Ο «Παλαιών Πατρών» δεν ύψωσε το λάβαρο της Ελληνικής Επανάστασης

Παλαιών Πατρών Γερμανός

Το θέμα, αν -όπως γράφουν κάποια βιβλία ο Γεώργιος Κόζης (μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός), «ύψωσε το λάβαρο της Ελληνικής Επανάστασης» έχει απασχολήσει πολλούς ιστορικούς που ομόφωνα σχεδόν απαντούν:

Όχι! Ούτε η 25η Μαρτίου είναι η μέρα που κηρύχθηκε η Επανάσταση ούτε ο Παλαιών Πατρών ήταν από τους πραγματικούς πρωτεργάτες της.

«Ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της επαναστάσεως» (Σπ. Τρικούπης)

Ο Γ. Λαμπρινός στο βιβλίο του «Μορφές του εικοσιένα» γράφει:
«Δύο ήσανε οι σοβαρές επαναστατικές εστίες στον Μοριά όπου ξεπήδησαν όπου ξεπήδησαν οι πρώτες επαναστατικές φλόγες και σημείωσε την επίσημη αρχή της η Επανάσταση: η Καλαμάτα και η Πάτρα.
Και οι δυο τούτες οι Μοραΐτικες πολιτείες κινήθηκαν πριν από την ημέρα του θρύλου (η πρώτη στις 23 και η άλλη από τις 21 του Μάρτη) και με ανθρώπους άλλους από κείνους που έσωσε ως εμάς η ιστορική παράδοση.
Η πρώτη έπεσε με τη συστηματική πολιορκία του αρματωμένου χωρικού λαού με τον Παπαφλέσσα, τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους πολέμαρχους. Ο Μαυρομιχάλης ήρθε την ημέρα που έπεσε, ύστερα από μύριους δισταγμούς κι όταν δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
Η Πάτρα άναψε το ντουφέκι νωρίτερα με τον ξεσηκωμό του ίδιου του λαού της, όταν ακόμη οι τρανοί κοτζαμπάσηδες ήσαν κρυμμένοι στις αψηλές βουνοκορφές των Καλαβρύτων σκιαγμένοι απ’ το κυνηγητό της τούρκικης εξουσίας» (έκδοση 1943 – σελ. 124)

Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τρίτες πηγές.
Ο Γ. Φίνλεϋ που δεν είχε καμιά συμπάθεια στους καπεταναίους, τους Φιλικούς και τους λαϊκούς αγωνιστές, αλλά δε χαρίζεται και στους Κοτζαμπάσηδες γράφει:

«Συχνά αναφέρονται σαν πρώτες επαναστατικές κινήσεις τα γεγονότα που συνδέονται με το Γερμανό και τους προεστούς της Αχαΐας.
Αλλά η αλήθεια είναι ότι ο λαός με την παρακίνηση των Φιλικών πήρε άφοβα τα όπλα, ενώ οι άρχοντές του καιροσκοπούσαν
».

Είναι γνωστό πως από τα τέλη του 1819 γίνονται στο Μοριά προετοιμασίες για εθνικό σηκωμό.
Οι αγρότες και ο υπόλοιπος λαός που υπόφερε τα πάνδεινα από τους αγάδες και τους κοτζαμπάσηδες, άκουγαν με ενθουσιασμό τους απόστολους της Φιλικής που τους κατηχούσαν πια ανοιχτά ακόμα και μέσα στα καφενεία.
Όπως γράφει ο Σπηλιάδης «το μυστικόν της Εταιρείας διεδόθη εις τον λαόν και το πνεύμα της Επαναστάσεως κυριέυει όλα τα πνεύματα». Σε λίγο, με την καθοδήγηση των φιλικών, οι οπλοποιοί, οι σιδηρουργοί, οι ξυλουργοί δουλεύουν κρυφά και ετοιμάζουν όπλα και πολεμοφόδια, δεκάδες πατριώτες βγαίνουν στα βουνά και γυμνάζονται στο ντουφέκι, τραγουδώντας τα ηρωικά τραγούδια του Ρήγα.

