«Δεν θέλω να ζω μάταια όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Θέλω να εξακολουθήσω να ζω και μετά τον θάνατό μου…»
Σαν σήμερα 12 Ιουνίου 1929 γεννιέται η Άννα Φρανκ.
Σαν σήμερα 12 Ιουνίου 1942 παίρνει για δώρο γενεθλίων για τα 13 της χρόνια ένα ημερολόγιο. Λίγες μέρες πριν το είχε χαζέψει σ ένα βιβλιοπωλείο στο Άμστερνταμ. Δυο μέρες μετά θα αρχίσει να γράφει τις σκέψεις της θα αρχίσει να καταθέτει γλαφυρά την ψυχή της.
Κανείς δε γνώριζε πως πρόκειται να γίνει το πιο διάσημο ημερολόγιο του κόσμου.
Κανείς δε γνώριζε πως η μοίρα θα το έδενε με το πιο διάσημο βιβλίο κατά του ολοκαυτώματος.
Ένα μήνα μετά, αφού άρχισε να γράφει, καταφθάνει το τραγικό νέο στην οικογένεια πως η μεγαλύτερη αδερφή της, Μαργκότ, πρέπει να οδηγηθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο πατέρας της και επιχειρηματίας Όττο Φρανκ οδηγεί την οικογένεια του και την οικογένεια του συνεταίρου του στο πίσω μέρος της εταιρείας του, σ ένα κρυφό δωμάτιο που η είσοδός του βρισκόταν πίσω από μια κινητή βιβλιοθήκη. Η οικογένεια θα μείνει στην οδό Πρίσενγκρατς 263, όπου σήμερα στεγάζεται το ίδρυμα ΑΝΝΑ Φρανκ, για 2 χρόνια κι ένα μήνα, ως την 1η Αυγούστου 1944, όταν τελικά συνελήφθησαν από τη Γκεστάπο. Η μητέρα της θα πεθάνει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς από ασιτία τον Γενάρη του 1945. Η Άννα με την αδερφή της θα πεθάνουν από τύφο στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν τον Μάρτιο του 1945. Θα επιζήσει μόνο ο πατέρας.
«Ήξερα ότι η Άννα έγραφε ημερολόγιο. Μιλούσε γι’ αυτό και μου το είχε αφήσει να το φυλάω δίπλα στο κρεβάτι μου αφού της υποσχέθηκα ότι δεν θα το διάβαζα. Ποτέ δεν το έκανα. Όταν επέστρεψα και έμαθα ότι οι κόρες μου είχαν πεθάνει, μου παρέδωσαν το ημερολόγιό της. Μου πήρε πολύ χρόνο για να το διαβάσω. Όταν το έκανα έμεινα έκπληκτος από τις βαθιές σκέψεις που είχε η Άννα. Μιλούσε για πολλά πράγματα, έκανε κριτική αλλά το πώς πραγματικά ένιωθε, μπορούσα να το δω στο ημερολόγιο. Και το συμπέρασμά μου είναι, καθώς είχα πολύ καλές σχέσεις με την Άννα, ότι οι περισσότεροι γονείς δεν γνωρίζουν πραγματικά τα παιδιά τους», είχε πει ο πατέρας της ο οποίος εξέδωσε το ημερολόγιο το 1947 με τίτλο Het Achterhuis (Το πίσω σπίτι). Το βιβλίο θα μεταφραστεί σε περισσότερες από 55 γλώσσες και θα κερδίσει το βραβείο Πούλιτζερ το 1955.
Ο Ολλανδός ιστορικός Jan Romein, όταν διάβασε το χειρόγραφο του Ημερολογίου, έγραψε συγκλονισμένος: «Τούτο το φαινομενικά ασυνεχές ημερολόγιο ενός παιδιού, αυτή η deprofundis αποκάλυψη με τη φωνή ενός παιδιού, ενσωματώνει τη φρίκη του φασισμού περισσότερο από οποιοδήποτε στοιχείο της Νυρεμβέργης».
