Οι Αξιωματικοί στη Μακρόνησο

Μακρόνησος
Ο τόπος εξορίας της Μακρονήσου

Τον Αύγουστο του 1947 οι περισσότεροι εξόριστοι αξιωματικοί είχαν κλείσει ένα χρόνο στα νησιά της εξορίας. Άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για νέα προς το άγνωστο μετακίνηση. Έγινε από φήμες γνωστό ότι στη Μακρόνησο, απέναντι από το Λαύριο, είχε ιδρυθεί το Κέντρο Παρουσίας Αξιωματικών (ΚΠΑ).

Την πρώτη του Σεπτέμβρη, ύστερα από τρίμηνη παραμονή στη Σαντορίνη, κατέπλευσε στο λιμάνι ένα αντιτορπιλικό για να τους μεταφέρει στη Μακρόνησο. Έφτασαν στη Μακρόνησο την επόμενη. Το αντιτορπιλικό πλησίασε στην ακτή και εκεί στο Γ’ Κέντρο Παρουσίας Αξιωματικών (ΚΠΑ) βγήκαν φορτωμένοι με τις αποσκευές τους. Τους υποδέχτηκαν Αλφαμίτες, που κρατούσαν ρόπαλα και έκαναν πρόχειρη έρευνα στις αποσκευές τους.

Στήσανε πρόχειρα τις σκηνές τους, για να μείνουν την πρώτη νύκτα. Από την πρώτη μέρα μέσα από μεγάλες δυσκολίες άρχισαν από μόνοι τους να οργανώνουν τη ζωή τους, για να γίνει όσο το δυνατό πιο υποφερτή μέσα στις ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες της Μακρονήσου – διαμόρφωση του χώρου του στρατοπέδου, μαγειρεία, ψώνια για φαγητό, νερό, καντίνα, καθαριότητα των χώρων, ψυχαγωγία, αθλητισμός και άλλα.

Η οργανωμένη ζωή, με την ομάδα συμβίωσης έπρεπε από την πρώτη μέρα να αρχίσει να λειτουργεί. Εκεί, πολύ κοντά στο Γ΄ ΚΠΑ και προς το νότο, ήταν το στρατόπεδο του Γ΄ Τάγματος, με διοικητή τον περιβόητο λοχαγό Σκαλούμπακα. Εκεί προ πολλού είχε αρχίσει να λειτουργεί και μάλιστα βρισκόταν ήδη στην αποκορύφωσή του το πείραμα της Μακρονήσου.

Με τη δημιουργία της κυβέρνησης του Σοφούλη και του Τσαλδάρη και την εξαγγελία της για την εφαρμογή πολιτικής κατευνασμού και αμνηστίας δημιουργήθηκαν μερικές αυταπάτες, που πολύ, όμως, γρήγορα ξεπεράστηκαν. Έγιναν αθρόες συλλήψεις και εκτοπίσεις στα νησιά και στις 13 του Σεπτέμβρη 72 αξιωματικούς του Πίνακα Β’ τους έστειλαν στο Γ΄ ΚΠΑ, στη Μακρόνησο. Σε διαμαρτυρία μάλιστα για τους εκτοπισμούς αυτούς ο υπουργός των Στρατιωτικών Στράτος απάντησε, χωρίς ντροπή, ότι οι εν λόγω αξιωματικοί μετατέθηκαν στη Μακρόνησο για «υπηρεσία» και τοποθετήθηκαν σε στρατιωτική μονάδα στο Γ΄ ΚΠΑ, που δημιουργήθηκε εκεί για λογαριασμό τους.

