Νίκος Γκάτσος

«Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου

Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα

Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς

Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω

Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας

Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους

Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι

Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου».

Απόσπασμα από την αξεπέραστη «Αμοργό» του, τη μοναδική ποιητική σύνθεση, που έγραψε μεσούσης της Κατοχής, ο Νίκος Γκάτσος. Και αρκούσε αυτή για να θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές μας.

Γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1911 στα Χάνια Φραγκόβρυσης (Κάτω Ασέα) Αρκαδίας.

«Ο ίδιος ισχυριζόταν πως η μητέρα του τού είχε πει ότι γεννήθηκε το ’14. Κατά τη γνώμη μου, ψυχολογικά κάπως ερμηνευμένη, επειδή ο πατέρας του πέθανε το 1916 και δεν το θυμόταν, προφανώς για να δικαιολογήσει αυτή την απουσία μνήμης, έθεσε εαυτόν σε μικρότερη ηλικία. Περιγράφει τη μητέρα του όταν έμαθε το νέο για τον θάνατο του πατέρα του, άρα δεν μπορεί να θυμόταν αυτό και να μη θυμόταν τον πατέρα του. Αντιφατικά πράγματα, δεδομένου ότι ο Νίκος είχε μια έφεση στους αριθμούς και τα σύμβολα. Ο πατέρας του Γκάτσου ήταν ο πρώτος μετανάστης από τον δήμο Βαλτετσίου στις ΗΠΑ, που πήγε με πλοίο για να συνοδεύσει μια κοπέλα απ’ το χωριό νύφη στον αδερφό του. Παθαίνει πνευμονία πάνω στο καράβι και τρεις μέρες πριν φτάσουν στην Αμερική πεθαίνει και τον πετάνε στη θάλασσα. Πιστεύω πως αυτό το γεγονός υπάρχει μες στους στίχους του, αν προσέξει κανείς. Μια προσμονή ενός ταξιδιού που ποτέ δεν μας λέει τι γίνεται στην άλλη άκρη του», γράφει η Αγαθή Δημητρούκα, στιχουργός, συγγραφέας και μεταφράστρια που έζησε στο πλευρό του Νίκου Γκάτσου.

Τελείωσε το Δημοτικό στο χωριό του και το Γυμνάσιο στην Τρίπολη, όπου μυήθηκε στη λογοτεχνία και έμαθε μόνος του ξένες γλώσσες. Στη συνέχεια μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά «Νέα Εστία» (1931) και «Ρυθμός» (1933). Γνώριζε ήδη αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά και είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό, το δημοτικό τραγούδι, όπως και τις νεωτεριστικές τάσεις της ευρωπαϊκής ποίησης.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 το όνομά του είχε ήδη αρχίσει να συζητείται στους φιλολογικούς κύκλους των Αθηνών. Ήταν τότε που μυήθηκε στο ρεύμα του υπερρεαλισμού μέσα στα λογοτεχνικά καφενεία και έγραψε το κορυφαίο και μοναδικό ποιητικό του έργο, την «Αμοργό», όπως ήδη αναφέρθηκε. Κυκλοφόρησε στην Κατοχή σε 308 αντίτυπα (των 20 σελίδων). Η συγγραφή του έργου άρχισε ένα βράδυ στο σπίτι του Γκάτσου, παρουσία του Οδυσσέα Ελύτη. Η «Αμοργός» προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και του χάρισε περίοπτη θέση στο Πάνθεον των ελλήνων ποιητών. Λέγεται ότι το μακρύ αυτό ποίημα γράφτηκε μέσα σε μια νύχτα με το σύστημα της «αυτόματης γραφής», που χρησιμοποιούν οι σουρεαλιστές δημιουργοί. «Μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου» χαρακτήρισε την «Αμοργό» ο Μάνος Χατζιδάκις, που ήταν στενός φίλος του, «επειδή περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του Μεσοπολέμου». Με την «Αμοργό» κλείνει και ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος του ελληνικού υπερρεαλισμού, που είχε ανοίξει με τον Νικήτα Ράντο, τον πρώιμο Ελύτη, τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο.

