Ο Παύλος Σιδηρόπουλος και το «Ξενοδοχείον Η καλή καρδιά»

Παύλος Σιδηρόπουλος

«Είχε μετατρέψει το σπίτι μας σε κέντρο διερχομένων, μάζευε κόσμο άγνωστο, που χτυπούσε την πόρτα και μας ρωτούσε: “Εδώ μένει ο Παύλος; Μου είπαν κάτι παιδιά στη Φωκίωνος ότι μπορώ να φάω κάτι και να κοιμηθώ εδώ”… Έρχονταν άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Μέχρι κι από το Θιβέτ είχαμε επισκέψεις, κάτι ταλαίπωρους ανθρώπους, κάτι ρακένδυτους, κάτι ξέμπαρκους. Μόλις χτύπαγε το κουδούνι, εμφανιζόταν κι ο Παύλος στη σκάλα κι έλεγε, σα να τους ήξερε (που δεν τους ήξερε): “Έλα, ρε, πέρνα μέσα, πάμε να φάμε, πώς σε λένε;” Το ψυγείο μας άδειαζε πάντα σε χρόνο ρεκόρ. Η θεία μου έλεγε στη μάνα μας: “Βάλε, βρε Τζένη μου, μια ταμπέλα απ’ έξω, «ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ Η ΚΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ», να μην ταλαιπωρείται τόσος κόσμος”». Αυτά μου έλεγε η Μελίνα Σιδηροπούλου περιγράφοντας στιγμές με τον αδελφό της, στο σπίτι τους στην οδό Δροσοπούλου στην Κυψέλη. Σ’ εκείνη την εκπομπή που έκανα για τον πρίγκιπα του rock and roll, το 2001 στην ΕΡΤ, ήταν μαζί μας, εκτός από την Μελίνα, η Δήμητρα Γαλάνη και οι φίλοι του Γιάννης Σπυρόπουλος Μπαχ, Πάνος Ηλιόπουλος και Άγγελος Μαστοράκης. «Πάλευε με τη μοναξιά του», είχε πει τότε η Γαλάνη, «όλη του η ζωή γύρω από αυτό ήταν, συνέχεια από αυτό προσπαθούσε να ξεφύγει, έπαιζε μπουνιές με τις εξαρτήσεις του, αλλά σ’ αυτές πάλι επέστρεφε. Αυτό τον βασάνιζε, αυτό τον γοήτευε, τον βύθιζε και τον εκτόξευε». Η παρέα εκείνη, που τον ήξερε καλά, είχε καταλήξει πως «η γυναίκα, το ποτό και το κοινωνικό γίγνεσθαι ήταν το αγαπημένο του κοκτέιλ μολότοφ». Αλλά είχε επισημάνει και πως το κοινό του Παύλου ήταν πάντα νεαρότερο από αυτόν. Ακόμη και σήμερα, 32 χρόνια από τον θάνατό του, πηγαίνει κόσμος – κυρίως νέα παιδιά – καθημερινά στον τάφο του στον Κόκκινο Μύλο και του αφήνει χαρτάκια με αφιερώσεις, στιχάκια, φρέσκα λουλούδια, κασκόλ, πακέτα με τσιγάρα, μπίρες, μπλουζάκια, ερωτικά σημειώματα και ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί. Σ’ ένα δικό του σημείωμα, πάντως, εκείνος ξεκινάει ν’ αυτοσυστήνεται έτσι: «Σας γράφει ο μουσικός (συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής) Παύλος Σιδηρόπουλος. Όποιος από τους αναγνώστες με ξέρει, με ξέρει γιατί ακούει ελληνικό ροκ. Μιλάω για τον Σιδηρόπουλο που σέβεται το κοινό του, όποιο κι αν είναι. Για τον Σιδηρόπουλο που δηλώνει ανένταχτος της Αριστεράς, που ψηφίζει ΚΚΕ, που στην Ασφάλεια έχει φάκελο αναρχικού και θεωρήθηκε ύποπτος ότι ανήκει στη “17 Νοέμβρη”. Για τον Σιδηρόπουλο που επί χούντας σπούδασε 3 χρόνια μαθηματικός στο Αριστ. Παν. Θεσ/νίκης, γνώστη της αγγλικής γλώσσας, έχοντας σπουδάσει 1 χρόνο σολφέζ και 1 χρόνο αρμονία κι αντίστιξη από το γνωστό στους μουσικούς κύκλους Αινιάν». Ο Σιδηρόπουλος ήταν δεινός αναγνώστης φιλοσοφικών έργων. Είχε απίστευτο χιούμορ, συγκροτημένη σκέψη και ακρίβεια στον λόγο του. Έγραφε συνέχεια. Όχι μόνο στίχους, αλλά και ποίηση και διηγήματα. Ξεκινούσε να γράφει θεατρικά έργα, πολιτικές και φιλοσοφικές αναλύσεις, που ξεχνούσε όμως σε συρτάρια. Δεν ολοκλήρωνε ποτέ τα γραφτά του. Το όνειρό του ήταν να γίνει συγγραφέας. Είχε διαλέξει και ψευδώνυμο: Παύλος Αστέρης. Δεν ξέρω γιατί ο Παύλος, η Γώγου και ο Ασιμος χαρακτηρίστηκαν – άθελά τους σίγουρα – οι τρεις «Αγιοι των Εξαρχείων». Ίσως γιατί βίωσαν με τον πιο επώδυνο τρόπο την πραγματικότητα. Ίσως γιατί πλήρωσαν ακριβά την ευαισθησία, την αθωότητα και το όνειρό τους για έναν δίκαιο κόσμο, χωρίς αδικία, εκμετάλλευση, ρατσισμό και βία. Δεν μπορώ όμως να τους φανταστώ συμβατούς με όσα σημαίνει η αγιοσύνη, αυτούς που ζούσαν πάντα με τόσους δαίμονες.