Οι αξιωματικοί αυτοί ήταν ο συνταγματάρχης πεζικού Ιωάν. Μουστεράκης, απόφοιτος της Ανώτατης Σχολής Πολέμου του Παρισιού και για πολλά χρόνια καθηγητής της Ελληνικής Σχολής Πολέμου, οι αντισυνταγματάρχες πεζικού Αγγ. Βλαχόπουλος, πυροβολικού Στάθης Δεληβοριάς, Πάνος Γιακουμέλος, καθηγητής των Σχολών Πολέμου και Ευελπίδων και Γεωργ. Κοσμόπουλος και διαχείρισης Γεώργ. Κώνστας, οι ταγματάρχες πεζικού Εμμ. Βαζέος, Γεώργ. Καρφής, Σωτ. Κύβελος, Ιωάν. Κώνστας, Θεόδ. Μακρίδης, Στ. Μαυροθαλασσίτης, Νικ. Μαντούκος, Στελ. Παπαδάκης και Σπ. Γερασιμίδης, πυροβολικού Ορ. Βαλαλάκης και Ιάκ. Καστογιάννος, ιππικού Βίλος Παπαδόπουλος, επιμελητείας Γεώργ. Μιχαλόπουλος, κτηνίατρος, διαχείρισης Αλ. Ποντικής και στρατολογίας Λέων. Σωμάκος, οι λοχαγοί πεζικού Χρ. Αραχωβίτης, Κων. Γιαννακόπουλος, Θεόδ. Κάρθος, Βασ. Κορνηλάκης, Σωτ. Νικολόπουλος, Ιωάν. Παλάσκας, Κων. Παπαδάκος, Νικ. Παπαθεοδώρου, Δημ. Τσιτσιπής, Ανδρ. Φίλης, Στ. Βρέντζος και Ιερών. Τρωιανός, πυροβολικού Στέλ. Βαμβέτσος, Αλ. Μανωλάκος και Απ. Υφαντής, ιππικού Ευάγ. Αρμύρας, Τέλης Καπιτσόπουλος, Κ. Κωνσταντινίδης και Γεώργ. Παπανικολάου, μηχανικού Στέλ. Ηλιάδης, υγειονομικού Κων. Ζωγράφος, Νικ. Πετίνης και διαχείρισης Νικ. Αλεξίου, οι υπολοχαγοί πεζικού Βασ. Σακέτας, Καραγκίτσος, Γλοέτας, Κοραΐδης, Λαδάς, Βασ. Πουλάς, Κ. Ρουσόπουλος, Ιωάν. Φουσκάκης και Φραγκιαδάκης, πυροβολικού Δημ. Παπαχρήστου και Χρ. Τζοβάρας, μηχανικού Φάνης Μπονάτσος και διαχείρισης Γερ. Μοσχόπουλος, ο ανθυπολοχαγός μηχανικού Παν. Γαλατσάνος, ο ανθυπασπιστής πεζικού Ορ. Ταμβακάς, ο εύελπις Κων. Σαρλής και οι αξιωματικοί αεροπορίας Αντωνιάδης, Ατματζιάδης, Γιαννουδάκης, Γούναρης, Δεληγιάννης, Κανάκης, Θεοδώρου, Καραγιάννης, Μητρόπουλος, Μπίνος, Τουλέας και Παντελίδης.

Η ανάπτυξη του κέντρου

Γράφει ο Νίκος Μαλάμογλου

Από μέρα σε μέρα το Γ΄ ΚΠΑ παίρνει καινούργιες διαστάσεις. Νέες σκηνές στήνουν οι 10 ή 12 μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί, που μπαίνουν μέσα. Μετά τα «μέτρα επιείκειας» του Σοφούλη το Σεπτέμβρη του 1947 υπάρχει ραγδαία ανάπτυξη του αστικού στρατού και επομένως νέες κλάσεις εφέδρων αξιωματικών καλούνται να στελεχώσουν τις διμοιρίες, που συγκροτούνται για να πολεμήσουν τα αδέλφια τους, του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας.

Οι μόνιμοι αξιωματικοί, που μπαίνουν στο Β’ Πίνακα, είτε γιατί στην κατοχή πολέμησαν το φασίστα κατακτητή είτε γιατί πήραν μέρος στην αντίσταση κατά των Άγγλων στη Μ. Ανατολή – που ήθελαν να αφοπλίσουν τους αντιφασίστες – όπως επίσης και οι έφεδροι αξιωματικοί και στελέχη του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ, που δεν αποκήρυσσαν τον αγώνα τους, στέλνονταν με φύλλο πορείας στο Γ’ ΚΠΑ στη Μακρόνησο.

Η μια κλάση ακολουθεί την άλλη. Καλούνται οι κλάσεις 1931 και 1932 και νεότερες. Στις 6 Δεκέμβρη 1947 καλείται, μαζί με άλλες, και η κλάση 1936, όλων των όπλων.

