Συνέντευξη του Γ. Δημητριάδη: Κυνικές παραδοχές και «ομερτά» στην υπηρεσία της αστικής εξουσίας

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Ωμές και κυνικές παραδοχές για το πώς τα αστικά επιτελεία υπερασπίζονται αταλάντευτα και με όλους τους τρόπους τα ταξικά συμφέροντα του κεφαλαίου περιλάμβανε η πολύωρη συνέντευξη του πρώην γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη.

Σε ό,τι αφορά το σκάνδαλο των υποκλοπών μίλησε με όρους «ομερτά», καθώς, όπως είπε, επιλέγει τη σιωπή προκειμένου να προστατεύσει την κυβέρνηση και τους κρατικούς μηχανισμούς. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν πρόκειται «ποτέ» να μιλήσει περισσότερο, επικαλούμενος την ανάγκη να προστατεύσει «το κράτος, τις μυστικές υπηρεσίες, την κυβέρνησή μου και την παράταξή μου».

Ο πρώην στενός συνεργάτης και ανιψιός του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, υποστήριξε ότι το μόνο που έκανε ήταν να αναλάβει την πολιτική ευθύνη, ώστε «να προχωρήσει η κυβέρνηση», επιμένοντας ότι δεν πρόκειται να αποκαλύψει οτιδήποτε επιπλέον για την υπόθεση των υποκλοπών. Παράλληλα, χαρακτήρισε μέρος του ρόλου του το να «φάει τη σφαίρα για να μείνει πάνω το αφεντικό», αναφερόμενος στον πρωθυπουργό.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, πάντως, και ο ισχυρισμός του Γρ. Δημητριάδη ότι αντίστοιχες υποθέσεις με τα κατασκοπευτικά λογισμικά Predator και Pegasus υπήρξαν σχεδόν σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Πρόκειται για μια παραδοχή που επιβεβαιώνει ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν αποτελεί μια «ελληνική ιδιαιτερότητα», αλλά εκδηλώνεται πάνω στο κοινό έδαφος που διαμορφώνουν οι κατευθύνσεις της ΕΕ για το γενικευμένο φακέλωμα και την παρακολούθηση, με το δόγμα «ουδείς εξαιρείται των παρακολουθήσεων» με πραγματικό στόχο τα λαϊκά δικαιώματα και ελευθερίες.

Πέρα όμως από τις αναφορές του στις υποκλοπές, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι τοποθετήσεις του για τον ίδιο τον ρόλο του αστικού κράτους. Ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού υπερασπίστηκε την ανάγκη ενός πιο «συγκεντρωτικού» και «αποτελεσματικού» κράτους, επικαλούμενος τις διεθνείς εξελίξεις, τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ και τις απαιτήσεις της σημερινής περιόδου.

Στην πραγματικότητα, οι αναφορές αυτές συναντούν τη γενικότερη συζήτηση που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια στην ΕΕ για την ενίσχυση της κρατικής αποτελεσματικότητας, τη μείωση των «γραφειοκρατικών εμποδίων», την «ανταγωνιστικότητα» και τη «στρατηγική αυτονομία», σε συνθήκες όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και γενικευμένης πολεμικής προετοιμασίας.

Στο ίδιο πνεύμα, περιγράφοντας περιστατικά από τη θητεία του στο Μέγαρο Μαξίμου, παρουσίασε ως φυσική λειτουργία της κρατικής διαχείρισης τη μεσολάβηση ανάμεσα σε ανταγωνιστικά επιχειρηματικά συμφέροντα, με γνώμονα, όπως υποστήριξε, το συνολικό «εθνικό συμφέρον». Σε αυτό το πλαίσιο μίλησε για τα «όχι» και τα «ναι» που είπε στον γνωστό εφοπλιστή, που πλέον είναι σε σύγκρουση, μιλώντας «καθαρά» για το πώς «δουλειά» του αστικού κράτους είναι να «μοιράζει την πίτα» της καπιταλιστικής κερδοφορίας, έχοντας πάντα όμως ως κριτήριο τα γενικότερα συμφέροντα της εκμεταλλεύτριας τάξης, που βαφτίζονται «εθνικά».

Παράλληλα, κάνοντας αναφορά σε διάφορα μακιαβελικά περί «σκοπού που αγιάζει τα μέσα», με τις απαραίτητες φιοριτούρες περί «πραγματισμού», είπε ότι κατά τη διαχείριση της πανδημίας υπήρξε «σοσιαλιστής», εξηγώντας ότι στο τέλος της ημέρας η αστική διακυβέρνηση απαιτεί να «γίνει η δουλειά» και αυτό δεν χωρά σε ταμπέλες «κεντροδεξιού», «σοσιαλιστή». Φυσικά η «δουλειά που γίνεται» πάντα φέρνει κερδισμένο το κεφάλαιο και χαμένο τον λαό, κι αυτό είναι νόμος.

Ωμές και κυνικές και οι αναφορές του στις σχέσεις κρατικών μηχανισμών με πρόσωπα του υποκόσμου, στο πλαίσιο της συζήτησης για τις κατηγορίες που κατά καιρούς του έχουν αποδοθεί, επιβεβαιώνοντας κυνικά τις διασυνδέσεις κράτους και παρακρατικών μηχανισμών, τις οποίες ο ίδιος αντιμετώπισε ως στοιχείο της άσκησης της κρατικής εξουσίας και της επιβολής της «τάξης».

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...