Αντίθετα όμως από το λαό, οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος – ακόμη κι εκείνοι που οι φιλικοί με την ψεύτικη διαβεβαίωση πως πίσω από τη ανώτατη αρχή κρύβεται η Ρωσία, είχαν κατορθώσει να τους μυήσουν στα μυστικά της Εταιρείας – είναι διστακτικοί.
Φοβούνται μη χάσουν τα αγαθά και τα προνόμια τους. Θέλουν να βεβαιωθούν πως είναι εξασφαλισμένη η νίκη της Επανάστασης για να πάνε με το μέρος της.
Για να επιταχυνθεί ο Σηκωμός, να σπάσουν οι αντιδράσεις και να συντονιστεί ο αγώνας, η Φιλική στέλνει στην Πελοπόννησο το φλογερό πατριώτη, το δαιμόνιο οργανωτή τον Παπαφλέσσα.
Μόλις οι κοτζαμπάσηδες μαθαίνουν τον ερχομό του στην Ύδρα τρομάζουν.
«Χαθήκαμε» έλεγε ο ένας. «Θα μας πάρει στο λαιμό του» φώναζε ο άλλος (Σπηλιάδη, τ. 1ος). Στέλνουν λοιπόν τον Σπ. Αρβάλη στην Ύδρα για να πείσει τους προεστούς να μην το αφήσουν να περάσει στο Μοριά και σε ανάγκη να τον φυλακίσουν. Αλλά ο Αρβάλης όταν συναντήθηκε με τον Παπαφλέσσα στις Σπέτσες, έγινε θερμός οπαδός του. Άκουσε και πίστεψε στο κήρυγμά του και γυρίζοντας στην Πελοπόννησο προσπάθησε να σπάσει τους δισταγμούς των κοτσαμπάσηδων και των δεσποτάδων.

Αυτό τρόμαξε ακόμη πιο πολύ τους προεστούς που αποφασίζουν να εξοντώσουν τον Παπαφλέσσα ή τουλάχιστον να τον φυλακίσουν. Αλλά ο Παπαφλέσσας που μαθαίνει τα σχέδιά τους παίρνει τα μέτρα του, ειδοποιεί τους δικούς του που στέλνουν ένοπλους για να τον συνοδεύσουν, περνά στο Ναύπλιο, στο Άργος και τέλος μεταμφιεσμένος σε Τούρκο Αγά φτάνει φτάνει στη Βοστίτσα (Αίγιο).
Εκεί συγκεντρώνονται γύρω του οι φιλικοί της περιοχής κι αρχίζουν τις εντατικότερες προετοιμασίες για την Επανάσταση.

Οι προεστοί χωρίς να εγκαταλείψουν το σχέδιο της εξόντωσης του Παπαφλέσσα υποχρεώνονται να συζητήσουν μαζί του και να τον ακούσουν.
Έτσι στις 26 του Γενάρη αρχίζει η μυστική συνέλευση της Βοστίτσας, όπου είχαν συγκεντρωθεί οπι πιο σημαντικοί κοτζαμπάσηδες της Αχαΐας: Οι Ασημάκης και Ανδρέας Ζαΐμης, ο Σ. Χαεραλάμπης, ο Σ. Θεοχαρόπουλοςς, ο Ν. Λόντος, κι οι δεσποτάδες Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Προκόπιος από τα Καλάβρυτα κι ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός. «Η εν Βοστίτση γενομένη συνέλευσις των προχούντων, μικρά μεν ήτο κατά τον αριθμόν των συνελθόντων προσόπων, αλλ’ η δειλία τους ήτο μεγαλυτέρα» (Φωτάκου, τ. 1ος).

Ο Παπαφλέσσας για να προλάβει κάθε μπαμπεσιά τους, φτάνει με τα παλικάρια του, που είχαν κρυμμένα τα άρματα κάτω απ’ τις κάπες τους» (Δημ. Φωτιάδη «Καραϊσκάκης», σελ. 90).
Σε πέντε συνεδριάσεις ο φλογερός επαναστάτης αγωνίζεται να εγκαρδιώσει και να μεταπείσει το τρομοκρατημένο και αντιδραστικό αρχοντολόι.
Ακούει τις πιο φοβερές βρισιές και συκοφαντίες όχι μόνο από τους κοτζαμπάσηδες αλλά και από τους αντιπροσώπους του Θεού, τους δεσποτάδες.
Ο πιο φοβερός ήταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Αυτός κυρίως έδωσε τη μάχη κατά του αντιπροσώπου της φιλικής.
Έφτασε στο σημείο να αποκαλέσει τον Παπαφλέσσα «άρπαγα, εξωλέστατον, αλιτήριον, ασυνείδητον», που δεν φρόντιζε για τίποτα άλλο «ειμή τίνι τρόπωνα ερεθίση την ταραχήν του ΄Εθνους δια να πλουτίση εκ των αρπαγών».
Αλλά φαίνεται πως κι ο Παπαφλέσσας δεν χάρισε κάστανα του δεσπότη. Του απάντησε πως αυτός κατάφερε να γίνει αρχιερέας αφού δωροδόκησε τους τρανούς του Πατριαρχείου!

Τελικά ο Παλαιών Πατρών απάντησε στον Παπαφλέσσα εκ μέρους και των άλλων αρχόντων ότι θεωρούν όλα όσα τους είπε «μηδαμινώτατα και σαθρά» και τον διέταξαν να περιορισθεί και να πάψει να ξεσηκώνει το Λαό.

