Πριν αλέκτορα φωνήσαι…

Πυροσβέστες Θεσσαλονίκη
Φωτό αρχείου / Πηγή: Eurokinissi

Με την εμφάνιση των πρώτων κυβερνητικών διαρροών σχετικά με τις νομοθετικές της προθέσεις για την «αναδιάρθρωση» της Πολιτικής Προστασίας τον Νοέμβριο του 2019, έγινε άμεσα αντιληπτό από όσους δεν εθελοτυφλούσαν ότι επίκειται σοβαρή χειροτέρευση του εργασιακού περιβάλλοντος για τον Έλληνα πυροσβέστη. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ειδικός για να καταλάβει πως όταν νομοθετούνται πλήθος δυνατοτήτων για την μεγαλύτερη εμπλοκή προσωπικού σε δράσεις (συμμετοχή σε δράσεις συνεπικούρησης της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας (ΓΓΠΠ), έξω από τα αμιγώς καθαρά πυροσβεστικά καθήκοντα, όπως έλεγχοι σχετιζόμενοι με την επιδημία του COVID κλπ) και χρόνο (δυνατότητες υπέρβασης του ωραρίου για χίλιες δυο αφορμές και λόγους), χωρίς ταυτόχρονα να προσλαμβάνεται νέο προσωπικό και να αυξάνεται η χρηματοδότηση προς το Πυροσβεστικό Σώμα, αυτό αναπόφευκτα σημαίνει πως το υφιστάμενο προσωπικό θα δουλέψει περισσότερο και με χειρότερες συνθήκες. Κανένας νόμος δεν φτιάχνεται από «χόμπι» των κυβερνώντων, αλλά δημιουργείται για να εφαρμοστεί! Όπως ήταν λοιπόν αναμενόμενο, με την έναρξη της φετινής αντιπυρικής περιόδου αναπτύχθηκαν πλήρως τα «εργαλεία» που ο νόμος 4662/20 προβλέπει για την Πολιτική Προστασία και -ειδικότερα- για την εργασία των πυροσβεστών. «Εργαλεία» και διατάξεις που σερβιρίζονται ως «αξιοκρατία», «πρόοδος», «τακτοποίηση» του πλαισίου. Πώς εννοούν όμως όλες αυτές τις λέξεις αυτοί που μας τις σερβίρουν κατά πρόσωπο σε κάθε ευκαιρία;

Ας πάρουμε το παράδειγμα των φετινών μεταθέσεων στο Πυροσβεστικό Σώμα, των πρώτων που πραγματοποιήθηκαν με τον νέο νόμο. Οργίασαν τα κυβερνητικά φερέφωνα να μας πείσουν ότι γίνονται για το καλό όλων, ότι θα υπάρξει ένα αδιάβλητο πλαίσιο ώστε να ξεκολλήσουν πλέον οι συνάδελφοι από τα νησιά κλπ. Κανείς τους όμως δεν αναφέρει πως ένα μεγάλο μέρος των συναδέλφων που υπηρετούσαν σε Πυροσβεστικές Υπηρεσίες νησιών είχαν προσληφθεί ειδικά για αυτές τις Υπηρεσίες (με διαγωνισμούς με κριτήρια εντοπιότητας ή με εκδήλωση προτίμησης από τους ίδιους τους συναδέλφους) ενώ, από την άλλη, οι τεράστιες ανάγκες για νέο προσωπικό στα νησιά προέκυψαν αποκλειστικά από την ίδρυση δεκάδων νέων Υπηρεσιών στα ιδιωτικοποιημένα αεροδρόμια. Η άρνηση των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ (που ίδρυσαν αυτές τις Υπηρεσίες) να προσλάβουν νέο προσωπικό ειδικά για αυτές τις νέες Υπηρεσίες ήταν που δημιούργησε την «ανάγκη» μετακινήσεων πυροσβεστών προς τα νησιά. Ο νέος κανονισμός μεταθέσεων εξασφαλίζει ότι, όπως και να’ χει, η υπηρεσία θα μπορεί πάντα να βρει τρόπο ώστε να ανακυκλώσει το προσωπικό στις Πυρ. Υπηρεσίες Αεροδρομίων.

