Τ. Βαρελάς: Μεγάλο γλέντι στο σπίτι του Λαού την Πρωτοχρονιά!

Γύρισε ο χρόνος.

Η πρώτη ημέρα ηλιόλουστη, γεμάτη φως είναι σαν να μας κλείνει το μάτι ο καιρός, λέγοντας πως ο νέος χρόνος θα είναι καλός.

Χαμογελάμε γνέφοντας του με πρόσημο θετικό, κάτι σαν την ελπίδα στο ξέφωτο.

Μήπως θα μπορούσαμε να κάνουμε και αλλιώς;

Έτσι που ήρθαν τα πράγματα, μετράμε τις τέσσερεις γωνίες του σπιτιού σαν ορθοστάτες χωρίς το βλέμμα στον ορίζοντα.

Ας είναι….

Έστριψα ακόμη ένα τσιγάρο…

Έριξα τη ματιά μου στη ντουλάπα, ταξίδεψα στη βιβλιοθήκη και χάιδεψα τα ράφια της σαρώνοντας τους τίτλους των βιβλίων.

Γνώση και απόγνωση στοιβαγμένη με τάξη και αρμονία.

Καταχωρημένη θα έλεγα, διαδρομή των χρόνων. Αποτύπωση, παρακαταθήκη και διαθήκη γενεών και γενεών οι προσδοκίες και οι επιθυμίες τους.

Κάθε μάτια και ένα γεγονός, μια ιστορία, ένας δρόμος, μια φωνή, μια αγωνία και μια κραυγή. Μνήμες χειραγωγημένες που δεν αισθάνθηκαν τις ανάγκες τους να πραγματώνονται σε παρόντα χρόνο, αλλά σε μέλλοντα και έφυγαν αφήνοντας μας τα χνάρια τους μελανωμένα σε κίτρινο πλέον χαρτί.

Εδώ λημέριασαν τα χρόνια τους.

Και έρχεται τώρα η ώρα, όταν οι λεπτοδείκτες με ακρίβεια θα σημάνουν την αλλαγή του χρόνου στο πρώτο δευτερόλεπτο της ημέρας του νέου χρόνου και ας ακόμη νύχτα αλλά είναι για όλους μας μια νέα αρχή και ελπίδα.

Νάμαστε λοιπόν και πάλι εδώ. Στην ώρα του ο καθένας κουβάλησε τα όνειρα σε τραπέζι γιορτινό την ώρα της αλλαγής.

Επίσημος προσκεκλημένος πάντα ο χρονογράφος και αρχειοφύλακας της ζωής ο πανδαμάτωρ Κύριος Χρόνος. Ήρθε νιόφερτος, σαν αρχοντάρης, χωρίς παρελθόν, να μάθει για το δικό μας παρελθόν, για το παρόν και να καταγράψει το μέλλον.

Ήρθε και έκατσε στη κεφαλή του τραπεζίου που στήθηκε για τη γιορτή.

Απέναντι στον Χρόνο, στην άλλη κεφαλή του τραπεζιού, θεσμικά, θα καθόταν ο νοικοκύρης ο Λαός. Πραγματικός άρχοντας, ανοιχτόκαρδος, φιλόξενος και φιλότιμος. Είχε νοιαστεί για την φαμίλια του και από νωρίς είχε στείλει ατομική πρόσκληση στα μέλη της φαμίλιας του να είναι παρόντες ειδικά αυτή τη δύσκολη εποχή.

Όσο πλησίαζε η ώρα της αλλαγής διάχυτη ήταν η ανησυχία του Λαού, αλλά και η ανυπομονησία του Χρόνου για την φαμίλια του νοικοκύρη Λαού.

Ο Λαός έκοβε βόλτες κοντά στην πόρτα, έτοιμος για να υποδεχθεί τα παιδιά του.

Από την αυλή ακούστηκαν οι φωνές τους. Ήδη είχαν καταφθάσει στην ώρα τους και όπως ήταν φυσικό οι πρώτες συναντήσεις ήδη είχαν γίνει.

Η πόρτα άνοιξε και μαζί της, άνοιξε και η μεγάλη του αγκαλιά ο Λαός.