Παρουσιαστήκαμε στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Βάλαμε τη στολή και δίναμε παρών μέρα παρά μέρα. Προς το τέλος του δεύτερου δεκαήμερου του Δεκέμβρη τοιχοκολλείται ένας πίνακας με πάνω από χίλια ονόματα, που μας καλούσε να παρουσιαστούμε την τάδε ώρα, την τάδε ημέρα, νομίζω 20 Δεκέμβρη. Πράγματι παρουσιαστήκαμε και σε λίγο καταφθάνει και αρχίζει να μας μιλάει ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης. Αφού μας καλωσόρισε στις τάξεις του στρατού και μας ανάπτυξε διάφορα καθήκοντα, υποχρεώσεις και αποστολές, έφτασε στο κύριο:

«Μπορεί μια παλιογυναίκα, ένας χωροφύλακας να σας κατηγόρησε. Δεν έχετε παρά να πάτε στο τάδε γραφείο, να διαψεύσετε αυτή την κατηγορία.»

Το τάδε γραφείο ήταν το Α2, που σου ζητούσε να κάνεις αποκήρυξη, δηλαδή δήλωση μετάνοιας.

Όσοι δεν πήγαμε, τις επόμενες δύο μέρες, πήραμε φύλλο πορείας για το Γ΄ ΚΠΑ. Πήγαμε στο Φρουραρχείο Αθηνών, όπου μας όρισαν τον τόπο και το χρόνο, που θα μας πάρει το στρατιωτικό αυτοκίνητο για το Γ’ ΚΠΑ. Δεν ξέραμε πού είναι αυτό το Γ’ ΚΠΑ, που έγραφε στο φύλλο πορείας μας.

Ήταν ξημέρωμα των Χριστουγέννων, 25 Δεκέμβρη 1947. Τα στρατιωτικά καμιόνια από τη νύχτα είχαν ζώσει τις συνοικίες της Αθήνας και οι στρατιώτες, μαζί με αστυνομικούς, έκαναν συλλήψεις.

Το πρωί φορώντας τη στολή του αξιωματικού, ξεκίνησα για το σταθμό Λαρίσης, στο Κέντρο Διερχομένων, που μας είχε ορίσει το Φρουραρχείο. Όλες οι εφημερίδες στα περίπτερα με μεγάλους εντυπωσιακούς τίτλους ανάγγειλαν το σχηματισμό Δημοκρατικής Κυβέρνησης στο βουνό, στις περιοχές που είχε απελευθερώσει ο Δημοκρατικός Στρατός με πρωθυπουργό τον Μάρκο Βαφειάδη. Εμείς πηγαίναμε προς άγνωστη κατεύθυνση, στο Γ’ ΚΠΑ.

Σε μια ώρα και ένα τέταρτο φτάνουμε στο Λαύριο, στο λιμάνι. Κατεβάσαμε τις αποσκευές μας και ένας αξιωματικός, που μας συνόδευε, μας λέει:

«Θα περιμένετε το καΐκι, θα σας πάει απέναντι που είναι το Γ΄ ΚΠΑ. Καλά είναι εκεί. Είναι κι άλλοι συνάδελφοί σας.

Το Λαύριο, έρημο, με ερειπωμένα σπίτια και εργοστάσια, σου πλάκωνε την ψυχή. Επειδή το είχα γνωρίσει σε άλλες εποχές, ζωντάνιας και άνθησης, ήθελα να φύγω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να μη βλέπω την κατάντια του.

Δεκέμβρης, 25 του μήνα, Χριστούγεννα, και εμείς νηστικοί, αποκαμωμένοι απ’ όλη την ταλαιπωρία, σωματική και ψυχική, περιμένουμε το καΐκι, που θα μας πάει στο Μακρονήσι, όπως τελικά μάθαμε. Η ημέρα είναι πολύ μικρή, νυχτώνει γρήγορα. Στις 22 Δεκέμβρη είχαμε τη μικρότερη μέρα, 9 ώρες και τη μεγαλύτερη νύχτα 15 ώρες.