Αποσπάσματα από το ημερολόγιο:
«Γιατί πρέπει να γίνεται ο πόλεμος; Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζήσουν ειρηνικά; Γιατί όλη αυτή η καταστροφή;». Στο ερώτημα αυτό δεν είναι εύκολο να βρούμε απάντηση. Αλήθεια, γιατί φτιάχνουν ολοένα μεγαλύτερα αεροπλάνα με όλο και πιο βαριές βόμβες, ενώ την ίδια στιγμή χτίζουν τα κατεστραμμένα σπίτια; Γιατί σπαταλούν δισεκατομμύρια κάθε μέρα για τον πόλεμο, ενώ φαίνεται ότι δεν υπάρχει ούτε μια δεκάρα διαθέσιμη για τα φάρμακα, τους φτωχούς και τους καλλιτέχνες; Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που πεινούν, ενώ σε άλλα μέρη της γης έχουν τόσα τρόφιμα που τα αφήνουν να σαπίζουν; Μήπως οι άνθρωποι είναι τρελοί;»
Τετάρτη 3 Μαρτίου 1944
«Είναι μια φοβερή εποχή. Γύρω λυσσομανάει ο πόλεμος και κανένας δεν ξέρει αν είναι ζωντανός την άλλη μέρα. Θυμάμαι που ζούσαμε όλοι μαζί στην πόλη και περιμέναμε από στιγμή σε στιγμή να την αδειάσουν για να φύγουμε. Οι μέρες μας ήταν γεμάτες κανονιές και πυροβολισμούς και τις νύχτες μυστηριώδης ήχοι έρχονταν από τα βάθη. Αυτό συνεχίστηκε έτσι καμιά βδομάδα, ώσπου ένα βράδυ μας σκέπασε μια νύχτα που κρατάει ακόμη και σήμερα.
Θυμάμαι σαν τώρα εκείνη τη στιγμή. Πρέπει να ήταν αργά το βράδυ, όταν ακούστηκαν ξαφνικά τρομερές εκρήξεις. Το βάλαμε στα πόδια όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Παντού γύρω μας έτρεχαν άνθρωποι που φώναζαν. Τα σπίτια καίγονταν, έτσι ώστε όλα τα πράγματα φαίνονταν πυρωμένα και κόκκινα. Δεν είναι δυνατό να πω πόση ώρα έτρεχα έτσι, πάντα με την εικόνα των σπιτιών που καίγονταν, των προσώπων που ούρλιαζαν παραμορφωμένα μπρος στα μάτια μου.
Είναι παράδοξο που δεν έχω εγκαταλείψει τα ιδανικά μου, τα οποία φαίνονται τόσο παράλογα και καθόλου πρακτικά. Ωστόσο εμμένω σ’ αυτά γιατί ακόμη πιστεύω, παρά τα όσα συμβαίνουν γύρω μου, πως οι άνθρωποι είναι αληθινά καλοί στην καρδιά…
Είναι εντελώς αδύνατον για μένα το χτίσω τη ζωή μου πάνω στο χάος, στη θλίψη και στο θάνατο…
Βλέπω τον κόσμο αργά αργά να μεταμορφώνεται σε άγριο τοπίο. Ακούω τον κεραυνό που πλησιάζει και που μια μέρα θα καταστρέψει κι εμάς τους ίδιους…
Νιώθω τον πόνο εκατομμυρίων ανθρώπων. Κι όμως, όταν κοιτάζω τον ουρανό, νιώθω μέσα μου πως όλα θα αλλάξουν προς το καλύτερο, πως αυτή η σκληρότητα θα τελειώσει, πως η ειρήνη και η γαλήνη θα επιστρέψουν και πάλι…»
Άννα Φρανκ, 15 Ιουλίου 1944
«Πίστεψέ με, αν είσαι έγκλειστος για ενάμισι χρόνο, μπορεί να σου στοιχίζει πολύ κάποιες μέρες. Το ποδήλατο, ο χορός, το σφύριγμα, το να κοιτάς έξω απ’ το παράθυρο στον κόσμο, το να νιώθεις νέος, το να νιώθεις ελεύθερος, αυτά είναι τα πράγματα που μου λείπουν…
Δεν θέλω να ζω μάταια όπως οι περισσότεροι άνθρωποι. Θέλω να εξακολουθήσω να ζω και μετά τον θάνατό μου…
Κάποια μέρα αυτός ο φοβερός πόλεμος θα τελειώσει… Κάποια μέρα θα ξαναγίνουμε άνθρωποι κι όχι απλά Εβραίοι…
Ποιος μας προκάλεσε αυτή τη συμφορά;»
Η ‘Αννα Φρανκ ήταν ένα από τα 1,5 εκατομμύρια παιδιά που εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά που κατάφερε να «ζήσει» και μετά το θάνατό της. 78 χρόνια μετά τη γέννησή του, το ημερολόγιό της συνεχίζει να χαράζει ανεξίτηλα την ανθρωπότητα, θυμίζοντας μας κάτι που είναι χρέος μας να μη ξεχνάμε: τα εγκλήματα του Ναζισμού!
Ρούλα Καραγιάννη



