Ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνουν εντύπωση σε ένα νεοσύλλεκτο όταν παρουσιάζεται σε μια μονάδα (εκτός από τις κακοσυντηρημένες εγκαταστάσεις) είναι οι ωραίες σε μορφή, αλλά άτοπες σε περιεχόμενο τοιχογραφίες. Τοιχογραφίες που προπαγανδίζουν κατά κύριο λόγο την «ιστορική συνέχεια» του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Έτσι μπορεί να δει κανείς τον Κολοκοτρώνη δίπλα στο Μέγα Αλέξανδρο, τη μάχη των Θερμοπυλών δίπλα στη μάχη της Κρήτης, βυζαντινούς αυτοκράτορες δίπλα σε ήρωες του 1821 και ούτω καθεξής. Με αφορμή και τη συμπλήρωση των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821 τα στρατόπεδα αυτή αυτήν την περίοδο στολίζονται με αντίστοιχες αφίσες και banner, με μεγαλεπήβολους τίτλους όπως «Εθνική Παλιγγενεσία».
Εύλογα ένα μεγάλο κομμάτι των στρατευμένων νιώθει μια αποστροφή προς αυτή την εθνικιστική αλλά και αντιεπιστημονική ανάγνωση της ιστορίας που προωθείται από τον ελληνικό στρατό. Ωστόσο αυτή η αποστροφή μπορεί να γίνει η αφορμή για τον καθένα, να τη μετατρέψει σε έρευνα και γνώση, ιδιαίτερα της ιστορίας της περιόδου αυτής, ώστε με λογική κι επιχειρήματα να μπορέσει να την ανασυνθέσει στο μυαλό του και να γνωρίσει την ιστορική αλήθεια.

Κεντρικό ζήτημα στην ανορθολογική ανάγνωση της ιστορίας όχι μόνο στον ελληνικό στρατό, αλλά και συνολικά στην λεγόμενη «αστική ιστοριογραφία», είναι το ζήτημα της εμφάνισης του ελληνικού έθνους, την οποία τη τοποθετούν, χονδρικά τη περίοδο της αρχαιότητας. Αυτή η παραδοχή ωστόσο, πάει κόντρα στην ιστορική αλήθεια και τα αποτελέσματα της επιστημονικής έρευνας, που αφορούν γενικά την εμφάνιση των εθνών και των εθνών – κρατών μετέπειτα. Τα έθνη και η απαίτηση για δημιουργία εθνών – κρατών, είναι ένα ιστορικό φαινόμενο, το οποίο εμφανίστηκε σε μια συγκεκριμένη ιστορική στιγμή της ανθρωπότητας. Τη στιγμή δηλαδή, που η ανερχόμενη αστική τάξη αποκτούσε όλο και μεγαλύτερη οικονομική δύναμη, αλλά αυτή η δύναμη δεν εκφραζόταν, ούτε σε πολιτικό επίπεδο, ενώ έβρισκε και άμεσα εμπόδια στην ελεύθερη ανάπτυξη της από τους χιλιάδες περιορισμούς που έθετε η παρακμάζουσα φεουδαρχική εξουσία (μεγάλα και μικρά φέουδα, δουκάτα, πασαλίκια, μια μεγάλη γκάμα φόρων κλπ..), τα οποία έκαναν τις νέες αυτές κοινωνικές σχέσεις να ασφυκτιούν. Η αναντιστοιχία αυτή εν τέλει, λύθηκε επαναστατικά, με κλασικό παράδειγμα βεβαίως αυτό της Γαλλικής Επανάστασης, επανάσταση που αντικειμενικά ενέπνευσε και τις άλλες αστικές επαναστάσεις της περιόδου, όπως και του 1821. Πολλά παραδείγματα για τα παραπάνω υπάρχουν και στη συνέχεια του κειμένου.
Σημαντικός βοηθός στο εγχείρημα να μάθει κανείς τη πραγματική ιστορία της Ελληνικής Επανάσταση του 1821 είναι η έκδοση της Σύγχρονης Εποχής «1821. Η επανάσταση και οι απαρχές του ελληνικού αστικού κράτους», που κάθε νέος στρατευμένος και κάθε έντιμο στέλεχος των ενόπλων δυνάμεων αξίζει να διαβάσει. Μέσα από την έκδοση μπορούν να βρεθούν μια σειρά παραδείγματα που αναδεικνύουν τις αντιφάσεις και τους ανορθολογισμούς της αστικής-εθνικιστικής ιστοριογραφίας.