Από το 1943 που δημοσιεύτηκε η «Αμοργός» έως και το θάνατό του, μόνο τρία ποιήματά του ακόμη δημοσιεύτηκαν: το «Ελεγείο» (1946, περ. Φιλολογικά Χρονικά) και το «Ο ιππότης κι ο θάνατος» (1947, περ. Μικρό Τετράδιο), που από το 1969 και μετά περιέχονται στο βιβλίο «Αμοργός», και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963, περ. Ο Ταχυδρόμος), αφιερωμένο στον Γιώργο Σεφέρη.

Ο Γκάτσος ασχολήθηκε και με τη μετάφραση θεατρικών έργων, κυρίως για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Αφορμή υπήρξε το έργο «Ματωμένος γάμος» του Ισπανού ποιητή Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, που το μετέφρασε το 1943 και εκδόθηκε από τον Ίκαρο το 1945. Ανέβηκε από τον Κάρολο Κουν στο Θέατρο Τέχνης το 1948. Μετέφρασε δύο ακόμη θεατρικά έργα του Λόρκα, «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» (1954) και «Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» (1959) και όλα μαζί με τις μεταφράσεις των ποιημάτων «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας» και «Παραλογή του μισούπνου» από το 1990 και μετά εκδίδονται συγκεντρωμένα στον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Θέατρο και ποίηση», απόδοση Νίκου Γκάτσου.

Μετέφρασε, επίσης, επτά μονόπρακτα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς (1955-59), τη «Φουέντε Οβεχούνα» του Λόπε δε Βέγα (1959), τον «Ιώβ» του Άρτσιμπαλντ Μακ Λης (1959), τον «Πατέρα» του Αυγούστου Στρίντμπεργκ (1962), το «Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα« του Ευγένιου Ο΄Νηλ (1965) και άλλα που εκδίδονται σταδιακά από τις Εκδόσεις Πατάκη. Παράλληλα και για βιοποριστικούς λόγους συνεργάστηκε με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» ως μεταφραστής και με την Ελληνική Ραδιοφωνία ως μεταφραστής, διασκευαστής και ραδιοσκηνοθέτης.

Όλη του την έμπνευση και το απίστευτο ταλέντο, ο Νίκος Γκάτσος το διοχέτευσε στους στίχους, αφήνοντας μια μεγάλη παρακαταθήκη στις νεότερες γενιές.

Ο Νίκος Γκάτσος κατάφερε να παραβιάσει τα στενά όρια ανάμεσα σε ποίηση και στιχουργία και κατάφερε με όπλο του το συναίσθημα και την αλήθεια να δημιουργήσει γραπτά έργα τέχνης που μελοποιήθηκαν με ιδανικό τρόπο.

Η γνωριμία του με τον Οδυσσέα Ελύτη, υπήρξε καθοριστική στην εκπροσώπηση του ελληνικού υπερρεαλισμού και την απόλυτη σύνδεσή του με τον ίδιο.

Στον στιχουργικό του δρόμο συναντήθηκε και περπάτησαν μαζί μέχρι το τέλος, ο Μάνος Χατζιδάκις. Οι δυο τους αποτέλεσαν ένα μοναδικό καλλιτεχνικό δίδυμο που κατάφερε να μεταφέρει την ποίηση στις ψυχές μας. Σαν η μοίρα να αποζητούσε δύο τεράστιοι καλλιτέχνες να ενωθούν. Δημιούργησαν το ποιητικό τραγούδι οι δυο τους.

Τα επιτεύγματά τους, μεγάλωσαν γενιές και γενιές, σε κάθε χώρο που μπορεί να ακουστεί το μουσικό τους μεγαλείο. Οι άνθρωποι παραμένουν ζωντανοί μέσα από τα έργα τους. Κι αυτός είναι οι σκοπός της τέχνης! Να ερωτεύονται οι άνθρωποι την ίδια τη ζωή.