Διανοούμενος και αλήτης

Έλεγε ο Παύλος: «Είμαι δισέγγονος του Ζορμπά, που ήταν ξεκάθαρα τύπος ροκ εντ ρολ, κι έχω σπέρμα κι από τη γενιά των Αλεξίου, η Ελλη Αλεξίου και η Γαλάτεια Καζαντζάκη ήταν θείες μου, γι’ αυτό και είμαι και διανοούμενος και αλήτης. Άλλοτε βγαίνει από μέσα μου η καταστροφή, άλλοτε η δημιουργία». Μια παρέα λοιπόν από αριστοκράτες αλήτες ήταν και η αληθινή παρέα του, οι πραγματικοί του φίλοι. Πρώτα πρώτα ο «θείος», με τον οποίο συναντήθηκαν αρχές του ’70, ο Δημήτρης Πουλικάκος, που ξεκαθαρίζει: «Θείο με έλεγε όχι γιατί τον κηδεμόνευα, αλλά λόγω… της παλαιότητάς μου στην επετηρίδα». Ο ένας ήταν ανιψιός του τ. πρωθυπουργού Παναγιώτη Κανελλόπουλου και ο άλλος από τη γενιά του Αλέξη Ζορμπά, διανοούμενοι και καλλιεργημένοι και οι δύο. Μου έλεγε ο Πουλικάκος, σε αφιέρωμα που είχα κάνει στον Σιδηρόπουλο στη «Lifo»: «Ο Παύλος υπήρξε πλήρης ποιητής και μουσικός. Αγαπούσε και το ροκ εντ ρολ και το ρεμπέτικο. Κατά τη γνώμη μου ο σωστός χαρακτηρισμός γι’ αυτόν θα ήταν… ρεμπετορόλ! Επίσης θα τον χαρακτήριζα με αυτό που λέμε “καλός καγαθός”, είχε μια απίστευτη παιδική αθωότητα και αφέλεια, αλλά χωρίς να είναι φλώρος, ήταν πανέξυπνος και περπατημένος. Βγήκε με γενναιότητα και μίλησε για την πρέζα, χωρίς περιστροφές και συμβουλές, βοηθώντας πολλούς να κατανοήσουν τι σημαίνει και πού οδηγεί. Ο Παύλος έδωσε τη ζωή του στη ζωή. Ακόμη και τώρα που έφυγε, εγώ πιστεύω πως είναι ακόμα εδώ και ζωντανός». Ο περίγυρος, βέβαια, εκείνη την εποχή, έβλεπε αυτούς τους δύο, μαζί και με τους Σπυρόπουλους και τους υπόλοιπους της παρέας τους, σαν εξωτικά πουλιά! Ισως επειδή ήταν.

