Συνθηκολόγηση – Κυβέρνηση και βασιλιάς φεύγουν από την Ελλάδα – Η μάχη της Κρήτης

Το ALT.GR συνεχίζει σήμερα το αφιέρωμα στην 28η Οκτώβρη 1940 με το κεφάλαιο: «Συνθηκολόγηση. Κυβέρνηση και βασιλιάς φεύγουν από την Ελλάδα. Η μάχη της Κρήτης», από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1939 -1949 Β1 Τόμος, σελ. 78 – 83.

Στις 9 Μάρτη 1941, άρχισε η εαρινή ιταλική επίθεση, υπό τη διεύθυνση του Μουσολίνι και του στρατηγού Καβαλέρο. Κράτησε ως τις 26 Μάρτη και τελικά αποκρούστηκε.208

Στις 6 Απρίλη 1941, ο γερμανικός στρατός εισέβαλε στη Γιουγκοσλαβία, η οποία στις 17 Απρίλη συνθηκολόγησε. Την ίδια μέρα εισέβαλε στο ελληνικό έδαφος,209 σε όλο το μέτωπο από τα σύνορα Ελλάδας – Γιουγκοσλαβίας – Βουλγαρίας.

Στις 9 Απρίλη, μετά από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από το γερμανικό στρατό, οι ελληνικές μεραρχίες του αλβανικού μετώπου άρχισαν να συμπτύσσονται, δίνοντας ταυτόχρονα σκληρές μάχες μέχρι τα ελληνοαλβανικά σύνορα.

Στο αστικό πολιτικό και στρατιωτικό πεδίο ήταν έντονες οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα σ’ εκείνους που επέμεναν στη συνέχιση του πολέμου για ένα διάστημα (βασιλιάς Γεώργιος – Αλέξανδρος Παπάγος κ.ά.), ώστε να μην εγκαταλειφθεί το βρετανικό σώμα στρατού210 στην επίθεση του γερμανικού, και από την άλλη σ’ εκείνους που ζητούσαν συνθηκολόγηση με τη Γερμανία (μητροπολίτης Ιωαννίνων Σπυρίδων – Τσολάκογλου – Μπάκος κ.ά.).211 Η κρίση οξύνθηκε μετά από την αυτοκτονία του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κορυζή (18 Απρίλη 1941), αντικαταστάτη του Μεταξά, ο οποίος πέθανε στις 29 Γενάρη 1941. Η αυτοκτονία του Κορυζή φαίνεται ότι είχε άμεση σχέση με την εξέλιξη του πολέμου. Ο βασιλιάς αποφάσισε να αναθέσει την πρωθυπουργία στον Κοτζιά, αλλά υπήρξαν αντιδράσεις από τους Άγγλους και από εγχώριους πολιτικούς, λόγω των δεσμών που είχε ο Κοτζιάς με τη ναζιστική Γερμανία.212 Έτσι, ο Κοτζιάς κατέθεσε την εντολή, η οποία δόθηκε στον αντιστράτηγο Αλέξανδρο Μαζαράκη-Αινιάν, που την αποδέχτηκε, όμως η προσπάθεια σχηματισμού κυβέρνησης ναυάγησε.213 Στις 20 Απρίλη σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό το βασιλιά Γεώργιο, με αντιπρόεδρο το ναύαρχο Αλ. Σακελλαρίου.214 Ωστόσο, την επομένη πρωθυπουργός ανέλαβε ο Εμμ. Τσουδερός.

Μια μέρα πριν το σχηματισμό κυβέρνησης οι στρατηγοί Δεμέστιχας και Μπάκος είχαν ζητήσει να γίνει συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς «προς πρόληψιν αναρχίας και κρατικής διαλύσεως»,215 ενώ τα Γ’ και Δ’ Σώματα Στρατού ανέφεραν ότι στις μονάδες τους «σημειώνονται κομμουνιστικά κινήματα».216 Στις 20 Απρίλη στρατηγοί, με επικεφαλής τον Γεώργιο Τσολάκογλου και σε συνεργασία με το μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, έστειλαν αγγελιοφόρους στη γερμανική διοίκηση για συνθηκολόγηση.

