Στις 29 Απρίλη 1936, με απόφαση της Πανελλαδικής Καπνεργατικής Ομοσπονδίας, κατέβηκαν σε απεργία για την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης, οι καπνεργάτες σε Θεσσαλονίκη, Καβάλα, Ξάνθη και Δράμα.
Στις 2 Μάη ο αγώνας επεκτάθηκε στα καπνεργατικά κέντρα σε όλη την Ελλάδα.
Στις 8 Μάη διαδήλωσαν στη Θεσσαλονίκη 7.000 καπνεργάτες και μαζί τους ενώθηκαν και 2.500 υφαντουργοί και υφαντουργίνες. Η έφιππη χωροφυλακή άρχισε τις επιθέσεις της με αποτέλεσμα 70 τραυματίες και 100 συλλήψεις. Οι φαντάροι που κλήθηκαν να βοηθήσουν τη χωροφυλακή, αρνήθηκαν να χτυπήσουν διαδηλωτές, ενώ τις επόμενες μέρες ενώθηκαν μαζί τους.

9 Μάη 1936. Σχεδόν όλη η Θεσσαλονίκη απεργεί. Κλειστά και τα μαγαζιά, απεργούν και οι φοιτητές. Οι σιδηροδρομικοί, οι τροχιοδρομικοί επιστρατεύονται. Οι απεργοί αγνοούν ολότελα το διάταγμα της επιστράτευσης. Όλη η Θεσσαλονίκη βρίσκεται στους δρόμους οργανωμένα. Διαδηλώνει. Η διαδήλωση γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη… Η χωροφυλακή επιτίθεται στους διαδηλωτές με αποτέλεσμα πάνω από 13 νεκρούς και τραυματίες.
Την Κυριακή 10 Μάη 150.000 λαού της Θεσσαλονίκης κήδεψε τους νεκρούς της εργατικής τάξης. Παρά το στρατιωτικό νόμο και τις συλλήψεις, οι συγκρούσεις των εργατών γενικεύτηκαν σε όλη τη χώρα. Στην πανεργατική απεργία στις 13-14 Μάη, πήραν μέρος 500.000 εργάτες.
Ο στρατός παρά τις διαταγές δεν χτυπά τους διαδηλωτές στη Θεσσαλονίκη. Στη συγκεκριμένη στιγμή εκφράζεται συναδέλφωση λαού – στρατού. Και οι επικεφαλής αξιωματικοί των τμημάτων που διατάχτηκαν να χτυπήσουν αρνούνται να εκτελέσουν τη διαταγή.
Στα γεγονότα του Μάη του 1936 εκφράστηκε το κορυφαίο ως τότε φαινόμενο συναδέλφωσης λαού και στρατού.
Οι πρώτες εκδηλώσεις συναδέλφωσης στρατιωτών και απεργών λαμβάνουν χώρα ήδη από τις 4 του Μάη, όταν κατά την απεργιακή διαδήλωση των καπνεργατών οι φαντάροι αρνήθηκαν να χτυπήσουν, κρατώντας παθητική στάση. Στις 9 του Μάη, στο απόγειο των γεγονότων, οι στρατιώτες της μονάδας που βρίσκονταν στην οδό Εγνατίας και Βενιζέλου και είχαν λάβει διαταγή να συγκρουστούν με τους διαδηλωτές και να πυροβολήσουν εναντίον του πλήθους, παρέβησαν την εντολή και πυροβόλησαν στον αέρα. Οι διαδηλωτές τους υποδέχτηκαν με ζητωκραυγές όπως: «Ζήτω τ’ αδέρφια και οι φαντάροι» και «Ζήτω ο στρατός». Μάλιστα, φαίνεται πως και αξιωματικοί δείχνουν ανυπακοή και απειθαρχία. Ο Ριζοσπάστης μάς πληροφορεί για την περίπτωση ενός υπίλαρχου του ιππικού, που αρνήθηκε να εκτελέσει τη διαταγή του Αστυνομικού Διευθυντή, Ντάκου, για χρήση όπλων κατά των διαδηλωτών, λέγοντας ότι δεν μπορεί να «πυροβολήσει το λαό». Μια μέρα νωρίτερα, μπροστά από το κτήριο της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας, οι στρατιώτες όχι μόνο αρνήθηκαν να επιτεθούν κατά των απεργών, αλλά ήρθαν σε αντιπαράθεση και αψιμαχίες με τους χωροφύλακες τη στιγμή της επέλασης της Έφιππης Χωροφυλακής εναντίον τους. Παρόμοια στάση τηρήθηκε και σε απεργίες αλληλεγγύης που εκδηλώθηκαν και σε άλλες πόλεις της χώρας, όπως στην Κοκκινιά του Πειραιά.
