Κόμματα πάνε κι έρχονται, βουλευτές τους μεταπηδούν από τα πίσω έδρανα στα μπροστά και μετά πάλι πίσω, άλλοι παίρνουν θέσεις και άλλοι αναμένουν τα κατάλληλα νεύματα… Υπουργοί, ηγετικά στελέχη, «νεοφώτιστοι» και παλιές καραβάνες της ενσωμάτωσης πηγαινοέρχονται στην πρεσβεία των ΗΠΑ, ανανεώνουν διαπιστευτήρια στις στρατηγικές συμμαχίες που άλλωστε και οι ίδιοι έχουν προσυπογράψει. Διατυπώνουν προγράμματα και «κοστολογημένες» προτάσεις, ξεκαθαρίζουν ότι δεν θα πειράξουν ούτε «τρίχα» από τα κέρδη του κεφαλαίου, ότι θα συνεχίσουν να «υπεραποδίδουν» οι θυσίες του λαού.
Μέρα με τη μέρα βγάζουν στη φόρα τα προεκλογικά τους συνθήματα, φανερώνοντας ότι κορμό τους έχουν τα «θέλω» του κεφαλαίου.
Και, όπως συμβαίνει κάθε φορά που κρίνονται τα «μεγάλα» και τα σημαντικά για την αστική τάξη, ειδικά σε πολεμική περίοδο όπως η σημερινή, έτσι και τώρα τα ίδια «θέλω» καθορίζουν τις εξελίξεις συνολικά στο αστικό πολιτικό σύστημα, την πορεία της αναμόρφωσής του.
Από αυτήν τη σκοπιά γίνεται καθαρό ότι οι επερχόμενες εκλογές αποτελούν σημαντικό σταθμό στην πορεία αυτής της αναμόρφωσης, σε συνθήκες μάλιστα που τα «δύσκολα» είναι μπροστά για το κεφάλαιο και τις συμμαχίες του, που κρίνεται το πώς η εξουσία του θα χειριστεί τα επόμενα «σοκ» σε έναν κόσμο που «φλέγεται», όπως λένε κυνικά τα επιτελεία του συστήματος. Ηδη μιλάνε για τον κόσμο που θα αλλάξει ραγδαία τα επόμενα χρόνια, για ανησυχίες και αβεβαιότητες, και ότι το ζήτημα που τίθεται είναι ποιος αστός πολιτικός και ποιο κόμμα θα διαχειριστούν την καπιταλιστική Ελλάδα με ορίζοντα το 2030.
Γίνεται λοιπόν καθαρό ότι γι’ αυτούς, αυτό που κρίνεται είναι το πώς δεν θα πληρώσουν τα «σπασμένα» του πολέμου και μιας ενδεχόμενης βαθιάς κρίσης, πώς θα βγουν ενισχυμένοι στους μεταξύ τους ανταγωνισμούς.
Αντίστοιχα πρέπει να είναι καθαρό και το τι κρίνεται για τους εργαζόμενους, για τον λαό.
Γιατί αυτό που κυριαρχεί στις αποκρουστικές διεργασίες δεν είναι το πώς ο ίδιος θα πάρει ανάσες ανακούφισης, ούτε το ποιες ώρες θα είναι δωρεάν τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, ποιο θα είναι το ύψος του ΦΠΑ κ.λπ., όπως πλασάρουν τα αστικά κόμματα.
Αυτό που κυριαρχεί είναι το δεδομένο πρόγραμμα της «επόμενης μέρας», των επόμενων κυβερνήσεων. Το πρόγραμμα που γράφεται από τους επιχειρηματικούς ομίλους, εκείνους δηλαδή που δεν «κατεβαίνουν» στις εκλογές, δεν τους «ψηφίζει» κανείς, όμως αποφασίζουν για όλους. Εκείνους που με τις κυβερνήσεις και το κράτος τους κάνουν νόμους τα συμφέροντά τους.
Κατ’ εντολή τους γίνεται και η αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος για να υπηρετηθεί πιο αποτελεσματικά ο τρόπος της δικής τους ύπαρξης, που δεν είναι άλλος από την πολεμική εμπλοκή και την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων.
Για τον λαό πρέπει να είναι καθαρό ότι για να κερδίσει το κεφάλαιο, οι ελληνικοί επιχειρηματικοί όμιλοι που παίρνουν θέση σε διάφορες μπίζνες στην περιοχή, πρέπει να χάσει ο ίδιος.
