Μίμης Φωτόπουλος

Πρωτοείδε το φως του ήλιου στις 20 Απρίλη του 1913, στη Ζάτουνα της Γορτυνίας.

Λίγους μήνες μετά την γέννηση του θα χάσει τον πατέρα του. Η 27χρονη μητέρα του, έχοντας ήδη χάσει και μια κόρη, αποφασίζει να μετακομίσει με τους δύο γιους της, την μητέρα της και τις δύο αδερφές της, που είναι μοδίστρες, από την Ζάτουνα Αρκαδίας στην Αθήνα, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Η μητέρα του ήταν μια δυναμική προσωπικότητα, που λάτρεψε ο μεγάλος μας κωμικός και η οποία, παρά τις σκληρές συνθήκες της εποχής, δουλεύοντας νύχτα και μέρα, θα δώσει στα παιδιά της την καλύτερη ανατροφή και μόρφωση.

Στην Αθήνα έμεναν στην περιοχή των Εξαρχείων κι εκεί ο ο Φωτόπουλος έκανε τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα στήνοντας με τους φίλους του μπερντέ στην αυλή του σπιτιού του, όπου έπαιζαν, Καραγκιόζη. Παρά τη φτώχεια της οικογένειας, μαθαίνει γαλλικά και βιολί ενώ ξοδεύει το χαρτζιλίκι του σε λογοτεχνικά βιβλία.

Το ’31 με την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο θα δώσει εξετάσεις στην Γεωπονική Σχολή όπου θα απορριφθεί λόγω έκθεσης και την επόμενη χρονιά θα εισαχθεί στην Φιλοσοφική.

Κατά την φοίτηση του, μια αγγελία που θα δει τυχαία για εξετάσεις στην Δραματική θα είναι η αφορμή, μελετώντας από το περίπτερο της γειτονιάς του την τραγωδία “Προμηθέας Δεσμώτης” του Αισχύλου, να δώσει εξετάσεις και να εισαχθεί στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου (τότε Βασιλικού Θεάτρου). Ταυτόχρονα με την Φιλοσοφική θα καταφέρει να εισαχθεί και στην Νομική Σχολή, με την υποκριτική να τον κερδίζει στην πορεία της ζωής του.

Απογοητεύεται νωρίς από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού και φεύγει πηγαίνοντας στη Δραματική Σχολή του Κουνελάκη, παίρνοντας μαζί του το προσωνύμιο «γέρος» λόγω της ιδιαίτερης μπάσας φωνής του. Πρεμιέρα στη θεατρική του καριέρα έκανε στο 1932, στην παράσταση «Λοκαντιέρα», με το θίασο Κουνελάκη.

Το 1934 κάνει την πρώτη του περιοδεία με το θίασο «Δράματος, κωμωδίας, κωμειδυλλίου και επιθεωρήσεως» του Θεμιστοκλή Νέζερ, ως αντιγραφέας και πέμπτος κατά σειρά κωμικός στην αυστηρή ιεραρχία που επικρατούσε τότε στα θέατρα. Ακολουθεί η περίοδος που ο ηθοποιός περιφέρεται στην ελληνική επαρχία με θιάσους μπουλουκιών με πενιχρά μεροκάματα, αλλά αποκτώντας μια πολύτιμη πείρα σκηνής και ζωής.

Το 1939 παίζει στο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ με τον πρωτοεμφανιζόμενο θίασο του Κάρολου Κουν.

Λίγο πριν τον πόλεμο του ’40, ξαναρχίζει η περιπλάνησή του με μικρούς θιάσους και μετά κάνει ένα σύντομο πέρασμα απ’ το χώρο του βαριετέ και το θέατρο της Κατερίνας, συμμετέχοντας σε πολεμικές επιθεωρήσεις και μουσικές ηθογραφίες. Μεταπηδάει στο θίασο Αργυρόπουλου, παίζοντας το ρόλο του Ασλάκσιν στον «Εχθρό του λαού» του Ερρίκου Ιψεν.

Στη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Τα Δεκεμβριανά, η εξορία του στην Ελ Ντάμπα, το εμφυλιακό κλίμα, οι διώξεις των ΕΑΜιτών ηθοποιών, τον κρατούν για δύο χρόνια μακριά από την πρωταγωνιστική του θέση. Η Συμφωνία της Βάρκιζας τον βρίσκει πίσω από τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου. Στα τέλη Μάρτη του 1945, παίρνει το δρόμο του γυρισμού.

«Εμείς που ήρθαμε τελευταίοι» – γράφει στην αυτοβιογραφία του – «είχαμε περάσει πάνω από δυόμισι μήνες στην έρημο. Είχαμε δοκιμάσει πολλούς εξευτελισμούς, πολλούς πόνους, πολλά βάσανα. Και στα σύρματα είχαμε αφήσει ένα ματωμένο κομμάτι της ζωής μας».

Πίνακας με γραμματόσημα του Μίμη Φωτόπουλου για την Ελ Ντάμπα

Το 1947 παντρεύεται την Δήμητρα Τσάλα και αποκτά την πρώτη του κόρη. Με τον θίασο του Κουν κάνει επιτυχημένες παρουσίες, στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ, αλλά και στα «Παντρολογήματα» του Ν. Γκόγκολ. Η αναγνώριση στο θέατρο έρχεται το καλοκαίρι του 1948, αφού είχε κάνει και το ντεμπούτο του στο σινεμά σ’ ένα μικρό ρόλο στο φιλμ «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», με το νούμερο που κάνει στην επιθεώρηση «Ανθρωποι – άνθρωποι» των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου πλάι στους Ορέστη Μακρή, Μαυρέα, Τσαγανέα, Ηλιόπουλο, Βρανά.