Πρώτη ήρθε η Χαρά μαζί με την αδελφή της, τη Λύπη.

Να και η Νοσταλγία με τις δύο κόρες της, τη Μνήμη και την Υπομονή.

Στις σκάλες ακούστηκε φασαρία και γέλια. Δεν ήταν και λίγες. Ξεπρόβαλαν φουριόζικα η Φωνή με τη Σιωπή, τους ακολουθούσε η Αφωνία και από κοντά και η μικρή Παραφωνία.

Έγιναν οι απαραίτητες συστάσεις στον κύριο Χρόνο και κάθισαν μεγάλη πλευρά του τραπεζιού.

Να και οι φιλόσοφοι της φαμίλιας.

Φορούσαν τα μονοκιάλια τους, κρατούσαν την πένα και το μελάνι για τις σημειώσεις της βραδιάς. Πεντακάθαροι και στην πένα, πρώτοι μπήκαν ο Λόγος αγκαζέ με τη Γραφή και την κόρη τους τη Φράση. Με αργά βήματα και το μπαστουνάκι τους για στήριγμα σαν τις γιαγιάδες, κατέφτασαν η Παράδοση και η Γνώση.

Η φαμίλια όλο και μεγάλωνε.

Ευτυχώς ο Λαός είχε πάρει τα μέτρα του όταν θεμελίωνε το αρχοντικό του. Μεγάλο, γερό και ευρύχωρο, άλλωστε δημιουργός και χτίστης ήταν ο ίδιος ο Λαός!

Να και η Παρατήρηση με τις κόρες της, την Ακοή, την Όραση, τη Γεύση, την Αφή και την Όσφρηση. Αυτές δεν αφήνουν να πέσει τίποτε κάτω, καταγράφουν στα τεφτέρια τους ότι συμβαίνει γύρω μας και έχουν κολεγιά με τον Εγκέφαλο και τη Συνείδηση, που από ό,τι βλέπει τους ακολουθούν και έρχονται

Να και η Πληγή, αγκαλιά με τον Πόνο.

Ξοπίσω ακολουθούσε η Υγεία με την Αρρώστια με την μικρή τους κόρη τη Νοσηλεία.

Έρχονται, έρχονται…

Μεγάλη η φαμίλια έχει ο Λαός!

Χίλιοι καλοί χωράνε, φώναξε ο Παππούς και λοξοκοίταζε πονηρά τη Γιαγιά.

Δεν πρόλαβε να κλείσει η πόρτα και ξανακούστηκε το μάνταλο.

Η πόρτα ξανάνοιξε και πρόβαλε η ομορφιά της Πίστης με το σεμνό Δίκαιο, και τις κόρες τους, την Ελευθερία και την Ευτυχία. Συστήθηκαν στο κύριο Χρόνο και έκατσαν κοντά του και απέναντι στον Αιώνα και τη Χιλιετηρίδα.

Ο γιος τους το Βάσανο, πείραζε τη μικρή Σκέψη που γλυκοκοίταζε την Τροφή, πριν της την πέσει ο Άρπαγας, που τσιμπολογάει από κάθε πιάτο, παίρνοντας ακόμη και μπουκιά από το Στόμα.

Μεγάλωνε η παρέα. Από παντού κατέφθαναν τα μέλη της μεγάλης φαμίλιας.

Ο πάτερ φαμίλιας ο Λαός, προσιτός, δοτικός και κουβαλητής είχε ετοιμαστεί για την πιο μεγάλη γιορτή προς τιμή του πρώτου καλεσμένου αρχοντάρη και αδάμαστου νιόφερτου Χρόνου έχοντας στο τραπέζι και του πουλιού το γάλα.

Συνέχιζαν να καταφθάνουν…

Να και τα δίδυμα. Ήρθαν τα Χέρια, τα Μάτια, τα Πόδια και τα Αυτιά.

Ξαφνικά άνοιξε με μιας η πόρτα και μπούκαραν σαν τρελοί ο Αέρας με την Καταιγίδα και την οικογένειά τους.

Έτσι πάντα ερχόταν αυτοί.

