Τέτοιες μέρες –τέλη Αυγούστου 1919 η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ρωσίας κρατικοποίησε -«επαναστικώ δικαίω»,
με ειδικό Διάταγμα τον τσαρικό κινηματόγραφο
στη χώρα και
από μια τέχνη μέχρι τότε για τους λίγους «enfant gâté» ακριβή
και αριστοκρατική
τη χάρισε απλόχερα στον
πολιτισμό της επανάστασης.
Με αυτό το μέτρο, με την κοινωνικοποίηση των δομών παραγωγής
και διανομής,
ο κινηματογράφος απελευθερώνεται από τις εμπορικές και
κερδοσκοπικές
εξαρτήσεις και διαμορφώνονται όλες οι απαραίτητες συνθήκες για
την ανάπτυξή
του.
Στη Μόσχα ιδρύεται η πρώτη σχολή κινηματογράφου στον
κόσμο.
Η νεαρή σοβιετική εξουσία αποδίδει στον κινηματογράφο τον
χαρακτηρισμό «η
πιο σημαντική απ’ όλες τις τέχνες».
Στον κινηματογράφο συνενώνονται διαφορετικά είδη τέχνης και
αντιμετωπίστηκε από
τη σοβιετική εξουσία ως ένα ζωτικό εργαλείο της Επανάστασης στον
αγώνα για τη
διαπαιδαγώγηση του νέου ανθρώπου.
Οι ιδιοκτήτες των κινηματογραφικών εταιρειών και της διανομής
(οι περισσότεροι
από αυτούς) εγκατέλειψαν τη χώρα, παίρνοντας μαζί πολύτιμο υλικό
και εξοπλισμό.
Αλλά με ό, τι απέμεινε, η νεαρή ΕΣΣΔ έφτιαξε μια νέα
κινηματογραφική τέχνη,
αριστουργήματα της οποίας είναι ακόμη σήμερα το καμάρι του
παγκοσμίου
κινηματογράφου.
Μέσα από δύσκολες συνθήκες στα πρώτα χρόνια
της επανάστασης
γεννήθηκε ο σοβιετικός σοσιαλιστικός
ρεαλισμός που αποτέλεσε χρυσή εποχή
στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Οι πιονιέροι που τον άνδρωσαν έκαναν ανήκαν στην Αβαν_Γκαρντ
της τέχνης –την καλλιτεχνική πρωτοπορία της εποχής ή επηρεάστηκαν
άμεσα απ΄ αυτήν.
Ο Μέγιερχολντ πρωτοπόρος στην συνθετική
ανανέωση του θεάτρου
και ιδρυτής του κονστρουκτιβισμού, στρέφεται το 1915 στον
κινηματογράφο για να
λύσει προβλήματα που του έμειναν άλυτα στο θέατρο. Αναζητά την
εξερεύνηση των
τεχνικών δυνατοτήτων του κινηματογράφου: φως, χρόνος, ρυθμός,
κινήσεις του
ηθοποιού.
Πιστεύει πως «όλη η οθόνη είναι κίνηση» και γυρίζει τις ταινίες
«Ντόριαν Γκρέυ»
(1915) και «Ο δυνατός άνθρωπος» (1917). Μετά την επανάσταση
επιχείρησε να
γυρίσει πολλές ταινίες και έγραψε κείμενα θεωρητικά και κριτικές
ταινιών.
«Ο
νέος
κινηματογράφος δε συνέχισε μια παράδοση, αλλά έφερε μια
καινούργια καλλιτεχνική
προσέγγιση, μια έντονη εμπάθεια σε ό,τι ήταν μπαγιάτικο και
απορριπτέο, μια
ασυμφιλίωτη εχθρότητα σε σκύβαλα και εντυπωσιασμούς, μια
σταθερή
αποφασιστικότητα να κρατηθούν έξω από το σινεμά οι παλιές
και τετριμμένες
πρακτικές, καθ’ ολοκληρία ασύμβατες με την έκφραση της
καινούργιας σκέψης, των
καινούργιων ιδεών, των καινούργιων συναισθημάτων και
καινούργιων λέξεων της
νέας εποχής»
| Σεργκέι
Αϊζενστάιν
«Από σήμερα, μαζί με
την κατάλυση
του τσαρικού καθεστώτος, καταργείται η ύπαρξη της Τέχνης
στις αποθήκες και τα
ντοκ του ανθρώπινου πνεύματος […]
Οι πίνακες να απλωθούν από σπίτι σε σπίτι, πάνω από τους
δρόμους και τις
πλατείες, σαν ουράνια τόξα από πολύτιμους λίθους, για να
χαροποιούν και να
εξευγενίζουν το βλέμμα του διαβάτη […]
Όλη η Τέχνη στο λαό!»
| Μαγιακόφσκι
1917
Τα τρένα τρέχουν στις ράγες,
καταπίνουν τα χιλιόμετρα
της απέραντης ρώσικης γης, συμμετέχουν στον ερχομό του νέου.
