Ο Γιάννης Ρίτσος συνεχίζει να ταξιδεύει στις λεωφόρους του μέλλοντος…

Γιάννης Ρίτσος
Γιάννης Ρίτσος

1η Μάη, ημέρα σταθμός, γιορτή για τους εργαζόμενους όλου του κόσμου. Ο Γιάννης Ρίτσος που γεννήθηκε την ίδια μέρα δεν μπορεί παρά να γεννά συμβολισμούς, οράματα, ελπίδα και ένα άσβεστο φως όπως ακριβώς είναι το έργο που έχει αφήσει στις νεότερες γενιές για να θαυμάζουμε, να διδασκόμαστε και να εμπνεόμαστε.

Η ποίησή του αποτελεί «οδηγό μάχης για τη ζωή, όπλο και σημαία στα χέρια του λαού για το φωτεινό μέλλον της ανθρωπότητας». ( Γ. Ρίτσος)

Ο Γιάννης Ρίτσος είχε βαθιά εσωτερική συνείδηση της κοινωνικής αποστολής της ποίησης, της τέχνης γενικότερα. Συνέδεσε άρρηκτα το μέρος με το όλον, με βαθύτερη διανοητική και καλλιτεχνική οπτική. Αφουγκραζόταν και εμπνεόταν από κοινωνική πραγματικότητα, την καθημερινή ζωή και τους αγώνες του λαού.

«Η ποίησή του είναι σχεδόν ημερολογιακή καταγραφή των σημαντικών γεγονότων του 20ου αιώνα… Ό,τι και να πει, ό,τι και να γράψει κανείς, η ιδεολογία του η κομμουνιστική, η βαθιά ανθρωπιστική, βρίσκεται παντού μέσα στο έργο του, ανασαίνει, υπάρχει μέσα στον παραμικρό του στίχο και με τίποτα δεν ακυρώνεται, δε μεταλλάσσεται, δεν αλλοιώνεται». ( Έρη Ρίτσου)

Απ’ το αμέτρητο έργο του παραθέτουμε σύντομα μικρά «αποσπάσματα», τα οποία μπορούν να αποτελέσουν την αφορμή ώστε ο αναγνώστης να αναζητήσει τις ποιητικές συλλογές και τα έργα του.


Ω Μούσα, εσύ
κάθε θρασύ
μερεύεις ήχο·
στο θαλασσί
γράφεις χρυσή
αυγή: το στίχο.
(Διέξοδος, Τρακτέρ 1930-34)


Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο
-καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Πότε τις χάρες σου, μια-μια, τις παίζω κομπολόι
πότε ξανά, λυγμό-λυγμό, τις δένω μοιρολόι.

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μές στ’ αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.

Τι έκανες, γιε μου, εσύ κακό; Για τους δικούς σου κόπους
την πλερωμή σου ζήτησες απ’ άδικους ανθρώπους.

Και, δε, μ’ ανασηκώνουνε· χιλιάδες γιους ξανοίγω,
μα γιόκα μου, απ’ το πλάγι σου δε δύνουμαι να φύγω.

Γιε μου, στ’ αδέρφια σου τραβώ και σμίγω την οργή μου,
σου πήρα το ντουφέκι σου· κοιμήσου εσύ πουλί μου.
(Επιτάφιος, 1936)


Έκανα φτερά τα δάκρυα σου
κι έφευγα μακριά για να σου φέρω
τη γύρη του αιθέρα
να ραντίσω τη σιωπή σου.
(Το τραγούδι της αδελφής μου, 1937)


Όσο πάνε τα χέρια τους μοιάζουνε πιότερο το χώμα
όσο πάνε τα μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τον ουρανό.