Το 1950-51 ο Φωτόπουλος ήταν ταιριαστό θεατρικό δίδυμο με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, και ανεβάζουν στο «Ρεξ» την «Άννα των χιλίων ημερών», με σκηνοθέτη τον Δημήτρη Μυράτ. Στη συνέχεια παίζει για πρώτη φορά δίπλα στην Κοτοπούλη, στην «Καινούρια ζωή». Το 1967 γράφει και παρουσιάζει στη Θεσσαλονίκη το πρώτο του θεατρικό έργο «Ένα κορίτσι στο παράθυρο», σε μουσική Μάνου Λοΐζου.

Λαμπρή καριέρα έκανε και στον κινηματογράφο. Συμμετείχε σε 101 ταινίες, σε δύο από τις οποίες είχε γράψει και το σενάριο. Από τις μεγάλες επιτυχίες του είναι οι ταινίες «Ταξιδιώτης χωρίς αποσκευές», «Κάλπικη Λίρα», «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο», «Ο Πατούχας», «Το σωφεράκι», «Ο γρουσούζης» κ.ά. Εμφανίστηκε και στην τηλεοπτική σειρά «Ο θείος μας ο Μίμης » (1984). Ήταν και μεγάλο λογοτεχνικό ταλέντο. Χάρη σε αυτό έχουμε 7 βιβλία (4 ποιητικές συλλογές: «Μπουλούκια» 1940, «Ημιτόνια» 1960, «Σκληρά τριολέτα» 1961 και ο «Θάνατος των ημερών» 1976 και 3 αυτοβιογραφικά «25 χρόνια θέατρο» 1958, «Το ποτάμι της ζωής μου» και «Ελ Ντάμπα – Ομηρος των Εγγλέζων» 1965) όπως και δύο θεατρικά έργα.

Υπήρξε μέλος του ΔΣ του ΣΕΗ, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Ελευθέρου Θεάτρου και πρόεδρος του ΔΣ Άρματος Θέσπιδος. Τιμήθηκε με τα παράσημα Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α` και Σταυρό του Αποστόλου Μάρκου Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας.

Κατά τη διάρκεια της χούντας, η γυναίκα του Μαργαρίτα Τσάλα, με την οποία απόκτησε δύο κόρες, είχε εξοριστεί στη Γυάρο. Τότε έμεινε μόνος με τις δύο κόρες του. Ήταν η περίοδος που ασχολήθηκε με αξιοσημείωτη επιτυχία με την τεχνική του κολάζ και μάλιστα με τη χρήση «ψηφίδων» από γραμματόσημα, με τις οποίες έφτιαξε μεγάλο αριθμό ζωγραφικών πινάκων.

Το 1975 γράφει και ανεβάζει, με το θίασο «Αυλαία», το δεύτερο έργο του «Πελοπίδας ο καλός πολίτης». Το ταξίδι του στο θεατρικό σανίδι τελειώνει με τις επιθεωρήσεις «Το ΠΑΣΟΚ της Χάιδως» και «Του ΠΑΣΟΚ τους το χαβά» των Λάκη Λαζόπουλου – Γιάννη Ξανθούλη (1984). Πέθανε ξαφνικά από ανακοπή καρδιάς, στις 29 Οκτώβρη του 1986.

Αυτός ο τεράστιος θεατράνθρωπος, με τα πενήντα χρόνια σκληρής δουλειάς, το 1981, όταν θέλησε να συνταξιοδοτηθεί, δε μπόρεσε. Ο λόγος; Είχε μόνο 1.400 ένσημα, που δεν αρκούσαν ούτε για τη μικρότερη σύνταξη. Έπρεπε να δουλέψει άλλα πέντε χρόνια για να συμπληρώσει τη βάση. Και δούλεψε. Τα συντάξιμά του συμπληρώθηκαν διά της βίας με τις τελευταίες ραδιοτηλεοπτικές εμφανίσεις του και με μια τιμητική σύνταξη από το ΥΠΠΟ, που όμως δε χάρηκε παρά ελάχιστα, αφού τα προβλήματα υγείας του τον πρόδωσαν.

Ο Μίμης Φωτόπουλος έκλεισε τα μάτια του στις 28 του Οκτώβρη του 1986. Δεν έφυγε στιγμή από κοντά μας, μέσα από την οθόνη. Οι ταινίες του και οι αναρίθμητοι ρόλοι του, μας τον κρατούν ζωντανό.

Αντί επιλόγου, τα λόγια του από μια συνέντευξή του το 1983 γύρω από το θέατρο, όπου υπογράμμιζε:

«Η Ελλάδα ήταν πάντοτε πνευματική αποικία. Και δυστυχώς εξακολουθεί να είναι… Το θέατρο ήταν και είναι μια παγκόσμια θρησκεία που αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους της Γης. Κι εμείς τούτη τη θρησκεία την κάναμε “οίκον εμπορίου και οίκον απωλείας”. Στον τόπο μας ποτέ η τέχνη δεν έγινε κτήμα του λαού. Αυτό δε συνέφερε την άρχουσα τάξη».

Γιάννης Αγγέλου

Πληροφορίες από «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ», «Η Μηχανή του Χρόνου», www.bovary.gr, www.sansimera.gr

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...