Νάτοι! Ο Μαΐστρος, ο Πουνέντες, ο Σορόκος, ο Λεβάντες και από κοντά, κάπως κουρασμένες οι αδελφές τους, η Ανάσα με την Αναπνοή. Τελευταίοι της οικογένειας μπήκαν ο γέρο-Καιρός, τον κρατούσαν από τα μπράτσα το Σύννεφο, η Βροχή, η Αστραπή και το Χιόνι.

Παράμερα κάθονταν οι παραδουλεύτρες εποχές. Η κάθε μια και με το ρόλο της.

Η Άνοιξη, το Καλοκαίρι και το Φθινόπωρο κάθονταν πιο πίσω.

Τώρα, ήταν η εποχή του Χειμώνα να κάνει κουμάντο.

Από το βάθος ακούστηκε μια δυνατή φωνή!

Ήταν ο νοικοκύρης ο Λαός έλεγε:

«Σαν να κάνει λίγο παγωνιά εδώ μέσα και έχουμε δρόμο μπροστά μας», απευθυνόμενος στον Χειμώνα!

Δεν ήθελε πολλά να πει ο Λαός και ο Χειμώνας, διέταξε τη Φωτιά να ρίξει ξύλα στο τζάκι να ζεσταθεί ο τόπος.

Πράγματι, ο κόσμος άρχισε να ζεσταίνεται, τόσο που η Μουσική, άρχισε να τραγουδά και η Φλόγα άρχισε να λικνίζεται γράφοντας το φιδίσιο σώμα της, τόσο, που μόλις την είδε ο Χορός ξετρελάθηκε από την ομορφιά της και άρχισέ και αυτός να λικνίζεται γύρω της.

Σηκώθηκε τότε και ο Εύπορος, που όλο το βράδι γλυκοκοιτούσε την άμορφη και σεμνή Πενία και την έσυρε στο χορό. Η Πενία αναψοκοκκίνισε χορεύοντας στους ρυθμούς του Εύπορου και έγειρε στην ονειρική στην αγκαλιά του. Να δεις είπα, πως θα έχουμε νέες φύτρες στη φαμίλια. Έτσι γεννήθηκε ο Έρωτας και η οικογένειά του, ο Πόθος, η Αγάπη, η Αγκαλιά, ο Σεβασμός, η Αλληλεγγύη.

Από μια χαραμάδα τρύπωσε ο Ήλιος, ήρθε με το φως της Ημέρας, μιας και με τη Νύχτα δεν τα πήγαινε και τόσο καλά. Άλλωστε ποτέ αυτοί οι δυο, δεν κυκλοφορούσαν μαζί, αλλά χάριν της γιορτής της φαμίλιας του Λαού, του έκαναν το χατίρι και ήρθαν.

Η ώρα περνούσε, ο κύριος Χρόνος γλεντούσε υπέροχα και έκανε γνωριμίες.

Ο νοικοκύρης ο Λαός το ευχαριστιόταν που τόσο ο κύριος ο Χρόνος, αλλά και η φαμίλια του απολάμβαναν τη βραδιά.

Κάποια στιγμή, εκεί στο χάραμα της ημέρας και ενώ όλα έδειχναν ότι φθάνουμε στο τέλος της γιορτής, ο Λαός ανέβηκε επάνω στην καρέκλα του, έτσι που να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, ετοιμάστηκε να βγάλει λόγο.

Πράγματι θα έβγαζε λόγο.

Τι λόγο όμως και για πιο θέμα, μας ήταν άγνωστο.

Βλέπεις, η βραδιά ήταν μεθυστική, με άκρα ευφορία και ευεξία, αγάπη, γλέντι, πειράγματα και γέλια.

Ο πάτερ φαμίλιας ο Λαός, πήρε εκείνο το σοφό ύφος, έστριψε τη γενειάδα του, έξυσε το σβέρκο του και έστρεψε το βλέμμα του επάνω μας.

Από κάτω δεν ακουγόταν κιχ!

Αγαπημένοι μου,

Αξιότιμε χρονογράφε της Ιστορίας, νιόφερτε κύριε Χρόνε,

Χαίρομαι που σήμερα συναντηθήκαμε την ίδια μέρα και ίδια ώρα και στον ίδιο τόπο, όπως και με τον πατέρα σου.