Δοκίμασαν μάλιστα να τον φυλακίσουν με μπαμπεσιά στο Μέγα Σπήλαιο, αλλά ο Παπαφλέσσας κατάφερε να κάνει κι εκεί οπαδούς της Επανάστασης τους περισσότερους καλόγερους.

Οι Τούρκοι που είχαν μάθει το μυστικό της Φιλικής από την προδοσία ενός άλλου κοτζαμπάση, του Σωτήρη Κουγιά, καλούν τους δεσποτάδες και προεστούς στην Τριπολιτσά. Η είδηση φέρνει σύγχυση και πανικό στους προύχοντες της Αχαΐας. Ο Α. Ζαΐμης, ο Α. Λόντος, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και άλλοι συγκεντρώνονται στην Αγία Λαύρα για να δουν τι θα κάνουν. Εκεί «συσκεφθέντες απεφάσισαν, όπως ομολογεί στα απομνημονεύματά του ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών, να μην δώσουν αιτίαν τινά, αλλά ως πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις μέρος ασφαλές και μερισθέντες ανεχώρησαν εις διάφορα χωρία των Καλαβρύτων».

Όπως παρατηρεί ορθά ο Τ. Σταματόπουλος, «στην Αγία Λαύρα όχι μόνο δεν ύψωσαν σημαίαν επαναστατικήν ο Π.Π. Γερμανός και οι άλλοι κοτζαμπάσηδες, αλλά εκεί ακριβώς εκδηλώθηκεν όλος ο φόβος τους για την επανάσταση και η απεγνωσμένη τους προσπάθεια να την ματαιώσουν». |> «Ο εσωτερικός αγώνας πριν και κατά την επανάσταση του 1821», σελ. 157).
Αλλά και ο Σπ. Τρικούπης ομολογεί πως «ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη Μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της επαναστάσεως» (Σπ. Τρικούπη «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», τομ 1ος, σελ. 368)

Ο Παπαφλέσσας παρατώντας τους έντρομους κοτζαμπάσηδες της Αχαΐας κατέβηκε στη Μάνη όπου βρήκε τον Κολοκοτρώνη, τον Αναγνωσταρά, το Νικηταρά κι άλλους καπεταναίους κι αγωνιστές που ήταν έτοιμοι για την Επανάσταση.

Μαζί ιδρύουν λίγο έξω από την Καλαμάτα το πρώτο στρατόπεδο του αγώνα που μάζεψε σε λίγο δυο χιλιάδες αρματωμένους κι αρχίζουν τη συστηματική πολιορκία της Καλαμάτας. Στο μεταξύ στις 16 του Μάρτη, οι Ν. Σολιώτης, και Ανδρ. Πετιμεζάς, με εντολή του Παπαφλέσσα που ήθελε να βιάσει τα πράματα στήνουν καρτέρι και σκοτώνουν δυο Τούρκους σπαχήδες στο δρόμο Καλαβρύτων – Τριπολιτσάς, κοντά στο Λιβάρτσι. Αμέσως το τουφεκίδι απλώθηκε σ’ όλο το Μοριά.

Στην Πάτρα η τουρκική φρουρά μόλις έμαθε πως οι Πετιμεζαίοι χτύπησαν τον διοικητή των Καλαβρύτων Αρναούτογλου και το ασκέρι του, έκλεισε τον τουρκικό πληθυσμό στο φρούριο και την άλλη μέρα, στις 21 του Μάρτη ξεχύθηκε στην πόλη μ’ αλαλαγμούς και τουφεκιές και πολιόρκησε το σπίτι του Φιλικού Παπαδιαμαντόπουλου. Αλλά τότε ένας γενναίος Φιλικός ο τσαγκάρης Παν. Καρατζάς κάλεσε το λαό στα όπλα κι άρχισαν πολυαίμακτες συγκρούσεις που κράτησαν ολόκληρη τη μέρα. Το βράδυ οι Τούρκοι είχαν πάθει πανωλεθρία κι υποχρεώθηκαν να κλειστούν κυνηγημένοι στο Φρούριο. Έτσι ο λαός έμεινε κύριος της πόλης και γιόρτασε τη νίκη του. Ύστερα από τρεις μέρες έφτασαν οι πρόκριτοι στην απελευθερωμένη πια πόλη και σχημάτισαν το «Αχαϊκόν Διευθυντήριον».

«Ψέμα λοιπόν πως ο Γερμανός ύψωσε πρώτος τη σημαία της Επανάστασης. Τη σημαία την ύψωσε ο Καρατζάς μαζί με τους δικούς του που όλοι τους ανήκανε στη μέση τάξη, στο λαό κι όχι στο αρχοντολόγι» (Κορδάτος «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας», τομ Β’, σελ. 185).