Το γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο με ουρανό. Δεν έχει πια
καθόλου τόπο
για άλλους νεκρούς. Δεν έχει τόπο η λύπη να σταθεί να πλέξει
τα μαλλιά της.
(Ρωμιοσύνη, γράφτηκε 1946-47)


Οι νύχτες μας στάθηκαν πολύ βαρειές
σαν όταν δε σ’ αφήνουνε να πεις την αλήθεια
και το φεγγάρι κρεμόταν στον ουρανό
όπως κρέμεται η τραγιάσκα του σκοτωμένου στο καρφί της πόρτας
( Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί,γράφτηκε 1950)


Είταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ – δύσκολος δρόμος.
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος. Τον κρατάς
όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου και μετράς το σφυγμό του
πάνου σε τούτο το σημάδι που άφησαν οι χειροπέδες.
Κανονικός σφυγμός. Σίγουρο χέρι. Σίγουρος δρόμος.

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να ναι κι από
αίμα
– όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα-
μπορεί να ναι κι απ’ το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.

Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε
τώρα,
Παράνομο χαμόγελο-όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
παράνομη κι η αλήθεια.

Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο
κι αυτόν τον ουρανό δε μπορούν να μας τα πάρουν.

Γιατί εμεί δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου απ’
τον κόσμο
εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.
(Καπνισμένο Τσουκάλι,γράφτηκε 1948-1949)


Διψάσαμε πολύ.
Πολύ πεινάσαμε.
Πολύ πονέσαμε.
Δεν το πιστεύαμε ποτές, να ναι τόσο σκληροί οι άνθρωποι
Δεν το πιστεύαμε ποτές
να χει τόση αντοχή η καρδιά μας.
(Μακρoνησιώτικα, γράφτηκε 1949)


Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,
και συ να λείπεις,
να ‘ ρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα,
και συ να λείπεις,

Να λείπεις,
δεν είναι τίποτα να λείπεις,
αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει.
Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θα είσαι για πάντα μέσα σε όλα εκείνα
που γι’ αυτά έχεις λείψει.
Θα είσαι για πάντα μέσα σε όλον τον κόσμο.

Ετσι αγαθός και δίκαιος
μείνε ώσπου να σωθεί το λάδι της ημέρας
ώσπου ν’ ανάψεις με το λύχνο σου
τους λύχνους των φτωχών και ταπεινών.
Ωσπου ν’ ανάψεις όλα τα κεριά των άστρων
(Οι γειτονιές του κόσμου,γράφτηκε 1949-1951)


Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάκτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.
( Σονάτα του Σεληνόφωτος, 1956)


Σταθμοί στη ζωή του Γιάννη Ρίτσου

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στην Μονεμβάσια της Λακωνίας την 1η Μάη του 1909. Είχε δύο αδέρφια, τον Μίμη και τη Λούλα. Ήταν «ένα παιδί ψηλό, λιγνό, ευγενικό, εύθραυστο». (Ν. Βρεττάκος)

Το 1917 τελειώνει τι 5ετές Δημοτικό σχολείο της Μονεμβασιάς. Αρχίζει να γράφει τους πρώτους στίχους.

Το 1921 χάνει από φυματίωση τον αδερφό και τη μητέρα του.

Το 1925 έρχεται στην Αθήνα όπου εργάζεται ως δακτυλογράφος σε δικηγορικό γραφείο.

Το 1926 προβάλλεται από φυματίωση.

Το 1927-29 νοσηλεύεται στην Κλινική Παπαδημητρίου και το Φλεβάρη εισάγεται στο σανατόριο «Σωτηρία» για 3 χρόνια όπου θα γνωρίσει την ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη και τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό που την επισκέπτεται. Αποκτά δεσμούς με ανθρώπους της βιοπάλης, διανοούμενους, στελέχη του ΚΚΕ. Εκεί αρχίζει να μελετά το έργο του Βάρναλη.

Το 1931-32 προσχωρεί στους «Πρωτοπόρους», περιοδικό προσκείμενο στο ΚΚΕ και συνδέεται με την Εργατική Λέσχη, όπου αναλαμβάνει την καλλιτεχνική του διεύθυνση.