Πυροσβέστης - πυρόσβεση
Φωτό αρχείου / Πηγή: EUROKINISSI

Και από πού θα προκύπτει αυτό το προσωπικό κάθε φορά; Ο νέος κανονισμός μεταθέσεων θεωρεί δεδομένο ότι κάπου υπάρχουν υπεράριθμοι πυροσβέστες (γιατί η λογική του είναι στηριγμένη στο να μετακινεί πρωτίστως αυτούς) – επομένως ακόμη κι αν δεν υπήρχαν υπεράριθμοι θα έπρεπε αυτοί να… εφευρεθούν, ώστε να εξασφαλίζεται διαρκώς η απρόσκοπτη εναλλαγή προσωπικού προς τα ιδιωτικοποιημένα αεροδρόμια. Πώς; Με… δημιουργική λογιστική: ο Αρχηγός του ΠΣ αποφασίζει κάθε χρόνο πόσοι πυροσβέστες χρειάζονται σε κάθε υπηρεσία. Και πού βασίζεται η κρίση του; Έχει μήπως πραγματοποιηθεί πρόσφατα κάποια σημαντική μελέτη για την ανάλυση των πραγματικών υπηρεσιακών αναγκών κάθε υπηρεσίας, η οποία να καταλήγει σε κάποιο λογικά τεκμηριωμένο αριθμό των πυροσβεστών που απαιτούνται σε κάθε περιοχή; Όχι. Ο κάθε Αρχηγός λοιπόν, αυξομειώνει τα νούμερα της υπηρετούσας δύναμης κάθε περιοχής κατά το δοκούν. Κάπως έτσι για παράδειγμα η Αττική κατέληξε από περίπου 600 – 700 κενές θέσεις που παρουσίαζε πριν λίγα χρόνια, τώρα να παρουσιάζει μόνον περίπου 300, χωρίς να έχει γίνει καμία σημαντική μετακίνηση προσωπικού προς τον νομό, ενώ άλλες υπηρεσίες της επαρχίας ξαφνικά προέκυψαν με πλεονάζον προσωπικό, χωρίς να έχει τοποθετηθεί εκεί ούτε ένας νέος πυροσβέστης!

Απ’ τη στιγμή όμως που γίνονται μετακινήσεις πυροσβεστών μακριά από τους τόπους κατοικίας τους χωρίς σημαντικές νέες προσλήψεις (τα περίπου 100 άτομα που προσλαμβάνονται ετησίως μέσω πανελληνίων αποτελούν σταγόνα στον ωκεανό), προκύπτουν «τρύπες» σε υπηρεσίες – και μάλιστα σε υπηρεσίες με μεγάλες δασικές εκτάσεις ή / και όγκο συμβάντων. Πώς καλύπτει αυτές τις τρύπες η υπηρεσία; Σε γραφειοκρατικό επίπεδο, αυξομειώνοντας τα νούμερα στην ετήσια κατανομή της υπηρετούσας δύναμης. Όταν όμως ο πολίτης βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης και χρειάζεται τη βοήθεια του πυροσβέστη, τα νούμερα δεν βοηθούν και πολύ – εκεί απαιτούνται αληθινοί πυροσβέστες. Οι πραγματικές ανάγκες λοιπόν (που παραμένουν μεγάλες) καλύπτονται με μετακινήσεις πυροσβεστών από τη μια υπηρεσία στην άλλη εντός του ίδιου νομού, μέσω μιας πολύπλοκης και αρκετά αδιαφανούς διαδικασίας όπου ο νόμος (Αρ. 161) προβλέπει απλώς ποιους πρέπει να «προτιμήσει» να μετακινήσει η Υπηρεσία, μέσα από μια διαδικασία που εμπλέκει τη γνώμη τριών διαφορετικών επιπέδων διοίκησης. Αναπόφευκτα, αυτή η ανακύκλωση του προσωπικού δημιουργεί αλυσιδωτά προβλήματα και, φυσικά, δραματικές συνέπειες για τις ζωές των πυροσβεστών. Μια μετακίνηση σε μια υπηρεσία εντός νομού μπορεί να απέχει από το σπίτι του υπαλλήλου πολύ μεγάλη απόσταση, σε κάποιες περιοχές ακόμη και άνω των 70 χλμ. Μπορεί να διανοηθεί κανείς από τους θεωρητικούς αυτής της ιδιάζουσας «αξιοκρατίας» πώς είναι να εργάζεται κάποιος 70 χλμ μακριά από το σπίτι του, με οικογένεια και μη έχοντας τη δυνατότητα να διατηρήσει και νέα κατοικία κοντά στον τόπο εργασίας;