Είναι φανερό πως το θρύλο τον δημιούργησαν οι ίδιοι οι κοτζαμπάσηδες και ο ανώτερος κλήρος που κυριάρχησαν μετά την Επανάσταση κι έκαναν ό,τι τους ήταν δυνατό, να προβληθούν αυτοί ως ελευθερωταί του Έθνους και να μειώσουν τη συμβουλή των αληθινών αγωνιστών που τους κατέτρεχαν, τους φυλάκιζαν και τους καταδίκαζαν ακόμη και σε θάνατο (Κολοκοτρώνη, Πλαπούτα) σαν …προδότες!

  • |> Ο Α1 τόμος του Δοκιμίου ιστορίας του ΚΚΕ, μέσα από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού και μακριά από σχηματοποιήσεις και προφανή»

(2.4) Παράγοντες διαμόρφωσης επαναστατικής κατάστασης

Την προεπαναστατική περίοδο εμφανίστηκαν οι μεταρρυθμιστικές απόπειρες των σουλτάνων Σελίμ Γ’ (1789-1807) και Μαχμούτ Β’ (1808-1839), που είχαν ως κεντρικό άξονα τη στρατιωτική αναδιοργάνωση με τη δημιουργία τακτικού στρατού (ευρωπαϊκού τύπου) και την αποκατάσταση του κρατικού συγκεντρωτισμού πάνω σε νέα οικονομική βάση.

Οι μεταρρυθμίσεις στηρίχτηκαν εξωτερικά από τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία, καθώς και εσωτερικά από τους νέους Οθωμανούς γαιοκτήμονες τσιφλικάδες που ενδιαφέρονταν για το ξεπέρασμα του διοικητικού κατακερματισμού, την απαλλαγή της γαιοκτησίας από τις στρατιωτικές υποχρεώσεις και την εδραίωση της ατομικής κληρονομικής ιδιοκτησίας πάνω στη γη.

Στηρίχτηκαν ως ένα βαθμό και από Έλληνες Φαναριώτες, γιατί άνοιγαν δρόμο για μείωση της φορολογικής ανισότητας μουσουλμάνων-χριστιανών και για την ένταξη χριστιανών στον τακτικό στρατό, ενώ τροφοδοτούσαν τις φαντασιοπληξίες τους για ανασύσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Πατροπαράδοτα τμήματα της οθωμανικής στρατιωτικής οργάνωσης (πεζικό των γενίτσαρων, ιππικό των σπαχήδων) αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της διάλυσης και της απώλειας. Αγροτικοί μουσουλμανικοί πληθυσμοί επιβαρύνθηκαν με αυξημένους φόρους και αισθάνθηκαν την απειλή υποβολής σε τακτική στρατιωτική υπηρεσία.
Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’ προχώρησε στην εξόντωση πολλών τοπικών τοπαρχών (ντερεμπέηδων) και στην πολιορκία του Αλή Πασά στα Γιάννενα, τον οποίο στήριζαν ήδη οι γενίτσαροι.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, αυξήθηκαν οι φόροι της Εκκλησίας και οι οικονομικές υποχρεώσεις των Φαναριωτών. Το Πατριαρχείο έβλεπε, επίσης, ως κίνδυνο την εκσυγχρονιστική πορεία των νέων σουλτάνων προς ένα πιο πολυεθνικό κράτος, που απειλούσε τη φυλογενετική συγκρότηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επομένως τα προνόμια του Πατριαρχείου.

Η αύξηση των φόρων, των διοδίων, των επιβαρύνσεων για δικαιώματα έπληξε τους Έλληνες φτωχούς γεωργούς και κτηνοτρόφους. Παράλληλα, το νέο στρατιωτικό και διοικητικό σύστημα υποβάθμιζε και εκμηδένιζε τα αρματολίκια, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν οι κλέφτες που προέρχονταν από ορεινούς κτηνοτροφικούς πληθυσμούς.
Οι κοτζαμπάσηδες, που είχαν ισχυροποιηθεί από την ιδιοποίηση του αγροτικού υπερπροϊόντος των χωρικών, άρχισαν να εποφθαλμιούν τα απέραντα τουρκικά κτήματα.

Η κρίση της εμπορικής ναυτιλίας και η υποχώρηση του εμπορίου συνέβαλαν επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην όξυνση της αντίθεσης με τις συνθήκες της οθωμανικής κυριαρχίας.

Την ίδια περίοδο, ο τερματισμός των Ναπολεόντειων Πολέμων και των σχετικών ναυτικών αποκλεισμών και η ανάκτηση από τη γαλλική ναυτιλία των θέσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο συρρίκνωσε τη δραστηριότητα και τα κέρδη των Ελλήνων πλοιοκτητών, ενώ εμφανίστηκαν άνεργοι ναυτικοί στα νησιά. Η κρίση της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας το 1815 και η υποχώρηση του εμπορίου συνέβαλαν στην αύξηση των επαναστατικών διαθέσεων. Στην ελληνική αστική τάξη κυριαρχούσε πλέον ο στόχος για τη δημιουργία ανεξάρτητου αστικού κράτους.