Αρχικά, γίνεται προσπάθεια ώστε να ξεκαθαριστεί πώς διαμορφώθηκε η ελληνική εθνική συνείδηση. Βρίσκουμε ότι τότε «βασικό, ωστόσο, χαρακτηριστικό του «Έλληνα» ήταν ο οικονομικός του ρόλος, ο ρόλος του ως εμπόρου»1, καθώς Έλληνα θεωρούσαν «όλους τους Ορθόδοξους Βαλκάνιους που μοιράζονταν την ελληνική γλώσσα, ακόμα και όλους γενικά τους Ορθόδοξους»2. Μόνο «από το 18ο αιώνα διαμορφώνεται η ελληνική αστική συνείδηση στο έδαφος της μεγάλης ανάπτυξης του εξωτερικού εμπορίου και της ναυτιλίας, της ανάπτυξης της βιοτεχνίας σ’ εδάφη που οι πληθυσμοί μιλούσαν ελληνικά και ήταν ορθόδοξοι […]»3.

Έπειτα ορισμένα παραδείγματα της αστικής προπαγάνδας που αντικρούονται μέσα από την έκδοση είναι:
- Ότι κατά την επανάσταση του ’21 υπήρχε εθνική ενότητα και εθνική ομοψυχία. Αρχικά η ίδια εκκλησία, με εξαιρέσεις φυσικά που αφορούν κυρίως τον κατώτατο κλήρο, είχε πάρει ξεκάθαρη θέση ενάντια στην επανάσταση: «εις την κρίσιμον ταύτην στιγμήν της εθνικής αποφασιστικότητος ο κλήρος ετάχθη κατά το πλείστον αυτού υπέρ της διατηρήσεως της κρατούσης τάξεως πραγμάτων, και κατ’ αναγκαίαν των πραγμάτων συνοχήν υπέρ της τουρκικής αυτοκρατορίας»4. Ακόμη, έχουμε για τους Φαναριώτες που δεν κράτησαν ενιαία στάση υπέρ της επανάστασης, ότι: «Τα κέρδη, […] προέκυπταν, ουκ ολίγες φορές, από την εντατική εκμετάλλευση των ομογενών/ομοθρήσκων τους ραγιάδων»5, ενώ για τους κοτζαμπάσηδες που και αυτοί πάλι δε κράτησαν ενιαία στάση, ότι: «οι Έλληνες έχουν τους μεγαλύτερους εχθρούς ανάμεσά τους: αυτοί είναι οι κοτσαμπάσηδες… Κάτω από το σπαθί των Τούρκων, ο Έλληνας είναι σκλάβος· αλλά κάτω από την εξουσία των συμπατριωτών του καταληστεύεται και είναι 100 φορές πιο δυστυχής»6.
- Για την ιστορική συνέχεια του ελληνικού έθνους.
Εκτός από ότι αναφέρθηκε για το πώς χρησιμοποιούνταν ο όρος «Έλληνας» εκείνη την εποχή, υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα μέσα από τις σελίδες του βιβλίου που καταρρίπτουν αυτόν το μύθο. «Για την εκκλησία», για παράδειγμα, «η αρχαία Ελλάδα και οι Έλληνες παρέπεμπαν στην ειδωλολατρία: «Αν και είμαι Έλληνας στη γλώσσα, δεν θα έλεγα ποτέ ότι είμαι Έλληνας», τόνιζε κατηγορηματικά ο Πατριάρχης Γεννάδιος Β’, «γιατί δεν σκέπτομαι όπως κάποτε σκέπτονταν οι Έλληνες. Αντίθετα, θέλω να με αποκαλούν σύμφωνα με την πίστη μου. Κι αν με ρωτούσε κανείς τι είμαι, θα του έλεγα πως είμαι χριστιανός». Το Πατριαρχείο θα αντιδράσει ακόμη και στην απόδοση «παλαιών (αρχαίων) ελληνικών ονομάτων εις τα βαπτιζόμενα βρέφη των πιστών», χαρακτηρίζοντάς την σε σχετική του εγκύκλιο (1818) ως «διόλου προσφυή και ανάρμοστο»7. Για αυτό το λόγο «χαρακτηριστική είναι και η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην περίοδο των Ρωμαίων («βυζαντινών») χριστιανών αυτοκρατόρων (την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία, όπως προείπαμε, είχε καθιερώσει ως ιστορικό-νομιμοποιητικό «πρόγονο» της δοσμένης εξουσίας των Οθωμανών σουλτάνων). Η «υποβάθμιση» έως και αποσιώπηση της μετέπειτα προσδιορισθείσας ως «χριστιανικής περιόδου της Ελληνικής ιστορίας» υπήρξε καθολική παράμετρος της νέας, υπό διαμόρφωση, ελληνικής «εθνικής» ιστορικής συνείδησης και ταυτότητας.» 8Έτσι, «η ελληνόφωνη αστική τάξη αναζήτησε τα υλικά της συλλογικής της ταυτότητας, όπως και της νομιμοποίησης της ιστορικής της αποστολής, στο «ένδοξο παρελθόν» (προσαρμοσμένο βέβαια στα δικά της ιδεολογικά πρότυπα για ανάγκες)», όπως για παράδειγμα με αναφορές στον «αείμνητο Λεωνίδα» και «στους νομούς του μεγάλου Λυκούργου». Πάγια πρακτική διαχρονικά, όπως αναλύει ο Μαρξ, των ανερχόμενων κοινωνικών δυνάμεων που διεκδικούν τη θέση τους στην ιστορία9.