Κόντευε να δύσει ο ήλιος, όταν μπήκαμε και οι 22 έφεδροι αξιωματικοί στο καΐκι. Σε περίπου μισή ώρα φτάσαμε στο Γ΄ ΚΠΑ.

Μια ομάδα μονίμων και εφέδρων αξιωματικών μας καλωσόριζε τραγουδώντας:

Ας έλθει ο χάρος, για να δει, με τι κορμιά έχει μπλέξει,

ας έλθει να διαλέξει να μπει στη μαύρη γη.

Εμπρός, μη χάνουμε καιρό κι ας μπούμε αράδα, αράδα,

Ελλάδα μας, Ελλάδα, αστέρι του ουρανού.

Η τακτική της διοίκησης του κέντρου

Γράφει ο Νίκος Μαλάμογλου

Οι μέθοδοι

Οι μορφές, τα είδη, οι μέθοδοι και τα μέσα βασανισμού, που χρησιμοποιούσαν οι διοικήσεις και εφάρμοζαν οι βασανιστές, για να αλλάξουν την πίστη των Αγωνιστών της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης και κάθε δημοκράτη, που σύρθηκε στη Μακρόνησο, μόνο σατανικά, διαστρεβλωμένα και εγκληματικά μυαλά μπορούσαν να επινοήσουν και να εφαρμόσουν – με πρωθυπουργό το «δημοκράτη» Σοφούλη.

Βασικός άξονας εξαναγκασμού ήταν η ψυχολογική βία: Δε γλιτώνει κανένας εδώ στη Μακρόνησο, αν δε συμβιβαστεί, δεν υποκύψει, δε μετανιώνει γι’ αυτά που έκανε, γι’ αυτό που ήταν, αν δεν αποκηρύξει τον παλαιό εαυτό του και δεν ενδυθεί το «εθνικό ένδυμα». Θα πεθάνει. Εδώ θα αφήσει τα κόκαλά του, αν δεν ανανήψει.

Όπου, όμως, δεν αρκεί ο λόγος, πίπτει η ράβδος. Αυτή η σωματική βία. Αυτό το ξύλο. Αυτό το ατελείωτο ξύλο. Το ομαδικό ξύλο. Το λιντσάρισμα. Πέφταν πάνω στην ομάδα. Να σπάσουν τη συνοχή της. Να τρομοκρατήσουν, να αιφνιδιάσουν, να δημιουργήσουν τη σύγχυση. Κι έπειτα, σε όσους δεν υποχωρούσαν, απ’ αυτό το αδέσποτο ξύλο που έσπαγε χέρια, πόδια, κεφάλια και τρέλαινε μυαλά, τότε ένας-ένας, μόνος. Ενώπιος-ενωπίω. Μέσα στο Α2 και γύρω σου πέντε-έξι τσακάλια, έτοιμα να σε κατασπαράξουν με τα στειλιάρια στο χέρι, το βούρδουλα, το συρματόσκοινο ή συνέχεια στη χαράδρα ή στη θάλασσα.

Ο εκπαιδευτής Αλφαμίτης ήταν ελεύθερος να επιλέξει το σκήπτρο της εξουσίας. Ο δάσκαλος της αναμόρφωσης ήταν ανεξέλεγκτος στις μεθόδους, στον τρόπο, που θα χρησιμοποιούσε «για να φέρει στον εθνικό δρόμο τον παρασυρμένο από τους ΕΑΜοκομμουνιστές, τον ΕΑΜοβούλγαρο”, τον ΕΑΜοκομμουνιστή.»

«Κύριε Αλφαμίτα», τον αποκαλούσαν οι αξιωματικοί της διοίκησης – κι αυτός υπερήφανος με τις άσπρες γκέτες, το περιβραχιόνιο, το ειδικό πηλήκιο, ομοίωμα του συμβόλου της αγγλικής αποικιοκρατίας, κρατούσε στο χέρι το στειλιάρι της εξουσίας, που μάτωνε κορμιά και τσάκιζε κόκαλα.

Η διοίκηση και το Επιτελείο προβληματίζονταν για τις μεθόδους και τους τρόπους που έπρεπε να εφαρμόσουν, για να σπάσει το Γ΄ ΚΠΑ. Αντιμετώπιζαν αγωνιστές, προσωπικότητες με ευρύ κοινωνικό περιβάλλον.