Φαίνεται ότι κρατάμε τις παραδόσεις, αλλά κάπου-κάπου, κάνουμε και τις υπερβάσεις μας.

Άλλωστε τα έχει η ζωή αυτά και όπως θα είδες, στα χρονογραφήματα των προγόνων σου υπάρχουν σημαντικά γεγονότα που άλλαξαν τη ζωή μας μέχρι σήμερα και αυτό θα συνεχίσει να γίνεται για πάντα, μιας και ο κόσμος αλλάζει και μαζί του θα αλλάζουμε και εμείς. Έτσι οφείλουμε σε κάθε αλλαγή να βγάζουμε τα συμπεράσματά μας και να παίρνουμε τις σωστές αποφάσεις, ούτως ώστε ο νέος Χρόνος να βαίνει καλώς, για τη φαμίλια μου. Αυτό βέβαια, κύριε Χρόνε, αφορά και εσάς, άλλωστε, αυτό δηλώνει η πρόσκληση και η παρουσία σας εδώ σήμερα.

Θέλω να είμαι ειλικρινής μαζί σας.

Όπως πολλοί παρατηρήσατε, αλλά δεν το εκφράσατε, σήμερα απουσιάζουν αρκετοί από τη γιορτή.

Ναι, απουσιάζουν αρκετοί, γιατί συνειδητά δεν τους προσκάλεσα και ίσως να απορείτε το γιατί.

Αξιότιμε κύριε Χρόνε,

Πριν πάρω αυτή την μεγάλη απόφαση -και να καταγραφεί αυτό- έριξα μια ματιά στα δικά μου αρχεία, μιας και μου έφτασαν έγκαιρα τα μαντάτα, ότι κάποιοι παραχαράκτες έβαλαν χέρι στο δικό σας αρχείο, με σκοπό να ξαναγράψουν την ιστορία.

Αυτή η ενέργεια είναι απαράδεκτη, ανέντιμη και επικίνδυνη πράξη.

Έτσι, εκτίμησα ότι αυτή η πράξη, θα έχει ολέθρια αποτελέσματα στο να εξαχθούν σωστά συμπεράσματα για το γνωστικό αντικείμενο της ιστορικής διαδρομής της ανθρωπότητας, της πραγματικής ζωής, της αξιοποίησης δηλαδή, των δεξιοτήτων που κατέκτησε η φαμίλια μου δισεκατομμύρια χρόνια τώρα, προκειμένου να ικανοποιεί της ανάγκες της, πράγμα που μέχρι σήμερα, δεν ευοδώθηκε. Οι ανάγκες παραμένουν υπαρκτές και δυστυχώς άλυτες, μιας και είναι σε όλους σας είναι γνωστό ότι μια μικρή ομάδα θνητών με επικεφαλής τον Αχόρταγο, αρπάζει και απολαμβάνει όλα τα γεννήματα και τα αγαθά που παράγει η φαμίλια μου.

Εφέτος λοιπόν, εν μέσω πανδημίας αποφάσισα να κάνω τη μεγαλύτερη σύναξη της φαμίλιας μου, παρά τα απαγορευτικά μέτρα του Αχόρταγου και του Νόμου.

Οφείλω δε, να σου ομολογήσω και να το σημειώσεις αυτό, ότι η φαμίλια του Λαού δεν τρομάζει από απαγορεύσεις και δεν υποτάσσεται, μιας και η Απειθαρχία είναι το σπερματοζωάριο που λέγεται Άνθρωπος, παιδί της Ανάγκης, της Ανησυχίας, της Ουτοπίας, της Προόδου, της Αξιοπρέπειας, της Δύναμης, της Αλήθειας, της Δημιουργίας και της Ζωής και όλων όσων είναι σήμερα εδώ.

Όπως βλέπεις, ο Άνθρωπος βυζαίνει από πολλές μανάδες και βρίσκει πάντα τον τρόπο να πορεύεται για να συναντήσει τις μεγάλες του αγάπες, την Ανατροπή και την Επανάσταση.