Στην επιλογή του επαναστατικού δρόμο συνέβαλαν, επίσης, οι εξελίξεις στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια.
Η συντριβή του Ναπολέοντα και η επικράτηση της Ιεράς Συμμαχίας και του Μέτερνιχ καθιστούσε έωλο κάθε σχεδιασμό ειρηνικής επίλυσης του ελληνικού εθνικού ζητήματος από τις Μεγάλες Δυνάμεις (Μ. Βρετανία, Γαλλία και Ρωσία).

Στα Βαλκάνια, μετά από τη Σερβική Εξέγερση του 1804, οι Σέρβοι απαιτούσαν να αναγνωριστεί επίσημα ο Μίλος Οβρένοβιτς που είχε εκλεγεί από τη σερβική εθνοσυνέλευση και να ρυθμιστεί σε σταθερή βάση η ετήσια απόδοση φόρων στην Τουρκία, ώστε να εδραιώσουν τη σχετική αυτονομία τους.

(2.5). Ο χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821

Η Επανάσταση του 1821 ήταν αστική εθνικοαπελευθερωτική.
Κυριάρχησαν τα αιτήματα των αστικών στρωμάτων, που αντικειμενικά είχαν συμφέρον από την εθνική απελευθέρωση, σε συνδυασμό με τη δημιουργία αστικού κράτους, με στόχο να διαμορφωθεί εσωτερική εθνική αγορά και να διεκδικηθεί η αναβάθμιση της θέσης της ελληνικής αστικής τάξης στην ευρύτερη περιοχή.
Η αστική τάξη υπήρξε η κοινωνική δύναμη στην οποία ανήκε η πρωτοβουλία για την προετοιμασία, την ανάπτυξη και την καθοδήγηση της Επανάστασης.

Οι προϋπάρχουσες έντονες διαφοροποιήσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα μέσα στις γραμμές της αστικής τάξης συνεχίστηκαν και με το ξέσπασμα της Επανάστασης και στην εξέλιξή της, ενώ αποτυπώθηκαν με σαφήνεια στις διαφορετικές αντιλήψεις και επιδιώξεις αναφορικά με το χαρακτήρα, τους κοινωνικούς και εδαφικούς στόχους του πρώτου ελληνικού κράτους.
Γενικά, η αδύναμη και σχετικά ολιγάριθμη αστική τάξη επιθυμούσε ένα αστικό συγκεντρωτικό κράτος, με Σύνταγμα και κοινοβούλιο, με εθνική αγορά, που σήμαινε κατάργηση των ορίων μεταξύ των τοπικών αγορών, πάνω στα οποία είχαν διαμορφωθεί οικονομικά συμφέροντα.
Καθώς δέσποζε το εφοπλιστικό κεφάλαιο, η αστική πλευρά επιθυμούσε μια ισχυρή κεντρική εξουσία, ικανή να συγκεντρώνει κρατικά έσοδα για να στηρίξει τη διεθνή κίνηση του εμπορικού στόλου.
Ταυτόχρονα, το εφοπλιστικό κεφάλαιο επιθυμούσε αποζημιώσεις για τη συμμετοχή στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα, με κτήματα που θα προέκυπταν από την εθνικοποίηση των τουρκικών κτημάτων.

Ωστόσο, η μεγάλη διασπορά του ελληνισμού εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας -και όχι μόνο- δυσκόλευε τη συνοχή και τη συγκρότηση ελληνικής αστικής τάξης, ικανής να διεκδικήσει τη συγκρότηση κράτους με σημαντικό μέγεθος επικράτειας. Ταυτόχρονα, η διασπορά τροφοδοτούσε και απόψεις περί ανασυγκρότησης του Βυζαντίου.
Από την πλευρά τους, οι προεστοί και οι αρματολοί επιθυμούσαν τη διατήρηση και ενίσχυση των τοπικών προνομίων και εξουσιών που είχαν προηγουμένως και δεν ήταν πρόθυμοι να ανοίξουν το δρόμο σ’ ένα συγκεντρωτικό αστικό κράτος.

Οι μικροί ιδιοκτήτες και οι ακτήμονες αγρότες, προσδοκούσαν την απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων και τη βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης με την αποτίναξη του καθεστώτος του ραγιά, περιορισμό των προνομίων των προεστών και του ανώτερου κλήρου και κάποια διανομή της γης, που δεν είχε, όμως, ακόμα διαμορφωθεί σε ισχυρό και σαφές πολιτικό αίτημα.
Οι προσδοκίες των λαϊκών στρωμάτων δεν ήταν αυθαίρετες. Με την εκδήλωση και την εξέλιξη της Επανάστασης του 21′ καταργήθηκε ο κεφαλικός φόρος και αρκετές τοπικές φορολογικές επιβαρύνσεις που συνδέονταν με την αγοραπωλησία κρατικών θέσεων, δημεύτηκαν τα κτήματα των Τούρκων και εδραιώθηκε η πλήρης ιδιοκτησία στα κτήματα που καλλιεργούσαν οι πρώην ραγιάδες.