Φώτο Αρχείου / Πηγή: Eurokinissi

Πέρα από τα εργασιακά προβλήματα που αυτή η νέα κατάσταση επιφέρει στον πυροσβέστη, δημιουργούνται και σημαντικότατα επιχειρησιακά προβλήματα. Παρά τις ομολογίες ετοιμότητας σε επίσημο επίπεδο (οι οποίες για τους σκεπτόμενους πολίτες φαντάζουν γραφικές, αφού πριν από όλες τις μεγάλες καταστροφές ο κρατικός μηχανισμός πάντα δήλωνε πανέτοιμος και προδίκαζε θετικά αποτελέσματα), η ίδια η υπηρεσία υποσυνείδητα ομολογεί την αδυναμία της να ανταπεξέλθει στις καθημερινές, φυσιολογικές απαιτήσεις της αντιπυρικής περιόδου: περίπου κατά τον μισό Ιούλιο (που παραδοσιακά είναι ο πρώτος “θερμός” επιχειρησιακά μήνας της αντιπυρικής) διατάχθηκαν αλλεπάλληλες μερικές ή γενικές επιφυλακές του προσωπικού, σε μεγάλο αριθμό νομών και περιφερειών της χώρας, «προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες» όπως πάντα οι διαταγές καταλήγουν. Αυτό στην πράξη σημαίνει πως πυροσβέστες κλήθηκαν τον Ιούλιο να εργαστούν ακόμη και πάνω από 250 ώρες, με συνεχόμενα 32ωρα σε υπηρεσία, με διαρκείς ανακλήσεις ημερών ανάπαυσης και, φυσικά, χωρίς να πληρωθεί καμία από τις δεκάδες ώρες υπερεργασίας του. Η υπηρεσία απλώς του χρωστάει… ώρες ανάπαυσης, τις οποίες θα του χορηγήσει όταν και αν αυτή το θεωρήσει λογικό. Αν πράγματι οι ανάγκες επιπλέον εργατοωρών που οδηγούν στην διαταγή επιφυλακών είναι απλώς «έκτακτες», γιατί υπήρξαν τόσες επιφυλακές μέσα σε μόλις έναν μήνα (σε αντίθεση με οποιοδήποτε ιστορικό προηγούμενο, και με τον Αύγουστο και τα ισχυρά μελτέμια ακόμη μπροστά μας); Συνέβη κάτι τόσο το ιδιαίτερο φέτος τον Ιούλιο; Από την άλλη, αυξημένες ανάγκες που υφίστανται για τόσο μεγάλο διάστημα, μόνο ως «έκτακτες» δεν μπορούν να χαρακτηριστούν…

Ας μην προσποιούμαστε τους κουτούς: για να επιτευχθεί σωστά η προστασία του πολίτη από φυσικές καταστροφές απαιτούνται πολύ μεγαλύτερος αριθμός ωρών εργασίας από όσες ο υφιστάμενος αριθμός των πυροσβεστών μπορεί να παρέχει. Αυτό σημαίνει πως υπάρχουν σημαντικές ανάγκες σε έμψυχο δυναμικό. Η κυβέρνηση όμως, με βάση τον τρόπο που αυτή μετρά την αξία της ζωής ως συνάρτηση του οικονομικού κόστους, συνειδητά επιλέγει να ξεζουμίσει εργασιακά τους υφιστάμενους πυροσβέστες αντί να προχωρήσει στην πρόσληψη μόνιμου προσωπικού, το οποίο θα μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά προς όφελος του λαού. Η πρόσληψη συμβασιούχου προσωπικού που διατυμπανίζεται ως σημαντικός παράγοντας ενίσχυσης για φέτος, αφενός επιχειρησιακά δεν αποτελεί τη βέλτιστη λύση (μέχρι τα μέσα Ιουλίου οι νεοπροσληφθέντες συμβασιούχοι πυροσβέστες εκπαιδεύονταν, ενώ ακόμη υπάρχει σε εξέλιξη εκπαίδευση επιλαχόντων!) ενώ αφετέρου συνιστά στυγνή εκμετάλλευση των πιο παραγωγικών ηλικιών της κοινωνίας μας (οι περισσότεροι νεοπροσληφθέντες συμβασιούχοι είναι νέοι μεταξύ 20 – 35 ετών), τις οποίες συνειδητά όλες οι τελευταίες κυβερνήσεις έφεραν αντιμέτωπες με τόσο ευρύ φάσμα ανεργίας.

