Από τη φωτιά που έχουν βάλει στον κόσμο οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και ανταγωνισμοί για το μοίρασμα των αγορών και τον έλεγχο πλουτοπαραγωγικών πηγών προς όφελος των μονοπωλίων τους ξεκίνησε την παρέμβασή του ο Νίκος Καραθανασόπουλος, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ, μιλώντας σήμερα στη Βουλή, στη συνέχιση της συνεδρίασης της Ολομέλειας για το νομοσχέδιο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Όπως είπε, πιο συγκεκριμένα, «τα λαμπερά φώτα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ» προσπαθούν να συγκαλύψουν ότι οξύνονται οι ανταγωνισμοί και ότι προετοιμάζεται γενικευμένη ιμπεριαλιστική σύγκρουση. Σε αυτό το πλαίσιο στάθηκε και στην ελληνική εμπλοκή στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους, τις «τραγικές συνέπειες» της οποίας βιώνει ο λαός μόνο και μόνο για να προστατευθεί και να ισχυροποιηθεί η θέση των ελληνικών μονοπωλίων κατά το πλιάτσικο «που θα γίνει σε βάρος των λαών της περιοχής». Έφερε και μια σειρά παραδείγματα αυτής της βαθύτερης ελληνικής πολεμικής εμπλοκής, από τη συμφωνία με το ισραηλινό κράτος-δολοφόνο για την περιβόητη «Ασπίδα του Αχιλλέα» μέχρι και την επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μ. Ρούμπιο στην Ελλάδα, στις αρχές Οκτώβρη, καυτηριάζοντας, μάλιστα, πως «πρέπει να τύχει της θερμότατης υποδοχής του λαϊκού παράγοντα».
Φυσικά η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών επηρεάζει και αυτόν μεταξύ ελληνικής και τουρκικής αστικής τάξης και «με κίνδυνο πραγματικό πλέον της αμφισβήτησης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων», όπως είπε χαρακτηριστικά ο Ν. Καραθανασόπουλος. Σε αυτό το πλαίσιο στηλίτευσε το νέο αφήγημα της κυβέρνησης για «Νέα Μεγάλη Ιδέα» στην προσπάθειά της να σύρει τον λαό και τα παιδιά του για τα συμφέροντα του κεφαλαίου στα ιμπεριαλιστικά πολεμικά σφαγεία, ξεκαθαρίζοντας πως αφενός, η κυβέρνηση δεν έχει «κανένα απολύτως δικαίωμα» να προχωρήσει σε μια τέτοια κίνηση, και αφετέρου, τα κόμματα που στηρίζουν το ΝΑΤΟ και την ΕΕ «δεν έχουν κανένα δικαίωμα να συνταχτούν με αυτή την καταστροφική επιλογή».
Πρόσθεσε ότι ήδη ο λαός πληρώνει από τις τσέπες του την ελληνική πολεμική εμπλοκή, υφιστάμενος τους δημοσιονομικούς «κόφτες» σε δαπάνες για Υγεία, Παιδεία, ώστε να αγοράσει το κράτος τα πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα και να χρηματοδοτήσει την πολεμική βιομηχανία. Από αυτήν την άποψη ανέδειξε την ανάγκη για απεμπλοκή της χώρας από τα ιμπεριαλιστικά σφαγεία, καλώντας «το αντιπολεμικό κίνημα να στοχεύσει στην καρδιά των αιτιών των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο λαός μας», δηλαδή από το κέρδος των επιχειρηματικών ομίλων, το οποίο υπερασπίζεται η αντιλαϊκή πολιτική του αστικού κράτους και της ΕΕ.
Ειδική αναφορά έκανε και στην τροπολογία που έχει καταθέσει επανειλημμένα το ΚΚΕ για την αντιμετώπιση της ακρίβειας που εντείνεται και εξαιτίας της κλιμάκωσης των ιμπεριαλιστικών συγκρούσεων, προτείνοντας κατάργηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα και στην Ενέργεια και του ΦΠΑ στα βασικά είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, την εφαρμογή πλαφόν στα κέρδη και στις τιμές των διυλιστηρίων και των ενεργειακών ομίλων.