Τέλος, ο ανώτερος κλήρος και οι Φαναριώτες δεν είχαν εγκαταλείψει την περίοδο εκδήλωσης της Επανάστασης την ουτοπική προσδοκία μιας ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η οποία θα μπορούσε να υπηρετηθεί πιο αποτελεσματικά με το μεταρρυθμιστικό δρόμο μέσα στο οθωμανικό κράτος.

Αυτή η αντιφατική διαπλοκή συμφερόντων μεταξύ διαφορετικών τάξεων και στρωμάτων εξηγεί τη ρευστότητα των κοινωνικών συμμαχιών, τους προσωρινούς συμβιβασμούς και τις εμφύλιες συγκρούσεις.

Το κοινωνικό, ταξικό περιεχόμενο της εμφύλιας σύγκρουσης αποτυπώθηκε και στη διαπάλη για τις αποφάσεις των Εθνοσυνελεύσεων της Επιδαύρου και του Άστρους.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η αστική τάξη προσανατολίστηκε σε ένα καθεστώς συνταγματικής μοναρχίας υπό την προστασία κάποιας μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης που θα την βοηθούσε να διεκδικήσει καλύτερους όρους σύνδεσης στη διεθνή αγορά και μια πιο ισχυρή θέση στα Βαλκάνια και στην ευρύτερη περιοχή. Στην αστική πλευρά επικράτησε ο αγγλόφιλος προσανατολισμός

1821: Αρχίζει το κίνημα του Υψηλάντη στη Μολδοβλαχία

Η έναρξη της Επανάστασης του ’21 γιορτάζεται την 25η Μάρτη.
Η ημερομηνία αυτή συνδέεται με την έναρξη της εξέγερσης στην Πελοπόννησο (αν και αυτό αμφισβητείται έντονα).
Στην πραγματικότητα η Ελληνική Επανάσταση άρχισε ένα μήνα πριν στη Μολδαβία.

Είναι γνωστό ότι το αρχικό σχέδιο της Φιλικής Εταιρείας προέβλεπε την έναρξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο με επικεφαλής τον ίδιο τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.
Αλλά στον αρχηγό των Φιλικών, που το Φλεβάρη του 1821 βρισκόταν στο Κισνόβιο, όπου είχε στήσει το επιτελείο του, έφθασαν ανησυχητικές ειδήσεις, ότι η Πύλη αποκάλυψε τα σχέδια των επαναστατών. Τότε ο Υψηλάντης αποφάσισε να αρχίσει αμέσως την Επανάσταση από ένα σημείο κοντά στο Κισνόβιο, στα ανατολικά σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για να αποσπάσει την προσοχή της Πύλης από τις επαναστατικές ζυμώσεις στην Ελλάδα.

Στις 22 Φλεβάρη 1821, στις 6 το βράδυ, ο Υψηλάντης με τους αδελφούς του Νικόλαο και Γεώργιο, τον Γ. Καντακουζηνό, τον Πολωνό αξιωματικό Γαρνόφσκι και μερικούς άλλους εγκαταλείπει τη Ρωσία, περνάει τον ποταμό Προύθο και αποβιβάζεται στο Ιάσιο. Αυτή η ημέρα θεωρείται ως αρχή του κινήματος.
Στις 23 Φλεβάρη ο Υψηλάντης και οι σύντροφοί του μεταβαίνουν στο Ιάσιο και από εκεί εκδίδει τρεις προκηρύξεις μεγάλης σημασίας από τις οποίες αποδεικνύεται ότι ο αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας άρχιζε την εξέγερση στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, δρούσε όμως ως πανελλήνιος ηγέτης.
Στην πρώτη προκήρυξη που απηύθυνε προς το έθνος έγραφε: «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος», με την οποία καλούσε τους Ελληνες:«Να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν Να ελευθερώσωμεν την Πατρίδαν».
▪️ Στο Ιάσιο άρχισαν εντατικές προετοιμασίες και στις 2 Μάρτη εκδηλώθηκε το κίνημα στο οποίο ο Υψηλάντης ήταν επικεφαλής 4-5 χιλιάδων ενόπλων ανδρών.
▪️ Το κίνημα απέτυχε (μάχη Δραγατσανίου -7 Ιούνη 1821) και ο στρατός του Υψηλάντη διαλύθηκε.
▪️ Ο ίδιος και οι δύο αδελφοί του φυλακίστηκαν στην Αυστρία όπου έμειναν για έξι χρόνια.
▪️ Ο αρχηγός της Επανάστασης πέθανε το Γενάρη του 1828 στη Βιέννη, δύο μήνες μετά την αποφυλάκισή του.
▪️ Όμως, το κίνημα αυτό συνέβαλε αποφασιστικά στην επιτυχία της Επανάστασης στην Ελλάδα, καθώς υποχρέωσε την Πύλη για το κρίσιμο διάστημα (Φλεβάρης- Ιούνης του 1821), να δεσμεύσει στη Μολδοβλαχία μεγάλες δυνάμεις, τις οποίες αλλιώς θα διέθετε για την κατάπνιξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο.