Μερικοί μόνο μήνες πέρασαν από τον κόκκινο Οκτώβρη του 1917, τα
όνειρα από
προσδοκίες γίνονται πράξη, οι Μπολσεβίκοι στην εξουσία.
Και το τρένο τρέχει, μεταφέρει εικόνες απ’ άκρη σε άκρη
στη χώρα, το
φιλμ γυρίζει στη μηχανή, «ο κινηματογράφος μεταδίδει
εικόνες».
Η Επανάσταση δεν είναι εύκολη υπόθεση, ο αντίπαλος καραδοκεί και
αντιστέκεται,
δεν παραδίδει εύκολα τα όπλα και ο σιδηρόδρομος μπαίνει στην
υπηρεσία του
αγώνα, μεταφέρει ταινίες οι οποίες προβάλλονται για να τονώσουν
το ηθικό του
εξεγερμένου λαού.
Αυτά ήταν τα περίφημα «τρένα της επανάστασης», τα
«τρένα της
προπαγάνδας».Έχουν περάσει 103 χρόνια από την
Οκτωβριανή Επανάσταση.
Μια επανάσταση που άλλαξε το ρου της ιστορίας και
σημάδεψε τις πιο
σημαντικές εξελίξεις σε όλο τον κόσμο.
Μετά από το 1917 τα πράγματα στην παγκόσμια ιστορία δεν ήταν
πια τα ίδια.
Τόσο πολιτικά όσο και κοινωνικά και καλλιτεχνικά.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση έβαλε τις βάσεις για ένα τέτοιο κοινωνικό μοντέλο και μας ενέπνευσε με μεγαλύτερη ένταση, μέσα από τις τέχνες, για την κοινωνική επανάσταση.
Καθοδηγητής ο Λένιν
Ιδεολογικό εργαλείο η θεωρία, κοινωνική
-φιλοσοφική-οικονομική, του Μαρξ και του ΄Ενγκελς, αναπτυγμένη
στις νέες
συνθήκες από το Λένιν.
Όπλα, η γραφίδα των διανοούμενων και των καλλιτεχνών, δίπλα στις
κινητοποιήσεις
της εργατικής τάξης, του εξεγερμένου λαού, με επικεφαλής το
κόμμα στην ένοπλη
επανάσταση των μπολσεβίκων.
Η ρωσική πρωτοπορία, σε όλους τους τομείς της Τέχνης
έσπασε όλες τις
αντιστάσεις του κατεστημένου και κατάφερε να επιβάλει το δικό
της λόγο,
ανατρεπτικό, σκληρό, πραγματικό και, συγχρόνως, φανταστικό.
«Το φως, κ’
οι τυφλοί ακόμα
το νοιώθουν, είναι ακατανίκητη εκρηχτική δύναμη. Κι όταν
εκραγεί στο σπίτι
φωτίζει, είτε το θέλεις είτε μη, και το σπίτι του γειτόνου…»
Εισαγωγή του Ν. Καζαντζάκη στο Βιβλίο του Σ. Γκόπνερ «Η ορμητική
άνοδος του
πολιτισμού στην ΕΣΣΔ»

Όταν το 1920 ο Λένιν ξεκίνησε την προσπάθεια
για τον
εξηλεκτρισμό της χώρας με την πεποίθηση ότι θα εξαλειφθούν η
ασιτία και η
φτώχεια, ο Γκούσταβ Κλούτσις (Густав Густавович Клуцис) τον
ζωγράφισε σαν έναν
γίγαντα παιδικού παραμυθιού να κρατάει έναν πυλώνα ηλεκτρικού
ρεύματος.
Ο Κλούτσις ήταν άλλωστε ο δημιουργός και θεωρητικός του σοβιετικού
φωτομοντάζ, μιας τεχνικής που έγινε κήρυκας της
επανάστασης και
χρησιμοποιήθηκε πολύ σε πλακάτ, εξώφυλλα βιβλίων, εφημερίδες
αλλά και για τα
συνθήματα στους τοίχους.
Ο Λένιν ονειρευόταν και έβαλε τις βάσεις
της
σοβιετικής πολιτιστικής επανάστασης που να αγκαλιάζει και
να αγκαλιάζεται
από όσο το δυνατόν περισσότερους διανοούμενους και καλλιτέχνες,
ζητώντας την
ενθάρρυνση και ενίσχυση με κάθε τρόπο των νέων αναζητήσεων στον
τομέα της
τέχνης.
Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα της συνομιλίας του με την
Κλάρα Τσέτκιν για
θέματα του Πολιτισμού: «Στη χώρα μας γίνονται πολλοί
πειραματισμοί. Και
πλάι στους σοβαρούς έχουμε και πολλούς παιδαριώδεις,
ανώριμους, που μας
αφαιρούν δυνάμεις και πόρους. Μα όπως στη φύση, έτσι και
στην κοινωνία η
δημιουργική ζωή απαιτεί σπατάλη».

Οι καλλιτέχνες είναι εργάτες δουλεύουν
συλλογικά, υπηρετώντας
το ίδιο κανονικό όραμα. ακόμα κι όταν έρχονται σε
αντιπαράθεση μεταξύ τους
ή και οξύνοντας της καλλιτεχνικές αντιθέσεις τους, δουλεύουν σε
κλίμα
ελευθερίας για την παραγωγή νέων ιδεών.
Δρούν μέσα από ομάδες και κινήματα, κυριευμένοι από την
επαναστατική
συνείδηση για ριζική αλλαγή της αισθητικής της καθημερινής
ζωής παράλληλα και
σε εναρμόνιση με τις οικονομικο-κοινωνικές αλλαγές.
Φανταστείτε μια τέχνη που απελευθερώνεται.
Βγαίνει από τα
μουσεία, τις γκαλερί, τα ωδεία, τα βασιλικά θέατρα και εισβάλλει
στη ζωή και την
καθημερινότητα.
Στολίζει τους τοίχους της πόλης, τα τραμ, τα ρούχα μας.
Απευθύνεται σε όλους, προκαλεί τους πάντες, ζητάει απ’τον καθένα
να πάρει
μέρος, να γίνει κομμάτι αυτής της δημιουργικής έκρηξης.
Η μεγάλη σοβιετική σοσιαλιστική επανάσταση, ανάμεσα σε
όλα τα άλλα, έφερε
στο προσκήνιο μια τέτοια τέχνη.
Προσιτή σε όλους, προσβάσιμη από όλους, γεμάτη θάρρος, θράσος
και αυθάδεια
απέναντι στο παλιό, το σάπιο, το κατεστημένο.
Τα χρόνια της επανάστασης, οι ρώσοι
καλλιτέχνες προσπαθούν
να συνδέσουν την τέχνη με τη ζωή.
Είτε χρησιμοποιώντας τις τεχνικές και τα υλικά με τα οποία ήταν
φτιαγμένα τα
κτίρια, τα αυτοκίνητα, οι σιδηρόδρομοι, όλα τα επιτεύγματα που
αντανακλούν τη
δύναμη του νέου σοβιετικού ανθρώπου.
Είτε βάζοντας την τέχνη παντού, στα λεωφορεία και στα
τραμ, στα
εργοστάσια, στους τοίχους των κτιρίων.
Υπερασπίζονται την αλληλεπίδραση των τεχνών: η ζωγραφική
συνδέεται με
την αρχιτεκτονική αλλά και με τον κινηματογράφο, τη γραφιστική
και το θέατρο.

Το 1918, στην πρώτη επέτειο της Οκτωβριανής
Επανάστασης, ο
Νάταν Αλτμαν (Натан Исаевич Альтман) αναλαμβάνει να αναμορφώσει
στο Λένινγκραντ
(τότε Πέτρογκράντ και νυν [Αγία] Πετρούπολη) την πλατεία του
ανακτόρου,
θέλοντας να «αντιπαραθέσει τη νέα ομορφιά ενός λαού που είχε
νικήσει, στην ομορφιά
της αυτοκρατορικής Ρωσίας», όπως επεσήμαινε ο ίδιος.
Καλύπτει, λοιπόν, την πρόσοψη του ανακτόρου με τεράστιες εικόνες
εργατών και
αγροτών που κρατούν λάβαρα, ενώ σε μια τεράστια κατασκευή
κυριαρχεί η φράση: «Προλετάριοι
όλου του κόσμου ενωθείτε».
Για τον ίδιο λόγο, ο Λένιν πήρε μέτρα
που θα
ευνοούσαν την ανάπτυξη του κινηματογράφου αλλά και θα
τον έθεταν σαφώς
κάτω από το έλεγχο του σοσιαλιστικού κράτους.