Πεθαίνοντας ανώφελα

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε το 1948, μέσα σε ανέσεις, ανάμεσα σε προοδευτικούς και καλλιεργημένους ανθρώπους, με αξίες. Οι Σιδηρόπουλοι ήταν Πόντιοι από τη Ρωσία που καλλιεργούσαν κι εμπορεύονταν καπνό. Ο πατέρας του, ο Κώστας, είχε τη βιοτεχνία παραγωγής χαρτιού ΕΛΦΩΤ, τη μοναδική ελληνική βιομηχανία φωτογραφικού χαρτιού. Τις Κυριακές γύρω από το τραπέζι, μαζί με τους γονείς και την αδελφή του, κάθονταν η θεία Ελλη Αλεξίου και ο ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, Μάρκος Αυγέρης. Ηταν φυσικό ν’ απολαμβάνει από νωρίς συζητήσεις για την τέχνη, τον πολιτισμό και την πολιτική. Σπούδασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και φυσικά δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του. Τον είχε απορροφήσει η μουσική. Η μαμά του πάλι, όμως, έβρισκε τον τρόπο να τον δικαιολογήσει, έστω και ανακαλώντας… ελαφρυντικές αναμνήσεις. Ελεγε: «Κάθε μουσικό άκουσμα άγγιζε την ψυχή του μικρού Παυλάκη. Νανουριζόταν κάνοντας κούνια πάνω στο μικρό του αλογάκι, που το κινούσε με απίστευτο ρυθμό πάνω στη μελωδία που σιγοτραγουδούσε μόνος του». Εκείνος έλεγε: «Μ’ αρέσει το ροκ εντ ρολ γιατί είναι προπάντων μουσική για τον άνθρωπο, για τα πάθη του, για το συναίσθημά του και όχι για την ψυχρή λογική και προπάντων όχι για την τεχνοκρατία». Οπως και τη μουσική, έτσι και τον έρωτα ο Σιδηρόπουλος τον προσέγγιζε με έντονο τρόπο. Ελεγε: «Η γυναίκα είναι ο καθρέφτης μας. Είναι το πλάσμα που μπορούμε να πούμε ότι αγαπάμε στο έπακρο και το μισούμε στο έπακρο ταυτόχρονα, όπως με το ίδιο σκεπτικό λέμε ότι εμπεριέχουμε το Σατανά και το Θεό…». Τις λάτρευε τις γυναίκες και πάνω απ’ όλες τη μητέρα του. Οπως λάτρευε και την ποίηση, τη φιλοσοφία, τον Allen Ginsebearg, τον Lou Reed, τον Αναγνωστάκη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Σινόπουλο, τον Καρούζο.

Το φθινόπωρο του 1979, στα 31 του, ξεκινάει και η σχέση του με την ηρωίνη. Ξεχωρίζω δυο λόγια του από το βιβλίο του με τίτλο «Εχω μια θλίψη για τα μακρινά αριστουργήματα», των εκδόσεων ΟPPORTUNA, που είναι γεμάτο με ποιήματα και πεζά κείμενά του. «Πεθαίνω σιγά – σιγά, πεθαίνω τόσο ανέκφραστα κι ανώφελα με διαύγεια, αλίμονο, τόσο μα τόσο ζωντανή».