🔷 1821: Η Επανάσταση ξεκίνησε πριν … τον Γερμανό

«Καζάνι που βράζει» έμοιαζε η Πελοπόννησος, ο Μοριάς, τις μέρες του Μάρτη του 1821. Η τελετή στην Αρεόπολη στις 18 του μήνα ήταν κάτι σαν σύνθημα, που περίμεναν οι σκλαβωμένοι σ’ όλες σχεδόν τις πόλεις της περιοχής. Η πρώτη σχετικά οργανωμένη και μαζική εξέγερση σημειώθηκε στην Πάτρα. Στις 21 Μάρτη οι Τούρκοι, μετά από φήμες που κυκλοφόρησαν για ξεσηκωμό των Ελλήνων, συγκεντρώθηκαν συν γυναιξί και τέκνοις στο Φρούριο της πόλης και από εκεί πυροβολούσαν προς τις ελληνικές συνοικίες. Το γεγονός ενθάρρυνε τους Ελληνες που βγήκαν στους δρόμους με επικεφαλής αρκετά μέλη της Φιλικής Εταιρείας. Ηγέτης της εξέγερσης αναδείχτηκε ο Παναγιώτης Καρατζάς, Φιλικός, πολύ αγαπητός στις λαϊκές μάζες και ατρόμητος αγωνιστής. Πολλοί Κεφαλονίτες και Ζακυνθινοί, που ζούσαν στην Πάτρα, συγκρότησαν δικές τους ξεχωριστές ομάδες και πήραν μέρος στην εξέγερση. Στην περιοχή Τάσι έγινε πραγματική μάχη με πολλούς Τούρκους νεκρούς. Στις 22 Μάρτη οι επαναστάτες, με επικεφαλής τον Καρατζά κυριαρχούσαν σ’ όλη την Πάτρα. Τότε μόνο αποφάσισαν να μπουν στο χορό οι κοτζαμπάσηδες και προύχοντες της Αχαΐας. Φτάνουν, λοιπόν, στην Πάτρα ο Ζαΐμης, ο Λόντος, ο Ρούφος, ο Χαραλάμπης και ο Δεσπότης Γερμανός.

Όπως ήδη αναφέρθηκε (Γιάννης Κορδάτος στην Ιστορία του) είναι«Ψέμα, πως ο Γερμανός ύψωσε πρώτος τη σημαία της Επανάστασης», …
«Τη σημαία την ύψωσε ο Καρατζάς μαζί με τους δικούς του που όλοι τους ανήκανε στη μέση τάξη, στο λαό και όχι στο αρχοντολόγι
».

Στις 22 Μάρτη, όμως, έγινε ένα αποφασιστικό βήμα για την απελευθέρωση της Καλαμάτας που ήταν και η πρώτη μεγάλη νίκη της Επανάστασης. Μια επιτυχία που φούντωσε τον ξεσηκωμό σ’ όλο το Μοριά αλλά είχε μεγάλη απήχηση και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τους Μούρτζινους και 2.000 άνδρες πιάνει τους λόφους της Καλαμάτας προς τη Σπάρτη. Ο Παπαφλέσας με τον Αναγνωσταρά και το Σταματελόπουλο πιάνουν την άλλη πλευρά, η πόλη βρίσκεται σε ελληνικό κλοιό. Την επομένη, η Καλαμάτα έπεσε στα χέρια των επαναστατών.