Η δύναμη του Γ΄ Κέντρου Παρουσίας Αξιωματικών το Φλεβάρη του 1948 ήταν περίπου τους 1.100. Απ’ αυτούς περί τους 120 ήταν μόνιμοι αξιωματικοί και οι υπόλοιποι έφεδροι.

Όλοι σχεδόν, στελέχη της ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης. Ανώτατοι και ανώτεροι αξιωματικοί του αστικού στρατού από συνταγματάρχες, αντισυνταγματάρχες, ταγματάρχες, λοχαγούς, υπολοχαγούς, ανθυπολοχαγούς και ευέλπιδες. Οι έφεδροι αξιωματικοί στην πλειοψηφία τους επιστήμονες, δικηγόροι, μηχανικοί, γιατροί, γεωπόνοι, καθηγητές, δάσκαλοι, πανεπιστημιακοί, ανώτεροι υπάλληλοι.

Αυτή η σύνθεση του στρατοπέδου ήταν ένα μεγάλο πρόβλημα για τη διοίκηση. Γι’ αυτό προσπαθούσε να διαβρώσει, να σπάσει το ηθικό με τους ανθρώπους, που διέθετε με τον ψίθυρο να σκορπίσει το φόβο, ότι θα μας σκοτώσουν. Επιδίωξη να σπάσουν τη συνοχή, την ενότητα του στρατοπέδου. Έριξαν ακόμα και τη δήθεν εντολή του κόμματος «να υπογράψουμε και μετά βλέπουμε».

Η πολιτικοϊδεολογική συνείδηση μιας μικρής μερίδας αξιωματικών, ως επί το πλείστον μικροαστικής προέλευσης, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί και να γίνει σοσιαλιστική, αποτελούσε ευνοϊκή πραγματικότητα για τη διοίκηση του στρατοπέδου. Γι’ αυτό το λόγο και οι «φιλελεύθεροι», που μοιράζονταν την πολιτική εξουσία με τη δωσίλογη «δεξιά» διεκδικούσαν απ’ αυτό το στρατόπεδο ένα ποσοστό, που το λογάριαζαν για δικό τους.

Μεθοδικά, συνεπώς, η διοίκηση, με εντολή, όπως φαίνεται, του Επιτελείου, προχώρησε στο σχέδιό της, στην υπονόμευση δηλαδή της συνοχής μας. Επιζητούσε να σπάσει το ηθικό μας, την αγωνιστικότητά μας – και πρώτη σχετική ενέργειά της υπήρξε η διάσπασή μας σε μόνιμους και έφεδρους αξιωματικούς.

Το Ειδικό Τάγμα των Αξιωματικών

Στην επιτροπή αξιωματικών που συγκροτήθηκε με απόφαση του Γενικού Επιτελείου Στρατού, με σκοπό να κατοχυρώσει το νομότυπο της καθαίρεσης των εφέδρων αξιωματικών του Γ΄ ΚΠΑ, οδηγήθηκαν και έφεδροι του Γ΄ ΚΠΑ. Όπως, όμως, είπαμε παραπάνω, πρώτα μεταφέρθηκαν οι 105, που αρνήθηκαν να υπογράψουν δήλωση.

Αφού τελείωσε η επιτροπή με τη διαδικασία καθαίρεσης των εφέδρων, των απομονωμένων του κλωβού μας, άρχισε να εξετάζει τους άλλους έφεδρους αξιωματικούς, που είχαν υπογράψει δήλωση και οι οποίοι είχαν μείνει στο χώρο του στρατοπέδου του Γ΄ ΚΠΑ. Οι αξιωματικοί αυτοί ήταν 850 περίπου.

Στους εν λόγω αξιωματικούς τέθηκε από την επιτροπή το ερώτημα να δηλώσουν ενώπιον της, αν αβίαστα προχώρησαν στην υπογραφή της δήλωσης μετάνοιας, αν θεληματικά έκαναν τη δήλωση αποκήρυξης των «ΕΑΜοβούλγαρων, ΕΑΜοκομμουνιστών εχθρών που σήκωσαν τα όπλα κατά της πατρίδας μας».