Όσον αφορά τους στρατευμένους, γύριζαν στα σπίτια τους με τα πόδια ή με όποιο μέσο έβρισκαν, πεινασμένοι και ψειριασμένοι, πολλοί με κρυοπαγήματα και αγανακτισμένοι από την εγκατάλειψη στην τύχη τους.

Ανάλογες λαϊκές διαθέσεις υπήρχαν και στα μετόπισθεν. Επιπλέον, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που με την κατάρρευση των πολεμικών μετώπων μάζευαν και έκρυβαν όπλα τα οποία είχαν παρατήσει τμήματα του ελληνικού στρατού, ιδιαίτερα στη Μακεδονία.200 Ανάλογο φαινόμενο σημειώθηκε και κατά την επιστροφή των φαντάρων από το αλβανικό μέτωπο, όπου άκουγαν από τους απλούς ανθρώπους: «Μη δίνετε τα όπλα σας στους κατακτητές. Θα χρειαστούν. Αν δεν μπορείτε να τα κουβαλάτε, αφήστε τα στο χωριό μας και μεις θα τα φυλάξουμε.»218

Στις 20 Απρίλη 1941, υπογράφτηκε στο Βοτονόσι Ιωαννίνων Πρωτόκολλο ανακωχής του ελληνικού στρατού με το γερμανικό, από τους Γεώργιο Τσολάκογλου και Γιόζεφ Ντίντριχ, διοικητή της 1ης γερμανικής Μεραρχίας των SS. Στις 21 Απρίλη υπογράφτηκε «Πρωτόκολλον παραδόσεως μεταξύ της Ανωτέρας Διοικήσεως των Γερμανικών Στρατευμάτων εν Ελλάδι και της Ανωτέρας Διοικήσεως της Βασιλικής Ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας» από τους Γ. Τσολάκογλου και Γκρίφεμπεργκ.219 Στις 23 Απρίλη, υπογράφτηκε στη Θεσσαλονίκη το τελικό Πρωτόκολλο της άνευ όρων παράδοσης της ελληνικής Στρατιάς Ηπείρου και Μακεδονίας, από τον Γεώργιο Τσολάκογλου, το Γερμανό στρατηγό Αλ. Γιοντλ και τον Ιταλό στρατηγό Αλ. Φερέρο. Τις μέρες που ακολούθησαν (24-27 Απρίλη 1941), ο εγγλέζικος στρατός έφυγε ατάκτως220 από δεκάδες ελληνικές παραλίες. Κατά την αποχώρησή του ανατίναξε τη γέφυρα του Ισθμού της Κορίνθου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ) του ΓΕΣ, οι ελληνικές στρατιωτικές απώλειες στους δύο πολέμους (ιταλοελληνικό και γερμανοελληνικό) ήταν: Νεκροί αξιωματικοί 689 και 53 αγνοούμενοι, δηλαδή 742 συνολικά. Νεκροί οπλίτες 12.636 και 1.237 αγνοούμενοι του ιταλοελληνικού (για τους αγνοούμενους δεν υπάρχουν τεκμηριωμένα αντίστοιχα στοιχεία για το γερμανοελληνικό). Τραυματίες αξιωματικοί 1.484 και 61.179 τραυματίες οπλίτες (συμπεριλαμβάνονται και οι περίπου 25.000 παγόπληκτοι). Αιχμάλωτοι συνολικά 2.465.221

Στο μεταξύ, από τις 17 Απρίλη, άρχισαν να φεύγουν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας και πλήθος αυλικών.222 Τη νύχτα της 22 Απρίλη έφυγαν (εκτός από τον Μανιαδάκη και τον Σακελλαρίου) με το αντιτορπιλικό «Βασίλισσα Όλγα» υπουργοί και άλλοι επίσημοι:

«Οι πλείστοι με τας οικογενείας των-γυναίκες και τέκνα, πεθερές και γκουβερνάντες – και με τας αποσκευάς των – μπαούλα, βαλίτσες με τουαλέτες, τζάντες με ρουχισμό, μερικοί με τα παιχνίδια των παιδιών και κάποιοι με τα χρυσαφικά τους», έγραψε ο ναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου.223 Μαζί με τα μέλη της κυβέρνησης έφυγαν οι Βαρβαρέσος και Μαντζαβίνος, διοικητής και υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας αντίστοιχα.224 Η ελληνική κυβέρνηση είχε φυγαδεύσει στο Ηράκλειο από το Μάρτη τα αποθέματα του χρυσού της Τράπεζας της Ελλάδας.225

Στις 23 Απρίλη έφυγαν από το Σκαραμαγκά για την Κρήτη με αγγλικό υδροπλάνο ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ με τον πρωθυπουργό Τσουδερό και τον Άγγλο πρέσβη Πάλερετ και την ίδια μέρα έφτασαν στη Σούδα.226

Ενώ η κυβέρνηση Τσουδερού βρισκόταν στην Κρήτη,227 άρχισε στις 20 Μάη 1941 η ομώνυμη μάχη, που έληξε στις 31 του ίδιου μήνα με την επικράτηση του γερμανικού στρατού.

Η γερμανική επίθεση ξεκίνησε με σφοδρό βομβαρδισμό και μαζικές ρίψεις αλεξιπτωτιστών. Το αγγλικό εκστρατευτικό σώμα που είχε φτάσει στην Κρήτη και οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις αριθμούσαν 42.000 άντρες.228 Η μεραρχία των Κρητών, που βρισκόταν στην Αλβανία, καθηλώθηκε στην Ήπειρο, παρότι ζητούσε να σταλεί στην Κρήτη. Η κυβέρνηση Τσουδερού και ο βασιλιάς έφυγαν τρεις μέρες αφότου άρχισαν οι μάχες (23 Μάη 1941).

Οι απώλειες των υπερασπιστών της Κρήτης ανέρχονταν σε 2.000 νεκρούς του βρετανικού Ναυτικού, 1.800 στρατιώτες των αυτοκρατορικών στρατευμάτων και πολλοί Έλληνες στρατιώτες και πολίτες, για τους οποίους δεν υπάρχει ακριβής καταμέτρηση. Επίσης, 2.000 ήταν οι τραυματίες, καθώς και 12.000 οι αιχμάλωτοι Βρετανοί και πάνω από 5.000 οι Έλληνες. Η γερμανική πλευρά είχε συνολικές απώλειες 6.116 άντρες (σύμφωνα με τα γερμανικά στοιχεία 6.600), στο μεγαλύτερο μέρος τους αλεξιπτωτιστές.229

Στην απόκρουση της γερμανικής αεραποβατικής επιχείρησης ήταν ηρωικός ο ρόλος του κρητικού λαού. Αυτό ήταν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μάχης της Κρήτης. Χιλιάδες απλοί άνθρωποι, με παλιό οπλισμό, ακόμα και με ρόπαλα και μαχαίρια, αντιστάθηκαν στην εισβολή. Υπολογίζονται σε περίπου 600 οι ομάδες, 3-80 αντρών η καθεμία, που σχηματίστηκαν από πολίτες σε όλη τη Βόρεια Κρήτη, από το Ηράκλειο ως τα Χανιά, και πολέμησαν κατά των Γερμανών.230 Μέσα σε κόλαση πυρός και σε σκληρή πάλη σώμα με σώμα με πάνοπλους αλεξιπτωτιστές, ο κρητικός λαός τους εξόντωνε, οπλιζόταν με τα όπλα τους και αντιμετώπιζε τα νέα κύματα που έρχονταν το ένα πίσω από το άλλο.