Μολονότι εστάλη στρατός για την καταστολή και τη διάλυση της απεργιακής συγκέντρωσης της 10ης του Μάη, οι φαντάροι ενώθηκαν με τους εργάτες και το λαό.

Δε λείπουν και οι περιπτώσεις της ενεργούς υπεράσπισης των απεργών. Ο λοχίας πεζικού Αλέξανδρος Καλαϊτζίδης, που υπηρετούσε στο 50ό Σύνταγμα, παρενέβη για να προστατεύσει μια εργάτρια, που αναζήτησε άσυλο στο πατρικό του σπίτι, από το βίαιο ξυλοδαρμό ενός ενωμοτάρχη της χωροφυλακής. Ο Καλαϊτζίδης συνελήφθη, φυλακίστηκε στο Φρουραρχείο, αλλά αφέθηκε ελεύθερος ύστερα από την πίεση που άσκησαν οι απεργοί και πλήθος λαού, οι οποίοι τον αντιμετώπισαν ως «λαϊκό ήρωα». Επίσης, συνελήφθη ο απότακτος υπίλαρχος του 1935, Σταυρούδης, για εκδήλωση υποστήριξης προς τους απεργούς, ενώ λοχίας του 31ου Συντάγματος, όπου κρατούνταν 72 συλληφθέντες απεργοί, τιμωρήθηκε με δεκαήμερη φυλάκιση επειδή επέτρεψε στη μητέρα ενός κρατουμένου να φέρει στο γιο της λίγο ψωμί και τυρί.
Κατά τη διάρκεια του διημέρου 9-10 του Μάη, κυριαρχούν πλέον οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης ανάμεσα στους στρατιώτες, στους απεργούς και στο λαό της Θεσσαλονίκης. Αν και η πόλη στρατοκρατείται, οι διαδηλωτές δεν παρεμποδίστηκαν κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων από το στρατό, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις γίνονται δεκτές μ’ ενθουσιασμό και με ζητωκραυγές από τους απεργούς. Χαρακτηριστικό, επίσης, παράδειγμα της συναδέλφωσης στρατού και λαού είναι ότι, μετά από την απόσυρση της χωροφυλακής από τους δρόμους και την πλήρη ανάθεση της τήρησης της τάξης και της ασφάλειας της πόλης στο στρατό, τα στρατιωτικά περίπολα έδειξαν αλληλεγγύη προς τους απεργούς και συνυπήρξαν χωρίς επεισόδια με τις εργατικές φρουρές, που είχαν συγκροτήσει οι απεργοί και τα σωματεία για την περιφρούρηση της πόλης.

Οι εκδηλώσεις συναδέλφωσης μεταξύ στρατιωτών και εργατών κορυφώθηκαν τη μέρα της κηδείας των θυμάτων. Την Κυριακή 10 του Μάη, πραγματοποιήθηκε μαζική συγκέντρωση στον τόπο δολοφονίας και, στη συνέχεια, ακολούθησε πορεία προς το νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας, μέσω της οδού Εγνατίας. Η εντολή γι’ αλλαγή της πορείας της διαδήλωσης ώστε να μη μαζικοποιηθεί ακυρώθηκε στην πράξη, καθώς ο λοχαγός Μαρινάκης, υπεύθυνος της στρατιωτικής δύναμης στο χώρο της Παναγίας Χαλκέων επί της Εγνατίας, δεν εφάρμοσε τη διαταγή όταν οι διαδηλωτές υποσχέθηκαν την περιφρούρησή της. Οι στρατιώτες αγκαλιάστηκαν με τους διαδηλωτές, που φώναζαν συνθήματα υπέρ του στρατού και σήκωσαν στα χέρια τον λοχαγό Μαρινάκη. Ο τελευταίος ανταπάντησε στις ζητωκραυγές ως εξής:
«Ο στρατός είνε ένα κομμάτι από σας, από τον λαό. Όλος ο στρατός είνε στο πλευρό σας. Νοιώθουμε και εμείς όλο το μέγεθος του πόνου σας. Πονάμε και εμείς όπως κι εσείς.»