Αναφερόμενος στο υπό συζήτηση και ψήφιση νομοσχέδιο, ο Ν. Καραθανασόπουλος ανέδειξε ότι δύο Ελλάδες, αυτή της εργατικής τάξης και του λαού και αυτή της αστικής τάξης, συγκρούονται και σε ό,τι αφορά τα προβλήματα στον αγροτικό τομέα. Εξήγησε ότι αυτά δεν απορρέουν από το γεγονός ότι δεν υπήρχαν «κανόνες και σχέδιο», αλλά πρόκειται για «καθαρά πολιτικό ζήτημα» για το ποια Ελλάδα θα υπερισχύσει. Επισημαίνοντας τις τεράστιες επιστημονικές και τεχνολογικές δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα στην ανάπτυξη της αγροτικής παραγωγής, σημείωσε πως οι λύσεις που προωθούνται «είναι λαθεμένες γιατί υποτάσσονται στις ανάγκες, στην ικανοποίηση των αναγκών της καπιταλιστικής αγοράς και όχι των λαϊκών αναγκών. Έτσι λοιπόν αυτή η οργάνωση της παραγωγής με αυτό τον τρόπο έχει οδηγήσει στα σημερινά προβλήματα», με την εκτόξευση του κόστους παραγωγής και τις εξευτελιστικές τιμές παραγωγού, ωφελώντας τις αγροτοβιομηχανίες, τους μεσάζοντες και τους εμπόρους και πιέζοντας ασφυκτικά τους βιοπαλαιστές αγροτοκτηνοτρόφους, τους εργαζόμενους και τον λαό.
Συμπλήρωσε πως οι αγρότες είναι αντιμέτωποι τόσο με την την Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ που στοχεύει στη συγκέντρωση της αγροτικής γης και παραγωγής σε λίγα καπιταλιστικά χέρια και στην αλλαγή χρήσεων γης, όσο και με ένα επιλεκτικά ανίκανο αστικό κράτος που δεν μπορεί να τους προστατεύσει από τα φυσικά φαινόμενα και τις ζωονόσους. Συνέχισε, λέγοντας ότι «δεν μπορεί να υπάρξει εθνική γραμμή και για το αγροτικό πρόβλημα», διότι συγκρούονται «αυτές οι δύο Ελλάδες» και «γιατί οι αγρότες δεν είναι μία γενική κατηγορία. Υπάρχει μία τεράστια διαστρωμάτωση στην ίδια την ύπαιθρο», από τη μία, οι βιοπαλαιστές που προσπαθούν να επιβιώσουν, και από την άλλη, αστικού χαρακτήρα επιχειρήσεις που λειτουργούν με γνώμονα το κέρδος τους.
Κλείνοντας, ξεκαθάρισε πως από τη στιγμή που η αγροτική παραγωγή «μπαίνει στον στενό κορσέ» της αγοράς και του κέρδους στον καπιταλισμό, τότε οδηγεί στα προβλήματα επιβίωσης των βιοπαλαιστών αγροτοκτηνοτρόφων, στην εγκατάλειψη της αγροτικής γης και στην καταστροφή παραγωγικών δυνατοτήτων της χώρας. Υπογράμμισε πως οι μεγάλοι αγροτικοί αγώνες του προηγούμενου διαστήματος απέδειξαν ότι η διέξοδος για τον λαό βρίσκεται στη σύγκρουση με το σύστημα του κέρδους και «στην οργάνωση της παραγωγής με κριτήριο την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών», προσθέτοντας πως «Μόνο ο ίδιος ο λαός μπορεί να πάρει τα ηνία στα χέρια του και να τραβήξει στον δρόμο της ανατροπής με αποτέλεσμα η παραγωγή και ο πλούτος που θα παράγει ο ίδιος να γίνουν υπόθεση της ικανοποίησης των δικών του αναγκών. Και αυτή είναι η πρόταση που καταθέτει σήμερα το ΚΚΕ για τη σοσιαλιστική οργάνωση της παραγωγής και στον αγροτικό τομέα». Σε αυτό το πλαίσιο κάλεσε σε συμπόρευση με το ΚΚΕ στην ενίσχυση του αγώνα σήμερα για άμεσες διεκδικήσεις για επιβίωση και για να ανοίξει ο δρόμος για οριστική απελευθέρωσης από τα καπιταλιστικά δεσμά.