Το 1934 συνεργάζεται με τον «Ριζοσπάστη», γράφοντας με το ψευδώνυμο Ι. Σοστίρ ( Ρίτσος, ανάποδα). Εκδίδεται η πρώτη ποιητική του συλλογή «Τρακτέρ».

Το 1936 θα γράψει το εμβληματικό έργο «δοξαστικό» στην εργατική τάξη, Επιτάφιος. Το έργο εμπνεύστηκε βλέποντας στον Ριζοσπάστη τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί πάνω απ’ τον δολοφονημένο γιο της στη Θεσσαλονίκη, την ημέρα της Απεργίας των καπνεργατών. Το έργο θα κάψει στην πυρά η δικτατορία Μεταξά λίγους μήνες αργότερα ως «ανατρεπτικό βιβλίο».

To 1937 εκδίδει το «Τραγούδι της Αδελφής μου», με τον Κωστή Παλαμά να γράφει «Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις».

Το 1938 προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο.

Το 1940-45 προσχωρεί στο Μορφωτικό Τμήμα του ΕΑΜ και παίρνει θέση στη μάχη ενάντια στο φασισμό. Μετά το Δεκέμβρη του 1944 φεύγει απ’ την Αθήνα προς τις ελεύθερες περιοχές όπυ γνωρίζει τον Άρη Βελουχιώτη.

Το 1946-47 γράφει τη Ρωμιοσύνη.

Το 1948 συλλαμβάνεται στην Αθήνα και εξορίζεται στο στρατόπεδο Κοντοπούλι της Λήμνου. Εκεί θα γράψει ένα ακόμη εμβληματικό του έργο, το «Καπνισμένο τσουκάλι».

Το 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο. Αρνείται να υπογράψει δήλωση μετανοίας. Εκεί γράφει τον «Πέτρινο Χρόνο» και κρατά σημειώσεις για τις «Γειτονιές του Κόσμου».

Το 1950-51 απολύεται ως φυματικός απ’ τη Μακρόνησο, σειρά έχει ο Άη Στράτης, όπου συνεχίζει τις «Γειτονιές του Κόσμου» ενώ θα γράψει το «Γράμμα στο Ζολιό Κιουρί» με αποτέλεσμα ένα διεθνές κύμα καταδίκης των στρατοπέδων εξορίας.

Το 1955 γεννιέται η κόρη του Έρη για την οποία θα γράψει το «Πρωινό Άστρο».

Το 1956 του απονέμεται το Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το έργο «Σονάτα του Σεληνόφωτος».

Το 1964 συμμετέχει στις εκλογές ως υποψήφιος με την ΕΔΑ.

Τον 1967 συλλαμβάνεται την πρώτη μέρα του πραξικοπήματος και οδηγείται έπειτα στη Γυάρο και τη Λέρο.

Το 1973 συμμετέχει στον μεγάλο ξεσηκωμό του Πολυτεχνείου.

Το 1974 συγκλονισμένος απ’ την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, γράφει το «Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο».

Το 1975 κυκλοφορεί, πλέον ελεύθερα το σύνολο του έργου, του απονέμεται βραβεία ενώ προτείνεται για Νόμπελ.

Το 1977 βραβεύεται στη Μόσχα με το βραβείο «Λένιν» για την ειρήνη και τη φιλία των λαών.

Το 1990 μετά από ένα μακρύ ταξίδι, φεύγει στις 11 Νοεμβρίου.


Ορέστης

Πηγές:
1.Γιάννης Ρίτσος. Πάντα παρών στο κάλεσμα της εποχής / Επιστημονικό Συνέδριο ( εκδ. “Σύγχρονη Εποχή)
2. Εφημερίδα “Ριζοσπάστης”
3. Ποιήματα, Γιάννης Ρίτσος (εκδ. “Κέδρος”)
4. Αφιέρωμα στο Γιάννη Ρίτσο (εκδ. “Κέδρος”)

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...