Οι 100 από τους 850 περίπου, είπαν: «Ναι με τη βία, με άγριο ξυλοκόπημα, με κακοποιήσεις και με βασανισμούς σωματικούς και ψυχολογικούς μας ανάγκασαν να κάνουμε δήλωση μετάνοιας.» Και ενώπιον της επιτροπής είπαν ότι ανακαλούν τη δήλωση. Αυτούς τους 100, τους ξεχώρισαν από τους άλλους, οι οποίοι δήλωσαν ότι θεληματικά και αβίαστα προχώρησαν στην υπογραφή της δήλωσης και τον Αύγουστο τους οδήγησαν στη χαράδρα του ΑΕΤΟ, στο «σύρμα», όπου είχαν κλείσει εμάς τους 105. Από εκεί και πέρα είχαμε όλοι μας, και οι 200, την ίδια μοίρα.

Από τους 750, οι 200 με 250 που είχαν, όπως φαίνεται, γνωριμίες και τα μέσα, τοποθετήθηκαν σε διάφορες μονάδες και υπηρεσίες των ταγμάτων Μακρονήσου ή αλλού.

Με τους υπόλοιπους 500 με 550 περίπου, συγκρότησαν το Εθνικό Τάγμα Αξιωματικών (ΕΤΑΞ), με προορισμό να πολεμήσουν τους «εχθρούς της πατρίδας» που ήταν ο Δημοκρατικός Στρατός.

Αυτούς τους έφεδρους τους κάλεσαν να δηλώσουν την ειδικότητα, που θα επιθυμούσαν. Όπως μου είπε ο Δημήτρης Γεωργακόπουλος, ένας από τους έφεδρους αξιωματικούς, που είχαν υπογράψει δήλωση, όσοι από αυτούς είχαν μέσα τους τη δύναμη να αντιδράσουν στην κατάσταση, που δημιουργήθηκε (από την ψυχολογική βία, που ασκήθηκε σε βάρος τους) και είχαν το κουράγιο, απόφυγαν να δηλώσουν όπλο ή ειδικότητα. Αυτοί ονομάστηκαν απλοί τουφεκιοφόροι. Γιατί, λέει, προφανώς σκέφτηκαν: Είμαι κάτοχος του όπλου και μπορώ να το χρησιμοποιήσω, όπως θέλω. Και αν θα ρίξω, θα ρίξω στον αέρα. Έτσι, λέει, αποφεύγω να ρίξω και να σκοτώσω αδέλφια μου, ομοϊδεάτες μου.

Είναι χρήσιμο, λέει ο Γεωργακόπουλος να αναφερθεί ότι πριν από την εφαρμογή των μέσων τρομοκρατίας και της διαδικασίας βιασμού του φρονήματος και της συντριβής της αντίστασης των κρατουμένων εφέδρων αξιωματικών του Γ΄ ΚΠΑ, προσέρχονταν στο στρατόπεδο διάφοροι επώνυμοι και μη, οι οποίοι απεύθυναν προτροπές στους κρατούμενους να σκεφτούν σαν Έλληνες πατριώτες και να εκτελέσουν το πατριωτικό τους καθήκον εναντίον των «εχθρών της πατρίδας». Ήρθαν στο στρατόπεδο και οι Νέζερ και Σπύρος Μελάς και απηύθυναν τις προτροπές τους στους κρατούμενους. Οι ομιλητές αποδοκιμάστηκαν με τη σιωπή και τη μη χειροκρότησή τους.

Ως προς τον Σπ. Μελά σημειώνεται ότι, όταν μίλησε και δε χειροκροτήθηκε, η διοίκηση διέταξε εγκλεισμό μας στις σκηνές και ακολούθησε νέα συγκέντρωση, στην οποία ο Μελάς ξαναμίλησε, τώρα για Γαλλική Επανάσταση. Αυτή τη φορά απέσπασε χειροκροτήματα μερικών, που ήταν όργανα της διοίκησης.

