 17 συνολικά χώρες), αλλά τίποτα δεν προκάλεσε τόση συζήτηση, όσο η συμμετοχή της Γερμανίας, τα αεροπλάνα της οποίας ταξίδεψαν 15.000 χιλιόμετρα για να δηλώσουν «παρών»!

Η γερμανική αποστολή, με 12 συνολικά αεροσκάφη, ήταν η μεγαλύτερη στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, πράγμα που δεν έμεινε ασχολίαστο από τον γερμανικό και διεθνή Τύπο. Ο επικεφαλής της αποστολής είχε δηλώσει κατά την αναχώρηση ότι στόχος τους είναι να αποδείξουν πως «μπορούμε να φτάσουμε στην Ασία σε μια μέρα», αλλά και να στείλουν ένα μήνυμα «στους εταίρους», δηλώνοντας «παρών» στην κρίσιμη περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού. Αν και στην πορεία τους προς την Αυστραλία τα γερμανικά αεροπλάνα απέφυγαν οποιαδήποτε πρόκληση προς την Κίνα, τα κινέζικα Μέσα προειδοποίησαν τη Γερμανία ότι με τη συμμετοχή της στην άσκηση παίζει στο «αντικινεζικό παιχνίδι» των ΗΠΑ.


Παρόμοιες απόψεις εκφράστηκαν όμως και στον γερμανικό Τύπο. Σε μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα διάβαζε κανείς για προσχώρηση της Γερμανία στην «αντικινεζική συμμαχία» υπό την ηγεσία των ΗΠΑ, «που μπορεί να επηρεάσει τις οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με την Κίνα». Υπενθυμιζόταν επίσης ότι μια γερμανική φρεγάτα είχε πλεύσει πέρυσι στον Ινδο-Ειρηνικό, με τη στρατιωτική παρουσία να αναβαθμίζεται φέτος κατακόρυφα. Το γεγονός αυτό ερμηνεύτηκε ως μια προσπάθεια να αποτυπωθεί παγκόσμια «η νέα στρατηγική θέση της Γερμανίας, στέλνοντας μήνυμα ότι θα συμμετάσχει ενεργά στις στρατιωτικές υποθέσεις στον Ινδο-Ειρηνικό». Εκεί όπου τα τελευταία κυρίως χρόνια γίνεται προσπάθεια από τις ΗΠΑ να συγκροτηθεί το λεγόμενο «ασιατικό ΝΑΤΟ» απέναντι στην Κίνα και τους συμμάχους της.

Ενδεικτικά των αντιθέσεων που πυροδοτεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο στο εσωτερικό της Γερμανίας και της ΕΕ, είναι τα δημοσιεύματα που απηχούν τις αντιρρήσεις ή τις επιφυλάξεις ενός τμήματος της γερμανικής αστικής τάξης για μια τέτοια «στροφή». «Ο στρατός της Γερμανίας είναι ακόμη αδύναμος και δεν μπορεί να ανατρέψει την παλίρροια σε περιόδους κρίσης, αλλά από πολιτική άποψη, η γερμανική κυβέρνηση επιλέγει μια νέα διαδρομή, η οποία θα εμποδίσει τη Γερμανία να διατηρήσει στενές οικονομικές και εμπορικές σχέσεις με την Κίνα για μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως ισχύει σήμερα και για τις σχέσεις ανάμεσα στη Γερμανία και τη Ρωσία» έγραψε μια γερμανική εφημερίδα, ενώ μια άλλη σημείωσε πως είναι αξιοθαύμαστο για τη γερμανική Πολεμική Αεροπορία να δείχνει τη δύναμή της στην Κίνα, αλλά η Γερμανία πρέπει να έχει αυτογνωσία ότι δεν είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και ότι «αντιμετωπίζει τον εαυτό της ως γίγαντα».


Αλλα γερμανικά δίκτυα κάλυψαν αναλυτικά τις ευρωπαϊκές αντιδράσεις για τη συμμετοχή της Γερμανίας στο «αντικινεζικό παιχνίδι». Ξεχωρίζουν δημοσιεύματα στον γαλλικό Τύπο, που αναρωτιούνται με νόημα ποια είναι τα συμφέροντα της Γερμανίας στην Απω Ανατολή και με ποια μέσα σκοπεύει να τα υπερασπιστεί αν χρειαστεί. «Είναι καλύτερο για τον γερμανικό στρατό να ασκήσει επιρροή στην Ευρώπη για να ελαφρύνει το βάρος σε συμμάχους όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά να πάει στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού και να παριστάνει τον γίγαντα», ήταν η κατακλείδα στη γαλλική αρθρογραφία.

Το βέβαιο είναι ότι σε συνθήκες όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και με την ένταση να ανεβαίνει κατακόρυφα μετά τη νέα κρίση στην Ταϊβάν, η απόφαση αυτή της Γερμανίας δεν πάρθηκε «στο πόδι» και σίγουρα αποτελεί μήνυμα στην Κίνα, αφού σ’ αυτήν έχουν στραμμένες τις κάννες τους όλες οι στρατιωτικές ασκήσεις που διεξάγουν οι ΗΠΑ με τους συμμάχους τους στην περιοχή. Απ’ αυτήν τη σκοπιά, όπως και στην περίπτωση της σύγκρουσης ΝΑΤΟ – Ρωσίας, εξηγείται απόλυτα η στάση μέρους του γερμανικού κεφαλαίου που βλέπει τα συμφέροντά του να υπονομεύονται από την κλιμάκωση της έντασης με την Κίνα. Πόσο μάλλον αν υπολογίσει κανείς – σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ifo – ότι σε περίπτωση διάρρηξης των οικονομικών σχέσεων ΕΕ – Κίνας, η γερμανική οικονομία θα πληγεί μέχρι και έξι φορές περισσότερο απ’ όσο πλήγηκε η Μ. Βρετανία από το Brexit.

Δείτε ακόμα...