Στην παρέμβασή του στην εκδήλωση με θέμα «Οι θέσεις του ΚΚΕ για την αντιπυρική προστασία» ο Σπύρος Ηλίας, δημοτικός σύμβουλος με το ΚΚΕ στο Δήμο Μαραθώνα, είπε:
«Βρίσκομαι σήμερα εδώ για να σας μεταφέρω την εμπειρία που έχουμε ως εκλεγμένοι με τη Λαϊκή Συσπείρωση στην Κοινότητα Βαρνάβα, αλλά και ως αντιπολίτευση στον Δήμο Μαραθώνα.
Δυστυχώς, είναι γνωστό σε όλους μας ότι η Βορειοανατολική Αττική βρίσκεται σχεδόν κάθε χρόνο αντιμέτωπη με καταστροφικές πυρκαγιές. Στον Βαρνάβα δε, έχουν ξεκινήσει δύο από τις σημαντικότερες οικολογικές καταστροφές στην Αττική, με τις πυρκαγιές του 2009 και του 2024, ενώ ως Δήμος έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι και με το τραγικό έγκλημα στο Μάτι, έχοντας χάσει συνδημότες μας με τον πιο επώδυνο τρόπο.
Ανατρέχοντας στο παρελθόν, μπορούμε να ακολουθήσουμε τη σκυταλοδρομία των κυβερνήσεων που η μία μετά την άλλη συρρικνώνουν τον προϋπολογισμό που σχετίζεται με την προστασία του πληθυσμού, των υποδομών και του φυσικού περιβάλλοντος. Η υποστελέχωση και η υποχρηματοδότηση της Δασικής Υπηρεσίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, αλλά και η σκόπιμη διάχυση ευθυνών στις Περιφέρειες και τους Δήμους, έχουν διαμορφώσει ένα πλαίσιο, όπου κάθε καλοκαίρι παίζουμε τις ζωές μας κορόνα-γράμματα.
Όσο πιο κοντά βρίσκεται κάποιος σε μια καταστροφή, τόσο πιο καθαρά βλέπει τι κρύβεται πίσω από τους αριθμούς σχετικά με τα καμένα στρέμματα. Η πυρκαγιά του 2024, λοιπόν, έκαψε το 25% της συνολικής έκτασης του Δήμου Μαραθώνα. Αυτό, σε ανθρώπινο επίπεδο, μεταφράζεται σε ολοσχερή καταστροφή τεράστιας δασικής έκτασης, ολική και μερική καταστροφή εκατοντάδων οικημάτων και επιχειρήσεων, ενώ δεν ήταν λίγοι και οι αγρότες που είδαν τις καλλιέργειες και τον κόπο τους να πηγαίνουν στράφι.
Αυτό που βιώσαμε το καλοκαίρι του ’24 αποδομεί κάθε αφήγημα περί ετοιμότητας που ξεκινά από την κυβέρνηση και καταλήγει στους Δήμους. Η γύμνια του κρατικού μηχανισμού φάνηκε και από τη λειτουργία του 112. Λίγο μετά το ξέσπασμα της πυρκαγιάς, κρίσιμες υποδομές, όπως τα αντλιοστάσια τέθηκαν εκτός λειτουργίας, ενώ παράλληλα η φωτιά έκαιγε σπίτια μέσα στο κέντρο του χωριού.
Η Πυροσβεστική ήταν διασκορπισμένη σε πολλά μέτωπα, ενώ παράλληλα υπήρχαν πυροσβεστικά οχήματα σταθμευμένα δίπλα από φλεγόμενα σπίτια, καθώς οι κρουνοί ήταν άδειοι, γεγονός που δυσχέρανε την επιχειρησιακή τους δυνατότητα. Σε αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, είχαν την απαίτηση από εμάς να εκκενώσουμε την περιοχή.