Το Διάταγμα για την εθνικοποίηση του κινηματογράφου, το 1919,
τον απαλλάσσει
από τις αυστηρές εμπορικές εξαρτήσεις του και διαμορφώνει
συνθήκες, που
επιτρέπουν την είσοδο των ρευμάτων της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας
στη νεαρή και
ακόμη ανεξερεύνητη ως προς τα εκφραστικά της μέσα “7η
τέχνη”.
Ο κινηματογράφος όχημα για τις ιδέες του προλεταριάτου
Η εθνικοποιημένη -κρατική βιομηχανία ξεκίνησε πολύ νωρίς την κατασκευή κινηματογραφικών μηχανών προβολής σε μαζική κλίμακα.
Πρώτα το 1919 εμφανίστηκε η σταθερή μηχανή «Ρους» και αμέσως μετά η φορητή «Γκόζ».
Την ίδια χρονιά, το σοβιετικό κράτος ιδρύει την πρώτη κινηματογραφική σχολή στον κόσμο.
Στη Σοβιετική Ένωση η κινηματογραφική άνθιση εξακολούθησε να υπάρχει με σημαντικά έργα και μάλιστα σε υπερθετικό βαθμό, στην περίοδο κατά την οποία στους καλλιτέχνες ωριμάζει ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός, ως αποτέλεσμα και των παλιών αντιθέσεων σε μια μεταβατική κοινωνία, αποδεικνύοντας έτσι ότι το συγκεκριμένο πρωτοποριακό ρεύμα (που δεν αφορούσε μόνο το σινεμά) δεν είναι «αισθητικό αποστειρωμένο» όπως υποστηρίζουν οι απολογητές των αστών και του ρεφορμισμού.
Την περίοδο 1942-45, όλο το
καλλιτεχνικό δυναμικό
της χώρας παράγει εμψυχωτικά έργα για τον πόλεμο, αλλά η
παραγωγή,
εξαιτίας των καταστροφών που προκάλεσε ο πόλεμος,
περιορίζεται
κύρια σε ντοκιμαντέρ (ξεχωρίζουν είναι η «μάχη του Όρελ»
[1943] και «Η
γερμανική ήττα στη Μόσχα» [1942]).
Ύστερα όμως από τη νίκη του Στάλινγκραντ, οι Σοβιετικοί
μπόρεσαν να παρουσιάσουν
ξανά αντάξια της κινηματογραφικής τους παράδοσης έργα,
από τα οποία
τα πιο σπουδαία είναι: το αριστούργημα του Αϊζενστάιν
«Ιβάν ο Τρομερός»
(1945), «Το ουράνιο τόξο» (1944) του Ντονσκόι «Η
αποφασιστική καμπή»
(1945) του Έρμλερ κά.
Με τις ανατροπές και την καπιταλιστική παλινόρθωση, παρασύρθηκε στην λησμονιά και η κινηματογραφική ιστορία της Ε.Σ.Σ.Δ που υπήρξε επιβλητική, και πρωτοποριακή για την παγκόσμια εξέλιξη της τέχνης των κινούμενων εικόνων.
Όμως τη μεγάλη περιπέτεια του παγκόσμιου κινηματογράφου ως επιστήμη, ως τέχνη και ως κοινωνικό αγαθό, ξέρουμε ότι εν πολλοίς την οφείλουμε σε αυτούς τους πρώτους σοβιετικούς κινηματογραφιστές σε αυτούς τους μπολσεβίκους καλλιτέχνες που κάνανε την δικιά τους έφοδο στον ουρανό.

Στην τσαρική Ρωσία, έως το 1907 παίζονται ταινίες της Γκωμόν και κυρίως της Πατέ.
Το χρόνο αυτό ο Ντράνκωβ, επίσημος φωτογράφος της Δούμα, γυρίζει επίκαιρα και το 1908 κάνει την πρώτη ρωσική ταινία τέχνης «Στένκα Ραζίν».
Το 1908 υπάρχουν 70 αίθουσες προβολής στη Μόσχα και 150 αίθουσες στην (Αγία) Πετρούπολη.
Το 1917 παράγουν ταινίες η Πατέ και η Γκωμόν με παράρτημά τους στη Ρωσία , 4 μεγάλες ρωσικές εταιρείες και 20 μικρότερες.
Υπάρχουν 70 γραφεία διανομής και 2000 αίθουσες προβολής.
Οι ταινίες που ήταν αρχικά διασκεδαστικές, γίνονται τώρα συστηματικά με μεταφορές από το μυθιστόρημα: «Ντάμα Πίκα», «Σονάτα Κρόυτζερ», «Ταράς Μπούλμπα».