- Ότι σκοπός της επανάστασης ήταν μόνο η απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, χωρίς κάποιο άλλο περιεχόμενο.
Ύστερα από εκτενή ανάλυση που γίνεται στα άρθρα του Μ. Αντύπα και του Α. Γκίκα, ο τελευταίος συνοψίζει:
«Κόντρα στην κρατούσα ιστοριογραφική αντίληψη, η Επανάσταση του 1821 δεν υπήρξε το αποτέλεσμα κάποιας διαχρονικής ή καθολικής αντίθεσης προς το καθεστώς της οθωμανικής κυριαρχίας. Τουναντίον, όπως διαπιστώσαμε, το σύνολο σχεδόν της ελληνόφωνης χριστιανικής ανώτερης τάξης διέθετε ισχυρά συμφέροντα, πολύμορφα συνυφασμένα με το οθωμανικό φεουδαρχικό κράτος, ενώ μετείχε στην εκμετάλλευση και καταπίεση των ομογενών/ ομοθρήσκων της (γεγονός που έπαιξε ρόλο και στη στάση που κράτησαν ορισμένα τμήματα της έναντι της Επανάστασης).
Δεν ήταν παρά την εποχή του περάσματος από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό, την εποχή της παρακμής του οθωμανικού φεουδαρχικού κράτους, όταν οι συντελούμενες κοινωνικοοικονομικές μεταβολές άρχισαν να διαταράσσουν τις υπάρχουσες κοινωνικοταξικές ισορροπίες, αναδεικνύοντας δυναμικά στο προσκήνιο της Ιστορίας την ανερχόμενη αστική τάξη[…]» 10.
Η προσπάθεια του ελληνικού κράτους να προβάλλει το ελληνικό έθνος ως κάτι διαχρονικό δεν γίνεται τυχαία. Αξιοποιείται ώστε να στοιχηθεί ο λαός πίσω από το επίπλαστο αφήγημα της «εθνικής ενότητας», να μη βλέπει ότι ο εχθρός βρίσκεται μέσα στην ίδια του τη χώρα, αλλά αντιθέτως να τον ψάχνει πολλές φορές σε γείτονες, και όχι μόνο, λαούς.
Η επανάσταση του ’21 είναι όντως ένα πολύ σημαντικό ιστορικό γεγονός για τον τόπο μας που αξίζει να τιμηθεί. Γιατί μέσα από αυτή μπορούν να αντληθούν χρήσιμα συμπεράσματα για την πάλη του ελληνικού λαού σήμερα.
Αποδεικνύεται ότι σε μια κοινωνία καταπιεστές και καταπιεσμένοι δε μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά για πάντα. Και οι οποίες διάφορες τους δεν λύνονται με «κοινωνικούς διαλόγους», αλλά με την ανειρήνευτη ταξική πάλη και που είναι και ο κινητήριος ιμάντας της κοινωνικής εξέλιξης. Ακόμη, ότι όσο ανίκητο και παντοδύναμο μπορεί να φαντάζει κάτι, όπως για εκείνη την εποχή η οθωμανική αυτοκρατορία, αυτό μπορεί να συντριβεί όταν αναπτυχθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, όταν ο λαός οργανωθεί και σηκώσει κεφάλι.
Αυτά τα διδάγματα και των ηρωισμό των πρωταγωνιστών της επανάστασης του 1821 αξίζει να κρατήσουμε. Για να λυτρωθεί ο λαός από τον καπιταλιστικό ζυγό, να δοξάσουν νέες λαμπρές σελίδες την ιστορία αυτού του τόπου, για την κοινωνία της πραγματικής ελευθερίας, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό!
Γιαγτζόγλου Αλέξης
φαντάρος στην ΕΛΔΥΚ
1: Αντύπας Μηνάς, Η οικονομική ανάπτυξη τα χρόνια πριν την επανάσταση (18ος -αρχές 19ου αιώνα). Η διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης, στο Συλλογικό, 1821. Η επανάσταση και οι απαρχές του ελληνικού αστικού κράτους (επιμ. Τμήμα Ιστορίας της ΚΕ του ΚΚΕ), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα: 2020, σελ. 107
2: Αντύπας Μηνάς, ο.π., σελ. 108
3: Ο.π., σελ. 144
4: Γκίκας Αναστάσης, Ο ρόλος και η στάση των κοινωνικών δυνάμεων της εποχής στην επανάσταση του 1821. Ο χαρακτήρας της επανάστασης, στο Συλλογικό, ο.π., σελ. 164
5: Ο.π., σελ. 168
6: Ο.π., σελ. 178
7: Ο.π., σελ. 161
8: Ο.π., σελ. 206
9: Ο.π., σελ. 205
10: Ο.π., σελ. 210