Σημαντική ήταν η συμβολή των κομμουνιστών που βρέθηκαν εκείνες τις μέρες στην Κρήτη ή που ζούσαν εκεί. Πρωτοστάτησαν στη λαϊκή αντίσταση ενταγμένοι σε ομάδες εργατών στις πόλεις ή αγροτών στην ύπαιθρο. Στην Κρήτη είχε φτάσει ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, μαζί με τη γυναίκα του Φούλα Χατζηδάκη, έχοντας αποδράσει από την Κίμωλο όπου βρίσκονταν εξόριστοι. Φτάνοντας στην Κρήτη, ο Πορφυρογένης παρουσιάστηκε στον Τσουδερό, που η κυβέρνησή του βρισκόταν στα Χανιά, απαιτώντας απελευθέρωση των κομμουνιστών κρατούμενων, εκδίωξη των τεταρτοαυγουστιανών και οργάνωση του λαού για ν’ αντιμετωπίσει την επικείμενη επέμβαση του γερμανικού στρατού.231 Στις 16 Μάη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κρητικά Νέα άρθρο υπογεγραμμένο από τον Πορφυρογένη με τίτλο: «Ηνωμένοι προς τη Νίκη». Έγραψε ανάμεσα σε άλλα:

«Οι κομμουνιστές πρέπει να ’ναι στις πρώτες γραμμές.»232

Στη μάχη της Κρήτης πήραν επίσης μέρος κομμουνιστές εξόριστοι της Φολέγανδρου που είχαν δραπετεύσει στις αρχές του Μάη και πήγαν στην Κρήτη.233 Αυτή την ομάδα αποτελούσαν οι Στέργιος Αναστασιάδης, μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκος Μανουσάκης, Μιχάλης Βιτσαξάκης, Γιάννης Τριανταφύλλου, Θύμιος Μαριακάκης, Γιάννης Καλαϊτζάκης, Σωκράτης Καλλέργης, Μανώλης Πισσαδάκης και Γιάννης Σιμιτζής.

Ύστερα από τη γερμανική επικράτηση επιβλήθηκαν σκληρά αντίποινα από τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση σε βάρος του κρητικού λαού. Η Κάνδανος (3 Ιούνη 1941), όπως και άλλα χωριά και κωμοπόλεις ξεθεμελιώθηκαν. Πολλοί χωρικοί της Κρήτης εκτελέστηκαν ομαδικά. Υπολογίζεται ότι ως τον Αύγουστο του 1941 είχαν εκτελεστεί εκατοντάδες άτομα.234

Παραπομπές

208 Γιώργης Ζωίδης – Μήτσος Κάιλας – Τάκης Μαμάτσης – Γιώργης Ασούρας – Φώτης Αθανασίου, Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-1945. Δοκίμιο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1984, σελ. 39.

209 Στην περιοχή των μακεδονικών οχυρών ο ελληνικός στρατός πρόβαλε αντίσταση. Ωστόσο στις 7 Απρίλη θωρακισμένη γερμανική μεραρχία παρέκαμψε τα οχυρά, διείσδυσε στην κοιλάδα του Αξιού και άνοιξε δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη. Στις 8 Απρίλη, ο στρατηγός Μπακόπουλος απηύθυνε πρόταση στο διοικητή των γερμανικών στρατευμάτων – που προήλασαν στην κοιλάδα του Αξιού – για συνθηκολόγηση, η οποία έγινε δεκτή και υπογράφηκε την επόμενη μέρα.

210 Το σύνολο των βρετανικών δυνάμεων που ήρθαν στην Ελλάδα το Μάρτη-Απρίλη του 1941 αριθμούσε 24.206 Βρετανούς, 17.125 Αυστραλούς και 16.720 Νεοζηλανδούς. Η μάχιμη παρατακτή δύναμή τους ανερχόταν σε περίπου 40.000 άντρες (Γιώργος Μαργαρίτης, Προαγγελία θυελλωδών ανέμων…: Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2009, σελ. 89).