Παναγιώτη Καρατζάς
ένας τσαγκάρης ηγέτης της επανάστασης

Ο Αναστασόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, από νεαρός ερχόταν σε σύγκρουση με την τουρκική εξουσία.
Δεν είναι γνωστό πότε μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία -το πιο πιθανό είναι ότι μυήθηκε από τον Παπαφλέσσα, το σίγουρο είναι πως τις παραμονές της επανάστασης ο Καρατζάς, μαζί με τον Παναγιώτη Ανδριτσόπουλο είχαν συγκροτήσει ένοπλο τμήμα 50 ανδρών και στις 14-16 Μάρτη του 1821 ο Νίκος Σολιώτης μαζί με τον Αναγνώστη Κορδή και άλλους κλέφτες έστησαν ενέδρα και χτύπησαν φοροεισπράχτορες των Τούρκων και στην τοποθεσία «Πόρτες», κοντά στο χωριό Αγρίδι στον Χελμό, τρεις ταχυδρόμους που μετέφεραν επιστολές του Καϊμακάμη (διοικητή) της Τρίπολης Μεχμέτ Σαλίχ στον Χουρσίτ πασά στα Ιωάννινα.
Εκείνες τις μέρες, ο Μεχμέτ Σαλίχ είχε απαιτήσει από τους πρόκριτους και τους αρχιερείς της Πελοποννήσου να παρουσιαστούν στην Τρίπολη, ουσιαστικά όμηροι. Πολλοί πήγαν, ορισμένοι κρύφτηκαν καιροσκοπικά, λίγοι αρνήθηκαν. Ανάμεσα σε αυτούς που ξεκίνησαν να πάνε την Τρίπολη ήταν κι ο Π.Π. Γερμανός. Ο Καρατζάς με τους άντρες του θα τον υποχρεώσουν με ισχυρή πειθώ (…) να γυρίσει πίσω!

🔷 Η απάντηση των ένοπλων Ελλήνων ήταν άμεση! Με επικεφαλής τον Καρατζά και τους Επτανήσιους Β. Λιβαδά και Ν. Γερακάρη χτύπησαν τους Τούρκους και τους ανάγκασαν να τραβηχτούν στο κάστρο της Πάτρας. Αξίζει να αναφέρουμε πως την πρώτη νύχτα ο Καρατζάς και οι 50 άντρες του έτρεχαν συνεχώς γύρω από το Κάστρο δίνοντας την αίσθηση εκατοντάδων πολιορκητών!

🔷 Με τους Τούρκους κλεισμένους στο κάστρο, η Πάτρα είναι η πρώτη πόλη που ελευθερώνεται και, στην ουσία, ξεκινάει τον μεγάλο αγώνα της Επανάστασης.
Τρεις μέρες κράτησε η χαρά.
Στις 24 Μάρτη θα μπουν καμαρωτοί στην πόλη ο Π.Π. Γερμανός, ο Λόντος, ο Χαραλάμπης και άλλοι κοτζαμπάσηδες. Σχημάτισαν μόνοι τους το «Αχαϊκόν Διευθυντήριον», πήραν στα χέρια τους την εξουσία και παραμέρισαν τον Καρατζά, τον Παπαδιαμαντόπουλο και τους άλλους πρωτεργάτες της επανάστασης.

Τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά: η άμυνα παρέλυσε και λίγες μέρες αργότερα, στις 3 Απρίλη, ο Γιουσούφ Πασάς πέρασε από το Ρίο και κατέλαβε την Πάτρα που την παρέδωσε στη σφαγή.
Το … «Αχαϊκόν Διευθυντήριον» έγινε, φυσικά, καπνός. Ο μόνος που κράτησε τη θέση του και κάλυψε τη φυγή των αμάχων ήταν ο Καρατζάς. Από τα μέσα του Μάη ξεκίνησε μια ιδιόμορφη πολιορκία: οι Τούρκοι κρατούσαν την πόλη και το φρούριο, οι Έλληνες τα γύρω χωριά.
Τους επόμενους μήνες ακολούθησαν σκληρές μάχες στις οποίες ο Καρατζάς ήταν ο μεγάλος πρωταγωνιστής, το όνομά του έγινε θρύλος μεταξύ των αγωνιστών.
Την ίδια στιγμή εξελισσόταν και η προσπάθεια των κοτζαμπάσηδων να μειώσουν την επιρροή των οπλαρχηγών, καλλιεργώντας τη διχόνοια και την καχυποψία. Κατόρθωσαν να στρέψουν εναντίον του Καρατζά την οικογένεια των Κουμιανωταίων, ισχυρών οπλαρχηγών.

Στις 4 Σεπτέμβρη του 1821, στο μοναστήρι του Ομπλού, ο Τσαλαμηδάς – πρωτοπαλίκαρο των Κουμιανωταίων –  θα δολοφονήσει τον Καρατζά πισώπλατα.
Σπάνια υπήρξε, σύμφωνα με τις πηγές, τέτοιος παλλαϊκός θρήνος σαν αυτόν που ακολούθησε τη δολοφονία του Καρατζά.

Το δημοτικό τραγούδι γεννήθηκε αμέσως:
«Τρεις περδικούλες κάθονταν στης Κούκουρης τη ράχι
η μια τηράει τα πέλαγα κι άλλη κατά την Πάτρα
κι η τρίτη η καλύτερη μοιρολογάει και λέει:
Θεέ μου ο Καρατζάς τι γίνηκε, αυτός ο καπετάνιος;
Μάιδε στην Πάτρα φαίνεται μάιδε στο Σαραβάλι.
Μας είπαν πως τον σκότωσαν μεσ’ στου Ομπλού την πόρτα»…

Δείτε επίσης

Δείτε ακόμα...