Πυροσβέστες, Πρέβεζα
Φώτο Αρχείου / Από πυρκαγιά σε διαμέρισμα στη Πρέβεζα στις 24/4/2020 / Πηγή: Eurokinissi

Μέσα σε όλα αυτά, τα κροκοδείλια δάκρυα του κυβερνητικού συνδικαλισμού θα έπρεπε να εξοργίζουν κάθε πυροσβέστη με αξιοπρέπεια. Οι σαλτιμπάγκοι που στήριξαν τη νέα νομοθεσία και πάσχισαν να καταστείλουν κάθε φωνή αντίδρασης πουλώντας ελπίδα πάνω στα άγχη και στις ελπίδες του μέσου πυροσβέστη τώρα, αφού πρώτα τρέξουν να φωτογραφηθούν δίπλα σε όσους ψήφισαν αυτή τη νέα καταπιεστική νομιμότητα, έπειτα με επιστολές καλούν τους τοπικούς διοικητές να τηρήσουν τη νομιμότητα των διαταγών περί επιφυλακών και ωραρίου εργασίας. Πρόκειται για κακοπροαίρετο εμπαιγμό, αφού αποκλείεται να μην γνωρίζουν πως το νομοθέτημα που στήριξαν με όλες τους τις δυνάμεις καταργεί ρητά (Αρ. 6) κάθε προηγούμενη υποτυπώδη ασφαλιστική δικλείδα για την πιο λελογισμένη εφαρμογή των επιφυλακών αφού προβλέπει «προληπτικές» επιφυλακές εν όψει «αυξημένης επικινδυνότητας», χωρίς καν να υφίσταται κάποιο συμβάν εν εξελίξει – ενώ πλέον διατάσσονται επιφυλακές ακόμη και σε συμβάντα που παλαιότερα δεν εθεωρούντο «δύσκολα». Οι διαρκείς επιφυλακές αποτελούν την πλέον σαφή και ομολογία της λειψανδρίας που επικρατεί στην υπηρεσία, ακόμη και σε μεγάλους νομούς (Αττική) αφού παλαιότερα αυτή η πρακτική δεν ακολουθείτο σε τέτοιο βαθμό. Αν η συνεισφορά των εθελοντικών οργανώσεων και του πάσης φύσεως ελαστικά απασχολούμενου προσωπικού πράγματι μπορούσαν να υποκαταστήσουν την ύπαρξη ικανού αριθμού μόνιμης εργασίας, επαγγελματιών πυροσβεστών, τότε οι διαρκείς και επαναλαμβανόμενες επιφυλακές δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης.

Το σύνολο των πυροσβεστών και της κοινωνίας θα πρέπει με μεγάλη σοβαρότητα να αξιολογήσει όλη αυτή την κατάσταση. Τελικά ποιους εξυπηρετεί η δημιουργία αυτού του πολύπλοκου και δαιδαλώδους πλαισίου που ο ν. 4662/2020 δημιούργησε; Η ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση που δίνεται στο οργανωτικό – γραφειοκρατικό κομμάτι του μηχανισμού εις βάρος του επιχειρησιακού (πρόσφατα ανακοινώθηκε η στελέχωση πλείστων νέων δομών του νέου μηχανισμού της ΓΓΠΠ με μετακινήσεις υπαλλήλων από άλλους τομείς του Πυροσβ. Σώματος και των λοιπών Σωμάτων, κάτι που θα οδηγήσει φυσιολογικά σε μεγαλύτερη αποδυνάμωση των μάχιμων υπηρεσιών) τι συνέπειες θα έχει στην ανάγκη προστασίας της ζωής και της περιουσίας του λαού της χώρας μας; Εξουθενώνοντας εργασιακά τους πυροσβέστες, οδηγώντας τους σε μεταθέσεις μακριά από τα σπίτια τους, εξαντλώντας τους πειθαρχικά και κάνοντας τις εργασιακές τους συνθήκες λάστιχο, ποιος πραγματικά ωφελείται; Ο εργαζόμενος, ο πολίτης που βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, οι ανάγκες του λαού για ποιοτική ζωή; Ή αυτοί που θεωρούν πως το κράτος θα πρέπει να καλύπτει μέρος τους κόστους των «επενδύσεών» τους;

Πριν αλέκτορα φωνήσαι λοιπόν αποδείχθηκε στην πράξη η δραματική καθημερινότητα που ορισμένοι προέβλεπαν πριν ακόμη ψηφιστεί ο ν 4662/2020. Θα πρέπει να είναι κανείς τυφλός ή να έχει προσωπικό συμφέρον για να αποφεύγει ακόμη και τώρα να δει την πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί και, ακόμη χειρότερα, αυτή που έρχεται το προσεχές χρονικό διάστημα. Θα το επιτρέψουν οι πυροσβέστες να τους αντιμετωπίζουν οι κυβερνητικοί συνδικαλιστές και κυβερνώντες ως αναξιοπρεπείς και αναλώσιμους;

Ένας πυροσβέστης

Δείτε ακόμα...