211 Από τις αρχές Μάρτη του 1941, οι αντιστράτηγοι Κοσμάς και Παπαδόπουλος είχαν εκφράσει στο διάδοχο Παύλο αντιρρήσεις για διεξαγωγή ελληνογερμανικού πολέμου. Κλήθηκαν στην Αθήνα και αποστρατεύτηκαν. Τους αντικατέστησαν ο αντιστράτηγος Δεμέστιχας και ο υποστράτηγος Μπάκος, ενώ τη γενική διοίκηση της Στρατιάς Ηπείρου ανέλαβε ο Γ. Τσολάκογλου. Ταυτόχρονα, σημειώθηκαν κινήσεις για συνθηκολόγηση με το γερμανικό στρατό. Πρώτος ο διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου, αντιστράτηγος Δράκος, επικοινώνησε με το γερμανικό Γενικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Όταν ο Παπάγος πληροφορήθηκε το γεγονός, αποστράτευσε τον Δράκο και στη θέση του τοποθέτησε τον αντιστράτηγο Πιτσίκα (Βάσος Π. Μαθιόπουλος, «Διπλωματικές παράμετροι προ και κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου», στο Συλλογικό, Η συμμετοχή της Ελλάδος στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τόμ. Α’, έκδ. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 1998, σελ. 290-291).

212 Αννίβας Βελλιάδης, Κατοχή, Γερμανική πολιτική διοίκηση στην κατεχόμενη Ελλάδα 1941-1944, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα, 2008, σελ. 37-38.

213 Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος 1936-1975, τόμ. Α’, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, 1994, σελ. 231-238.

214 Ακρόπολις, 21.4.1941.

215 ΓΕΣ – Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, Το τέλος μιας Εποποιίας, έκδ. ΔΙΣ, Αθήνα, 1959, σελ. 214, όπως παρατίθεται στο Γιώργης Ζωίδης – Μήτσος Κάιλας – Τάκης Μαμάτσης – Γιώργης Ασούρας – Φώτης Αθανασίου, Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-1945. Δοκίμιο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1984, σελ. 45.

216 Ό.π.

217 Συλλογικό, Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, τόμ. 1, εκδ. Αυλός, Αθήνα, 1979, σελ. 248.

218 Θανάσης Χατζής, Οι ρίζες της Εθνικής Αντίστασης, εκδ. Φιλίστωρ, Αθήνα, 1996, σελ. 389.

219 Αλέξανδρος Εδιπίδης (επιμ.), Μεγάλη Εικονογραφημένη Ιστορία του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941, εκδ. Βιβλιοαθηναϊκή, Αθήνα, χ.χ., σελ. 678.

220 Γιώργος Μαργαρίτης, Προαγγελία θυελλωδών ανέμων…: Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2009, σελ. 98.

221 ΓΕΣ – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Η συμβολή της Ελλάδας στο Β’Παγκόσμιο Πόλεμο, έκδ. ΔΙΣ, Αθήνα, 2009, σελ. 219.

222 Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος 1936-1975, τόμ. Α’, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, 1994, σελ. 244.

223 Γιώργης Ζωίδης – Μήτσος Κάιλας – Τάκης Μαμάτσης – Γιώργης Ασούρας – Φώτης Αθανασίου, Ιστορία της Εθνικής Αντίστασης 1940-1945. Δοκίμι ο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1984, σελ. 47.

224 Σπ. Β. Μαρκεζίνης, Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος 1936-1975, τόμ. Α’, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, 1994, σελ. 244.

225 Τα αποθέματα σε χρυσό μεταφέρθηκαν στην Κρήτη, στη συνέχεια στην Αίγυπτο, στη Νότια Αφρική και τελικά στο Λονδίνο. Με βάση τη Συνθήκη του 1942, οι Βρετανοί αποκτούσαν το δικαίωμα να λάβουν αποζημιώσεις από το απόθεμα του χρυσού για τη φιλοξενία του Στέμματος και της κυβέρνησης και για τη χρηματοδότηση των ελληνικών στρατευμάτων, υπηρεσιών και αντιστασιακών οργανώσεων. Το επόμενο χρονικό διάστημα, με εχέγγυο το απόθεμα, πραγματοποιήθηκαν και τα προγράμματα επισιτισμού, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν ως μοχλός πίεσης εναντίον του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, ενώ από εκεί προερχόταν και η κάλυψη των εξόδων των βρετανικών στρατευμάτων που έλαβαν μέρος στις μάχες του Δεκέμβρη του 1944. Το 1945 το απόθεμα ανερχόταν σε 43 εκατομμύρια χρυσές λίρες. Το 1946, έπειτα από συμφωνία που καθόρισε την αποζημίωση, το εναπομείναν απόθεμα ήταν 25 εκατομμύρια χρυσές λίρες. Την ίδια χρονιά, το απόθεμα σε χρυσό εγγράφεται στον προϋπολογισμό της Τράπεζας της Ελλάδας ως συνέπεια της ένταξης της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και τη συνεπαγόμενη υποχρέωση να καταγράψει τα αποθέματά της σε χρυσό. Το ποσό που καταγράφεται ανέρχεται σε 16 εκατομμύρια χρυσές λίρες και 3 εκατομμύρια χρυσά δολάρια. Τα αποθέματα χρυσού επέστρεψαν σταδιακά την περίοδο 1946-1956, σύμφωνα με ανακοίνωση της Τράπεζας της Ελλάδας [7α Νέα (Ηλεκτρονική Έκδοση), 1.3.2013].