Έτσι συγκροτήθηκε ο ΕΤΑΞ, από αυτούς τους έφεδρους αξιωματικούς που είχαν υπογράψει δήλωση, αλλά και από δηλωσίες στρατιώτες των Ταγμάτων. Σκοπός χρησιμοποίησης των στρατιωτών ήταν ο εξευτελισμός των εφέδρων αξιωματικών, αλλά και η παρακολούθησή τους από τους στρατιώτες, στους οποίους η διοίκηση είχε μεγάλη εμπιστοσύνη.

Η κυβέρνηση και το Γενικό Επιτελείο Στρατού κοιτάξανε να επωφεληθούν από τις ενέργειες των εφέδρων, που είχαν εκδηλώσει τη μετάνοιά τους και αποκήρυξαν τις ιδέες τους – αυτοί οι πρώην ΕΑΜίτες και καπεταναίοι του ΕΛΑΣ.

Μόλις ολοκληρώθηκε η συγκρότηση του ΕΤΑΞ, οδηγήθηκαν οι έφεδροι στην Αθήνα. Τους ανάγκασαν να παρελάσουν από τις λεωφόρους της και την πλατεία Συντάγματος, να καταθέσουν στεφάνι στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, για να τους δει, όσο το δυνατό περισσότερος κόσμος, να τους δει από τις εφημερίδες, να τους ακούσει από το ραδιόφωνο όλη η Ελλάδα και να καλυφθεί το έγκλημα της Μακρονήσου.

Τελικά τους «Εταξίτες» τους οδήγησαν στο Καλλιμάρμαρο. Εκεί έγινε ειδική γιορτή, για να γιορτάσουν το γεγονός της ανάνηψής των και παρέλασαν μπροστά από τον Παύλο και τη Φρειδερίκη. Ορκίστηκαν ενώπιον τους και τους παρέδωσε ο βασιλιάς τη σημαία του ΕΤΑΞ και τους συγχάρηκε για την επάνοδό τους στην «εθνική οικογένεια».

Η βασανιστική πορεία των ανδρών του ΕΤΑΞ άρχισε από εδώ και πέρα. Πήγαν στην Εύβοια. Στρατοπέδευσαν στη Νέα Αρτάκη.

Από τη Νέα Αρτάκη έφυγαν και πήγαν στην Ερέτρια. Στάθμευσαν για λίγες μέρες σε κάποια χωριά της Εύβοιας. Έπειτα πήγαν στη Λίμνη.

«Θα αναφέρω εδώ», λέει ο Γεωργακόπουλος, «ένα χαρακτηριστικό γεγονός: Ούτε οι αντάρτες ούτε οι άνδρες του ΕΤΑΞ επιδίωκαν να συγκρουστούν μεταξύ τους. Όταν ήμασταν στην Εύβοια, σε κάποιο δενδροφυτεμένο χώρο, κάποια στιγμή παρατηρήθηκε κίνηση ανταρτών. Αλλά κανείς δεν τους ενόχλησε. Το κυριότερο – είχε δοθεί εντολή στον έφεδρο λοχαγό Δρέπανο να ενεργήσει έφοδο σ’ ένα χωριό, για να συλλάβει τους αντάρτες που ήταν εκεί. Όμως, αντί να γίνει αυτό, βρήκε ευκαιρία να στείλει άνθρωπο, που ειδοποίησε τους αντάρτες, οι οποίοι έφυγαν από το χωριό αυτό, πριν πάνε εκεί οι άνδρες του ΕΤΑΞ».

Μετά από μερικές ημέρες αξιωματικοί του ΕΤΑΞ οδηγήθηκαν στην Αθήνα. Επιβιβάστηκαν σε αμαξοστοιχία της Πελοποννήσου και μεταφέρθηκαν στην Τρίπολη. Παρέμεινε το ΕΤΑΞ για λίγες μέρες πάνω από την Τρίπολη, σ’ ένα λόφο. Μετά από μερικές ημέρες πήγαν στην Πιάνα Αρκαδίας. Κατόπιν από το Αρτεμίσιο το ΕΤΑΞ πήγε στα χωριά της Αργολίδας και από εκεί στη Νεμέα.

Εκεί δόθηκε στον κάθε έφεδρο φύλλο πορείας για τις μονάδες, στις οποίες ανήκε ο καθένας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο:

«ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ ιστορικός τόπος τόμος Α΄»

Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ 2002

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...