Ο Μάνος Χατζιδάκις, Διόσκουρος του Νίκου Γκάτσου, για τον ποιητή είπε: «Ο Γκάτσος επηρέασε εμένα και όχι εγώ τον Γκάτσο. Εγώ ήμουν ο μαθητής. Είχα την τύχη να εισπράξω πολύτιμα μαθήματα, ιδίως σε μια περίοδο, μετά την απελευθέρωση, που οι συνομήλικοί του φίλοι έφυγαν στην Ευρώπη και οι δικοί μου πάλι το ίδιο και μείναμε οι δυο μας στο πατάρι του ¨Λουμίδη¨ ή του ¨Πικαντίλλυ¨ να μιλάμε… Τον θεωρώ τον πιο σημαντικό άνθρωπο που γνώρισα στη ζωή μου, μετά τη μητέρα μου».

Η «Αμοργός» μελοποιημένη. Καντάτα για μέτζο-σοπράνο, τενόρο, βαρύτονο, ηθοποιό, μικτή χορωδία και συμφωνική ορχήστρα. Την παρουσίαση του έργου επιμελήθηκε -μετά τον θάνατο του συνθέτη- ο Κηπουργός, στον οποίον ο Μάνος είχε εμπιστευτεί επί μακρόν την ενορχήστρωση της Αμοργού.

«Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μία τρυφερή μου ἀγάπη

Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι

Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της

Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη

Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!»

Πέρα από το Μάνο Χατζιδάκι, οι σπουδαίοι του μουσικού μας κόσμου, Μίκης Θεοδωράκης, Δήμος Μούτσης, Σταύρος Ξαρχάκος, Λουκιανός Κελαηδόνης, μεταξύ άλλων, δημιούργησαν μουσικούς πίνακες που είναι πάντα επίκαιροι, για κάθε άνθρωπο, για κάθε ανθρώπινη ψυχή.

«Μάνα μου Ελλάς» από το ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ, σε μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου και ερμηνεία Νίκου Δημητράτου

«Στράτα τη στράτα», σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεία Γρηγόρη Μπιθικώτση

«Αν θυμηθείς το όνειρό μου», Μίκης Θεοδωράκης και Γιοβάννα

«Μια Κυριακή του Μάρτη», Λουκιανός Κηλαηδόνης και Δήμητρα Γαλάνη

«Αύριο πάλι», Δήμος Μούτσης και Γρηγόρης Μπιθικώτσης

Ένα ερασιτεχνικό βίντεο από συνάντηση Γκάτσου και Χατζιδάκι, λήψη του Γιώργου Λεφεντάριου

Αμέτρητα τα τραγούδια του, μοιάζει με ατελείωτο το έργο του. Και δε μπορεί να τελειώσει κάτι που επαναλαμβάνεται από στόμα σε στόμα, τραγουδιέται, χορεύεται. Δε μπορεί καν να παλιώσει και να μπει στην αποθήκη της μνήμης, κάτι που ζωντανεύει μέσα από εμάς τους ίδιους και θα συνεχίζει να ζωντανεύει από τα παιδιά μας, από τους επόμενους των παιδιών μας και από τους επόμενούς τους. Γιατί η ζωή δεν τελειώνει. Ο έρωτας δεν τελειώνει…

«Η μπαλάντα του Ουρί», Μάνος Χατζιδάκις και Βασίλης Λέκκας

«Αθανασία», Μάνος Χατζιδάκις και Βασίλης Λέκκας

Πώς να κλείσεις αυτό το αφιέρωμα όταν έρχονται στο νου και ανεβαίνουν στα χείλη κι άλλα κι άλλα κι άλλα τραγούδια…

«Κεμάλ», Μάνος Χατζιδάκις και Αλίκη Καγιαλόγλου

«Τ΄ αστέρι του Βοριά», Μάνος Χατζιδάκις και Λάκης Παππάς

«Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι,

Τώρα πετώ για της χαράς μου τη γιορτή»

Γιάννης Αγγέλου

Πληροφορίες από http://users.uoa.gr, https://www.lifo.gr, https://www.culturenow.gr, www.sansimera.gr

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...