Η αρχή του τέλους

Χάνει την αγαπημένη του μητέρα την άνοιξη του 1990. Κλείνεται στον εαυτό του, δεν μπορεί να διαχειριστεί την απώλειά της. Εκτός από το μυαλό του, υποφέρει και το σώμα του. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ξεκινάει να παραλύει το αριστερό του χέρι. «Πάρεση βραχιόνιου αριστερού πλέγματος», αναφέρει η επίσημη διάγνωση. Είναι η εποχή που ετοιμάζει με τους Απροσάρμοστους το «Αντε και καλή τύχη, μάγκες». Εμφανίζεται στις συναυλίες με το χέρι δεμένο. Στις 4 Δεκέμβρη είχε πάει στο στούντιο για να ηχογραφήσει τα φωνητικά του δίσκου, αλλά ήταν μεθυσμένος, διαπληκτίστηκε με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος κι έφυγε με μια φίλη του. Το μεθεπόμενο μεσημέρι της 6ης Δεκέμβρη, ο Σιδηρόπουλος βρέθηκε στο σπίτι μιας άλλης φίλης του στο Νέο Κόσμο σε κωματώδη κατάσταση λόγω υπερβολικής δόσης ηρωίνης και λίγο μετά ξεψύχησε στο ασθενοφόρο, καθ’ οδόν προς το Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός». «Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο ήμασταν φίλοι και συγκάτοικοι το 1970 στη Θεσσαλονίκη, φοιτητές στο Μαθηματικό Τμήμα. Ηταν ένας γλυκός “κακομαθημένος” έφηβος. Εκείνη την εποχή του άρεσαν τα drums και κάναμε ντουέτο στο σπίτι. Εγώ κιθάρα και αυτός τύμπανα σε μια πάνινη πολυθρόνα με κουτάλια και μπαγκέτες. Τον θυμάμαι στη συναυλία του James Brown στο “Παλλάς” να πάλλεται στην ένταση και το ρυθμό της μπάντας. Αλλη μία φορά στα καμαρίνια του “Μετρό” να μου λέει πως όπου να ‘ναι “καθαρίζει”. Ο Παύλος ήταν ένας βιωματικός τύπος όπως πρέπει να είναι ο καλλιτέχνης, μόνο που η χημεία που διάλεξε να παλέψει μαζί της δε σηκώνει αστεία, κι έτσι έφυγε νωρίς αφήνοντας τα τραγούδια του πίσω για παρηγοριά». Αυτά έλεγε ο παλιός του συγκάτοικος, ο Βαγγέλης Γερμανός.

Καιρός να πούμε αντίο

Πώς να κλείσω αυτό το κομμάτι, για τον Παύλο που γνώρισα κι αγάπησα πολύ; Δεν αποχρωματίζεται, ούτε ξεθωριάζει η εικόνα του, τότε που ερχόταν στην ΕΡΤ απογεύματα ή βράδια και φεύγαμε παρέα με τον Πάνο Ηλιόπουλο (που τον έλεγε Κάτω Φεγγαρόπουλο), για βόλτες μέχρι το πρωί. Ποια θα μπορούσε να είναι η κατακλείδα; Μάλλον αυτό το τραγούδι του: «ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ»

Και τώρα, φίλοι μου, είν’ αργά μια καληνύχτα στη μαμά και λίγη στάχτη στα μαλλιά καιρός να πούμε αντίο.

Σκεπάσανε όλους τους νεκρούς με αρρωστιάρικους ψαλμούς κλόουν με σοβαρούς σκοπούς γυμνοί μέσα στο κρύο.

Κατά τ’ άλλα εσείς που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς βοηθήστε μας και λίγο δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή μια ιδέα στεγανή που να μην μπάζει κρύο.

Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ

Δείτε ακόμα...