Αν τότε υπακούαμε στο 112 και δεν μέναμε πίσω να παλέψουμε για τα σπίτια και τις περιουσίες μας, ο Βαρνάβας και το Γραμματικό ενδεχομένως να είχαν καταστραφεί ολοσχερώς. Φυσικά, κανείς μας δεν είχε στο πρόγραμμα να ρισκάρει τη ζωή του, αλλά αυτό αναγκαστήκαμε να κάνουμε ο ένας για τον άλλον, όταν δεν υπήρχε κάτι άλλο άλλο για να στηριχτούμε.
Η πυρκαγιά αυτή, βέβαια, όπως και οι περισσότερες, δεν ήρθε απρόσμενα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που περιοχές του Δήμου έμεναν χωρίς νερό σε συνθήκες υψηλού κινδύνου πυρκαγιάς, όπως δεν ήταν και λίγες οι προειδοποιήσεις της Λαϊκής Συσπείρωσης για το προδιαγεγραμμένο έγκλημα που εν τέλει κατέκαψε τον τόπο μας. Ως κοινοτική αρχή απαιτούσαμε για χρόνια το πιο απλό: Να εγκατασταθούν γεννήτριες στα αντλιοστάσια, ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία τους σε κρίσιμες συνθήκες όπως είναι και οι πυρκαγιές.
Κατά τραγική ειρωνεία, μόλις έναν μήνα πριν από τη φωτιά του Αυγούστου, είχα επαναφέρει το ίδιο θέμα στο συμβούλιο λογοδοσίας.
Ακόμα πιο τραγικό, όμως, είναι το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα, δύο χρόνια μετά την καταστροφή του ’24 και λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της φετινής αντιπυρικής περιόδου, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Ο προϋπολογισμός για την πρόληψη και την κατάσβεση των πυρκαγιών παραμένει στα τάρταρα, ενώ σε τοπικό επίπεδο τα αντλιοστάσια ολόκληρου του Δήμου παραμένουν χωρίς εφεδρική ηλεκτροδότηση, οι αντιπυρικές ζώνες και οι δασικοί δρόμοι είναι ανύπαρκτοι και οι αγροτικοί δρόμοι ασυντήρητοι και ακόμα πιο απροσπέλαστοι μετά την τελευταία κακοκαιρία.
Αυτή είναι η εικόνα ενός Δήμου με τόσο βεβαρημένο ιστορικό πυρκαγιών.
Ωστόσο, οι κομμουνιστές από όλα τα πόστα μας δεν περιοριζόμαστε ποτέ μόνο στην καταγραφή των προβλημάτων. Μπροστά σε κάθε εχθρικό Δήμο, όπως είναι ο Δήμος Μαραθώνα που κάνει εφέσεις στους πυρόπληκτους από το Μάτι, υπάρχει η Λαϊκή Συσπείρωση που τους ξεμπροστιάζει. Σε κάθε παραπλανητικό εφησυχασμό από την Πολιτική Προστασία, υπάρχει μια κοινοτική αρχή που κινητοποιεί τον κόσμο της και φτάνει μέχρι τα περιφερειακά συμβούλια για να διεκδικήσει μέτρα προστασίας για το περιβάλλον και τις λαϊκές περιουσίες.
Αυτό είναι ενδεικτικό για τη δράση των παρατάξεων της Λαϊκής Συσπείρωσης πανελλαδικά για ζητήματα πρόληψης και ασφάλειας.
Το πεδίο των δασικών πυρκαγιών μας υπενθυμίζει κάθε καλοκαίρι, στην πράξη, ότι μόνο ο λαός σώζει τον λαό.
Εμείς θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για όλα τα μέτρα πρόληψης και ασφάλειας που μπορούμε να έχουμε, σύμφωνα με την πρόοδο που έχει γίνει μέχρι σήμερα, γιατί αρνούμαστε να δεχτούμε ως κανονικότητα το γεγονός ότι σε κάθε καλοκαιρινό αεράκι σφίγγεται η καρδιά μας από τον φόβο για αυτό που μπορεί να συμβεί».