226 Σπ. Β. Μαρκεζίνης, ό.π., σελ. 244.

227 Από την Κρήτη, φρόντισε να επιτάξει «όλα τα ελληνικά εμπορικά πλοία, με το ΝΔ 3009/1941, και μετά την υπογραφή της αγγλοελληνικής συμφωνίας, στις 20 Μάη 1941, να χρονοναυλώσει όλα τα ελληνικά πλοία άνω των 4.000 τ.ν.β. στη Βρετανία. Εξαιτίας ειδικής συμφωνίας με τις συμμαχικές δυνάμεις, η ελληνική κυβέρνηση κατάφερε να εξασφαλίσει την εκμετάλλευση 27 νεοκατασκευασμένων επιταγμένων ελληνικών πλοίων στην ιδιωτική αγορά, απ’ όπου λάμβανε επτά λίρες Αγγλίας (ΛΑ) για κάθε μεταφερόμενο τόνο. Οι καθορισμένοι ναύλοι, που πληρώνονταν στους ιδιοκτήτες των επιταγμένων πλοίων, ήταν 3,5 ΛΑ για κάθε μεταφερόμενο τόνο (…) Το εισόδημα που προσπορίστηκε το κράτος από τα είκοσι επτά πλοία, κατά τη διάρκεια του πολέμου, ανήλθε μεταξύ 6 και 7 εκατομμυρίων ΛΑ» (Τζελίνα Χαρλαύτη, «Η ακμή του ναυτεργατικού κινήματος της “Ελευθέρας Ελλάδος” στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», στο Συλλογικό, Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα, τόμ. Γ1, εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα, 2007, σελ. 273).

228 Φοίβος Ν. Γρηγοριάδης, Γερμανοί, Κατοχή, Αντίστασις, τόμ. 5, εκδ. Νεόκοσμος, Αθή- ναι, 1973, σελ. 88.

229 Γιώργος Μαργαρίτης, Η μάχη της Κρήτης, ένθετο της Εφημερίδας των Συντακτών, 23.5.2015.

230 Ελευθερία, 28.10.1959.

231 Μιχάλης Κοκολάκης, Ανατολική Κρήτη. Αντίσταση, Κατοχή, Εμφύλιος, εκδ. Γνώσεις, Αθήνα, χ.χ., σελ. 20.

232 Κρητικά Νέα, 16.5.1941.

233 Όταν έφτασαν στο λιμάνι του Ηρακλείου, οι ελληνικές και βρετανικές αρχές τους συνέλαβαν και τους έκλεισαν στα κρατητήρια της Ασφάλειας. Στις 20 προς 21 Μάη απελευθερώθηκαν ως συνέπεια των γερμανικών βομβαρδισμών που μετέτρεψαν τις φυλακές σε ερείπια. Εξοπλίστηκαν και πήραν μέρος στις μάχες που συνεχίζονταν (Ριζοσπάστης, 27.5.2007).

234 Έπεσαν για τη ζωή, τόμ. 2, έκδ. ΚΕ του ΚΚΕ, Αθήνα, 1994, σελ. 19-40.

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...