Ταυτόχρονα αναπτύσσεται ο καλλιτεχνικός κινηματογράφος και επικρατούν δυο τάσεις: ο νατουραλισμός του Προτοζάνωβ και ο εξπρεσιονισμός του Μπάουερ. Για να κρατήσει το ηθικό του στρατού ιδρύει την εταιρεία «Σκοπέλεβ» που γυρίζει ιδεολογικές δήθεν ταινίες με θέματα σωβινισμού.
Στην επανάσταση του 1917 οι Καλίνιν και
Λουνατσάρσκυ
διακηρύσσουν πως ο
κινηματογράφος που
ήταν ιδεολογικό όργανο του αστισμού, θα γίνει όχημα για τις
ιδέες του
προλεταριάτου.
Ο Λουνατσάρσκυ διευθύνει τις Επιτροπές Κινηματογράφου που το
1918
σχηματίζουν την ένωση «Σεβσαπκινό». Οι αντιδραστικοί ενώνονται
στην Ένωση των
εργατών κινηματογραφικής τέχνης χρησιμοποιώντας
ονόματα-βεντέτες.
Οι περισσότεροι ρώσοι κινηματογραφιστές
καταφεύγουν στη Δύση,
μαζί και ο Προτοζάνωβ – ο Μπάουερ πέθανε πρόωρα.
Ο Λένιν κάλεσε το 1923 τον Γκρίφιθ, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Στις 19-Δεκ-1922 ιδρύεται η «Γκοσκινό» (Κινηματογράφος του
κράτους) που στα
1924 αρχίζει να παράγει ταινίες, αλλά απέτυχε και αντικαθίσταται
στα 1925 από
την «Σόβσινο».
Δημιουργούνται και άλλες εταιρείες που ασχολούνται όμως κυρίως
με εισαγωγή
δυτικών ταινιών – το 1921 εισάγεται και η «Μισαλλοδοξία» του
Γκρίφιθ.
Από τις 350 ταινίες που γυρίζονται στα 1915, ρεκόρ της τσαρικής
παραγωγής, το
1924 παράγονται μόνο 94 ταινίες.
Στα 1915 ιδρύεται η φορμαλιστική σχολή της
Μόσχας που
ανανεώνει την αισθητική ανάλυση της ποίησης. Εκείνο όμως που
επικρατεί
περισσότερο στη ρώσικη Αβάν Γκάρντ είναι ο φουτουρισμός.
Το ρεύμα αυτό ξεκινάει στην Ιταλία στα 1909 από τον Μαρινέτι και
προπαγανδίζει
τον πόλεμο, την σκληρότητα και τον φασισμό – στα 1911 ο Μαρινέτι
γράφει ποίημα
για την κατάκτηση της Λιβύης. Εκθειάζει τον αιώνα της μηχανής
και την εξομοίωση
του ανθρώπου με την μηχανή: «δημιουργούμε τον μηχανικό άνθρωπο».
Κηρύσσει τον πόλεμο στην παραδοσιακή τέχνη και την καταστροφή
των μουσείων,
γιατί ανήκουν στην παραδοσιακή λογική.
Ταυτόχρονα στρέφεται στο μυστικισμό, διακηρύσσει την κατάργηση
της γραμματικής
σύνταξης (1912), «το μίσος στη διάνοια και την αφύπνιση της
θείας έμπνευσης».
Υποστηρίζει ακόμα πως ο λόγος πρέπει να δοθεί στα αντικείμενα
και στις μηχανές.
Σε προέκταση υποστηρίζει πως «ο κινηματογράφος δείχνει τις
κινήσεις της ύλης,
έξω από τους λόγους της λογικής». Στα 1913 ο Μαρινέτι βλέπει τον
κινηματογράφο
σαν εξάρτημα του μιούζικαλ.
Η ιδέα αυτή καλλιεργείται επίσης στην πρώτη περίοδο του
σοβιετικού
κινηματογράφου από τον Κούλεχωφ, τον Αϊζενστάιν και την ομάδα
F.E.K.S.
(Συνεχίζεται –αύριο το 2ο μέρος)
Δείτε και:
Ο κινηματογράφος της Επανάστασης
Ο κινηματογράφος δεν υπάρχει μόνο για να δημιουργεί ταινίες, αλλά πρέπει να συμμετέχει ενεργά στην οικοδόμηση της νέας αταξικής κοινωνίας σαν υπέρτατος οργανωτής, συνήγορος και προπαγανδιστής του πνεύματος της επανάστασης» Η μάγισσα του μοντάζ Εσθήρ Σουμπ
Η Οκτωβριανή Επανάσταση γέννησε τον κινηματογράφο ως τέχνη
Επιμέλεια Γιάννης Παπαγιάννης