Για να μη σας κουράσω, αλλά και να σας προστατεύσω από κακοβουλίες παρερμηνείες που πιθανόν διαβάσετε στις εφημερίδες, τα περιοδικά, στο “Facebook”, “Twitter”, “Instagram” κλπ., σε ΜΜΕ, σας παραδίδω τη λίστα των μη προσκεκλημένων σε αυτή τη γιορτή, μιας και το παρελθόν τους δεν συνάδει με την ευημερία της Λαϊκής μου οικογένειας.

Σήμερα δεν είναι εδώ άλλα ποτέ δεν θα πατήσουν το πόδι τους εδώ:

Ο Αχόρταγος και οι Νόμοι του, η Εκμετάλλευση, ο Πλούτος και το παιδιά του Χρήμα και Κέρδος.

Δεν προσκλήθηκαν επίσης οι υποτακτικοί τους, ο Πόλεμος, ο Θάνατος, ο Χάρος, ο Φόβος, η Βία, ο Τρόμος, ο Βάρβαρος, ο Φόνος, η Φυλακή, η Αδικία, η Απάτη, η Κακία, η Κλοπή, ο Φθόνος, η Ζήλεια.

Μη με ρωτήσετε γιατί.

Το Ξέρετε!

Μα αν επιτρέψω και εφέτος αυτήν την αυταπάτη, ότι όλοι είμαστε ίδιοι και ίσοι, τότε θα κοροϊδέψω εσάς, αλλά και τον κύριο Χρόνο και αυτός δεν μπορεί να παρέμβει, απλά καταγράφει, προχωρά και δεν περιμένει κανένα.

Η βάρδια του άλλαξε σήμερα στην ώρα του, με ή χωρίς εμάς θα αποτυπώσει παρουσίες και απουσίες, γεγονότα, νίκες και ήττες.

Τώρα από ποιόν και για ποιον, το γιατί και το πως, το πόσο, το πότε, και το που, εξαρτάται μόνο από εσάς.

Έχετε όλα τα εφόδια να αναγνωρίσετε τη ζωή και τα όνειρά σας.

Εγώ ως πάτερ φαμίλιας Λαός νοικοκύρης και αρχοντάρης, οφείλω να διαχωρίσω τα στέρφα από τα γαλάρια.

Όμως, δεν θα απολογηθώ ποτέ στον κύριο Χρόνο για την επιλογή μου, γιατί δεν είναι η δουλειά του να ρωτάει.

Εσείς ρωτήστε τον εαυτό σας, αν θα φάτε γλυκό ψωμί με αυτούς τους Αχόρταγους!

Σήμερα εδώ στο σπίτι του Λαού περάσατε όμορφα.

Χορέψατε, τραγουδήσατε, φάγατε, γλεντήσατε ερωτευθήκατε, ονειρευτήκατε, αλλά δεν πληρώσατε.

Κουμάντο για το γλέντι έκανε ο Πάτερ Φαμίλιας, ο Λαός, γιατί αυτή είναι η δουλειά του.

Φεύγοντας σήμερα από εδώ, κοιτάξετε να είστε γεροί και δυνατοί.

Αυτοί που δεν προσκλήθηκαν, σας περιμένουν, έτοιμοι να σας κατασπαράξουν και τότε, αυτή η μοναδική όμορφη βραδιά θα είναι άπιαστο όνειρο για όσους υποκύψουν στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα.

Και εσύ κύριε Χρόνε που μας τίμησες σήμερα με την παρουσία σου, δώσε χρόνο σε εμάς και κόψε από τους Αχόρταγους και σου υπόσχομαι ότι κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή θα είσαι κεφαλάρι στο τραπέζι μας, πάντα με μια ανοιχτή αγκαλιά να καταγράφεις τη ζωή και τα έργα μας.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας, όπως επίσης και για την παρουσία σας.

Το σπίτι του Λαού θα είναι πάντα σπίτι των παιδιών του.

Καλή αγωνιστική χρονιά, με υγεία και δύναμη.

Βαρελάς Τάκης
Ζωγράφος

Δείτε ακόμα...