Κατά τη μετάβαση στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας οι διαδηλωτές σηκώνουν στους ώμους τον επικεφαλής λοχαγό και το βουλευτή του Παλλαϊκού Μετώπου και στέλεχος του ΚΚΕ Μιχάλη Σινάκο, οι οποίοι τοποθετήθηκαν επικεφαλής της πορείας χιλιάδων λαού. Παρόμοια επεισόδια εξελίσσονταν στις λαϊκές συνοικίες της Θεσσαλονίκης. Η διαδήλωση 10.000 κατοίκων της Τούμπας, που κατευθυνόταν προς τον τόπο της κηδείας, κατά τη διάρκεια της πορείας φώναζε συνθήματα υπέρ του στρατού, ενώ κατέθεσε και στεφάνι στο ηρώο των πεσόντων στους πολέμους. Οι φαντάροι της φρουράς στην περιοχή αγκαλιάζονταν με το πλήθος. Παράλληλα, κοπέλες-εργάτριες έβαζαν λουλούδια στις κάννες των όπλων και μοίραζαν ανθοδέσμες στους στρατιώτες και στους αξιωματικούς ιππείς μιας ίλης ιππικού. Ο επικεφαλής αξιωματικός διέταξε το απόσπασμα να συνοδεύσει ως τιμητικό άγημα τους διαδηλωτές ως το νεκροταφείο.
Στην πορεία της κηδείας, συμμετείχαν 100.000-120.000 χιλιάδες, αριθμός τεράστιος για εκείνη την εποχή. Όλες οι μαρτυρίες αποκαλύπτουν ένα επιβλητικό θέαμα, πραγματικά παλλαϊκή καταδίκη για τα γεγονότα, στην οποία οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί συμμετείχαν ενεργά. Στο νεκροταφείο, ο λοχαγός Μαρινάκης, στεφανωμένος με λουλούδια, εκφώνησε ως εκπρόσωπος του στρατού επικήδειο λόγο.

Η έκταση των εκδηλώσεων συναδέλφωσης ανάγκασαν την κυβέρνηση Μεταξά να διατάξει την αποστολή, στις 10 του Μάη, αντιτορπιλικού από το Βόλο με πεζοναύτες και άλλων στρατιωτικών δυνάμεων από την επαρχία, γεγονός που αποδεικνύει ότι η κυβέρνηση δεν έδειχνε πλέον εμπιστοσύνη στη στρατιωτική φρουρά Θεσσαλονίκης. Άμεσα οργανώθηκε διαδήλωση προς το Λευκό Πύργο, με 40.000 χιλιάδες διαδηλωτές. Εκεί, επιτροπή της Κομμουνιστικής Νεολαίας εισήλθε σε ατμάκατο και κατευθύνθηκε στα πολεμικά πλοία. Μολονότι αρνήθηκαν να τους δεχτούν, η επιτροπή απευθύνθηκε από την ατμάκατο και σε μικρή απόσταση από τα πλοία προς τους ναύτες, αποκαλώντας τους «παιδιά του λαού», εκθέτοντας τους λόγους και τη σημασία της απεργίας, καλώντας τους, μάλιστα, ν’ απειθαρχήσουν και να μην υπακούσουν στις διαταγές της κυβέρνησης να χτυπήσουν τους απεργούς. Οι ναύτες ανταποκρίθηκαν με χειροκροτήματα, δείχνοντας με την πράξη τους ίσως την απροθυμία να πειθαρχήσουν σε μια ενδεχόμενη εντολή για σύγκρουση με το πλήθος. Η στήριξη συνεχίστηκε και μετά από τη λήξη της απεργίας. Οπλίτες από μονάδες της Μακεδονίας, όπως το 1ο Πεδινό Σύνταγμα Πυροβολικού, το 11ο Σύνταγμα και τσολιάδες της Ανακτορικής Φρουράς, μ’ επιστολές τους προς το Ριζοσπάστη, εξέφρασαν την οργή και την αγανάκτησή τους για τα γεγονότα, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση προκήρυξης νέας απεργίας θα στήριζαν τον εργαζόμενο λαό και θα τάσσονταν στο πλευρό του, «τσακίζοντας» καθέναν που θα τους διέταζε «να παίξουν το ρόλο του αδελφοκτόνου».

Η μεγάλη έκταση που πήρε το φαινόμενο της υποστήριξης των στρατιωτών προς τους απεργούς και το λαό το Μάη του ’36, συνδέεται άμεσα με την ίδια τη διάρθρωση του στρατού και τον τρόπο που οι κληρωτοί υπηρετούσαν τη στρατιωτική τους θητεία. Η στρατολογία διεξάγονταν σε τοπική και σε γεωγραφική βάση, γεγονός που σήμαινε ότι οι νέοι οπλίτες υπηρετούσαν στον τόπο καταγωγής τους. Αυτό δεν μπορούσε παρά να έχει σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Πιθανόν οι φαντάροι του ίδιου συντάγματος ή τάγματος όχι μόνο γνωρίζονταν μεταξύ τους, αλλά συνέχιζαν ν’ αποτελούν οργανικό τμήμα της τοπικής κοινωνίας, της γειτονιάς. Προερχόμενοι οι περισσότεροι από την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα, μοιράζονταν τα ίδια προβλήματα επιβίωσης, εξακολουθούσαν να συμμετέχουν ενεργά στην προσπάθεια της οικογένειας, της γειτονιάς, μέσω των θεσμών αλληλεγγύης για την αντιμετώπιση της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Ως προς αυτό, σημαντικό ρόλο έπαιζε και το ίδιο το ταξικό εργατικό κίνημα. Συνδικαλιστικά, αρκετοί παρέμεναν συνδεδεμένοι με το Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, το οποίο επισκέπτονταν στις άδειές τους ήδη από το 1922. Ειδικότερα, η αλληλεγγύη που ανέπτυσσαν τα κλαδικά ταξικά σωματεία είναι ενδεικτική, όπως οι καπνεργάτες, που πρωτοστάτησαν στην απεργία του Μάη του ’36. Οι καπνεργάτες στρατιώτες της Θεσσαλονίκης ήταν σχεδόν αδύνατο να στρέψουν τα όπλα εναντίον των μελών της Καπνεργατικής Ομοσπονδίας Ελλάδος, που είχε καθιερώσει την υποχρεωτική καταβολή του ποσού των 50 λεπτών από τις μηνιαίες εισφορές των μελών τους προς ενίσχυση των νέων καπνεργατών που στρατεύονταν. Επιπρόσθετα, τα ταξικά καπνεργατικά σωματεία διεκδικούσαν, ήδη από το 1928, την ένταξη των νέων φαντάρων στο ΤΑΚ, για να λάβουν επίδομα ανεργίας για όσο υπηρετούσαν στο στρατό. Επίσης, πιθανό είναι, σε αρκετές περιπτώσεις, οι στρατιώτες να έρχονταν σ’ επαφή, κατά τη διάρκεια των γεγονότων, με πρόσωπα του στενού συγγενικού και φιλικού περίγυρου και του ευρύτερου κοινωνικού χώρου όπου κινούνταν και ζούσαν ως πολίτες.
Η στάση του στρατευμένου λαού το Μάη του ’36 έναντι των απεργών εργατών και διαδηλωτών, στο πλαίσιο της όξυνσης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, συνιστά την κορύφωση ενός φαινομένου με ρίζες ήδη από την περίοδο της Μικρασιατικής Εκστρατείας και τις απαρχές του Μεσοπολέμου. Η εμπειρία των τότε γεγονότων και πολύ περισσότερο η θετική και η αρνητική πείρα των λαϊκών στρατών αργότερα, του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ, αποτελούν χρήσιμους παράγοντες για τους μελλοντικούς ταξικούς αγώνες. Χαρακτηριστικά το Πρόγραμμα του ΚΚΕ περιέχει την εξής επισήμανση:
«Οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 21ου αιώνα, συγκρινόμενες … με τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ού αιώνα, θα αντιμετωπίσουν πολύ πιο οργανωμένη κατασταλτική μηχανή. Τους μηχανισμούς της κρατικής καπιταλιστικής βίας που είναι ενταγμένοι σε διακρατικές δομές, όπως το ΝΑΤΟ, ο Ευρωστρατός, η Ευρωαστυνομία. Παρά την τεχνολογική εξέλιξη, δεν παύει ο άνθρωπος να αποτελεί τον αποφασιστικό παράγοντα στη χρήση και στην αντιμετώπιση αυτών των μηχανισμών. Από αυτό προκύπτει και η δυνατότητα της εργατικής-λαϊκής δράσης για την εξουδετέρωση αυτών των μέσων και τη χρησιμοποίηση των νέων τεχνολογιών προς όφελος του επαναστατικού κινήματος».
Το κείμενο είναι βασισμένο στην εισήγηση με θέμα «Στρατευμένος λαός και Μάης του ’36» του Γιώργου Χρανιώτη, υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας, που πραγματοποιήθηκε σε εκδήλωση – ημερίδα με θέμα «Η ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή τη δεκαετία του ’30. Πείρα και διδάγματα για το σήμερα. Κριτήρια και προϋποθέσεις για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος» που οργάνωσε Επιτροπή Περιοχής Κεντρικής Μακεδονίας του ΚΚΕ το Μάη του 2016.