Αλλωστε το είδε την περίοδο της κρίσης, που πλήρωσε τα «σπασμένα» της υπερσυσσώρευσης κερδών, το είδε και την περίοδο της ανάπτυξης, που οι μεγάλοι ρυθμοί ανάπτυξης των μονοπωλιακών ομίλων, το μεγάλωμα της «πίτας» δεν μεταφράστηκε σε ουσιαστική βελτίωση των όρων ζωής του….
Ορισμένα παραδείγματα μόνο της τελευταίας περιόδου δείχνουν πραγματικά ποιος είναι αυτός που διαμορφώνει τα κυβερνητικά προγράμματα, ποιος δηλαδή χαράζει τους διαφορετικούς δρόμους που όμως οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα για τον λαό: Τις θυσίες για τα κέρδη και τους πολέμους.
– Από ποιον είναι γραμμένες οι ματωμένες δεσμεύσεις για το 5% του προϋπολογισμού για το ΝΑΤΟ ή 30 δισ. ευρώ για πολεμικές δαπάνες τα επόμενα χρόνια;
Από την ίδια την αστική τάξη, για την οποία η μεν κυβέρνηση δεσμεύεται ότι «θα πάμε όπου χρειαστεί για τα συμφέροντά της», η δε βολική αντιπολίτευση των διαφόρων εκδοχών της σοσιαλδημοκρατίας ξεκαθαρίζει ότι αυτός ο δρόμος δεν αμφισβητείται. Οτι οι «στρατηγικές συμμαχίες» είναι το μέσο για τη γεωστρατηγική αναβάθμιση μέσα από μεγάλα επιχειρηματικά πρότζεκτ στην Ενέργεια, στις Μεταφορές κ.α. Αυτές τις αγωνίες άλλωστε θα μεταφέρει η κυβέρνηση και στην επικείμενη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, με τις ευλογίες όλων των άλλων πολιτικών δυνάμεων.
– Ποιος αποφασίζει για τα επόμενα επεισόδια της πολεμικής εμπλοκής;
Μια ματιά να ρίξει κανείς στο ποιοι «παρήγγειλαν» τις φρεγάτες στην Ερυθρά Θάλασσα αρκεί για να διαπιστώσει από τώρα ότι η εμπλοκή θα κλιμακώνεται, αφού για την αστική τάξη δεν υπάρχει γυρισμός. Οι ίδιοι οι εφοπλιστές, άλλωστε, από την πρώτη στιγμή της πολεμικής κλιμάκωσης στο Ιράν και της κρίσης στα Στενά του Ορμουζ, ξεκαθάρισαν ότι η Ελλάδα θα είναι «παρούσα» σε ναυτικές δυνάμεις και αποστολές στην περιοχή.
Από τη μία λοιπόν διαφημίζεται ο καθοριστικός ρόλος του ελληνόκτητου στόλου για τη διεθνή ενεργειακή αλυσίδα, και από την άλλη κατασκευαστικοί, ενεργειακοί και άλλοι όμιλοι «δίνουν τα ρέστα τους» για έργα όπως ο περιβόητος Κάθετος Διάδρομος. Από κοντά και οι γεωπολιτικές μπίζνες στα λιμάνια και στα ναυπηγεία, που αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν κέρδη χωρίς πόλεμο για την αστική τάξη και τους συμμάχους της.
Σε αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, δεδομένο είναι και το πρόγραμμα της εμπλοκής από αυτούς που θέλουν τον λαό να συνεχίσει να «κυβερνιέται», ώστε να υποταχθεί στα πολεμοκάπηλα σχέδια.
– Ποιος βάζει την υπογραφή του στο δόγμα «βάλτε πλάτη για τα κέρδη», που ειδικά στη σημερινή πολεμική περίοδο αποτελεί την επικεφαλίδα των αντεργατικών μέτρων;
Την απάντηση τη δίνουν π.χ. τα πέντε διαφορετικά μοντέλα «ευελιξίας» που βάζει σε εφαρμογή ο μονοπωλιακός κολοσσός του ΟΤΕ, την ίδια στιγμή που συνολικά ο κλάδος των Τηλεπικοινωνιών παίρνει κι αυτός τη στροφή στην πολεμική οικονομία. Εδώ η κυβέρνηση που πέρασε το 13ωρο και τη «διευθέτηση», η οποία εφαρμόζεται τώρα στον συγκεκριμένο όμιλο, τσακώνεται με τη σοσιαλδημοκρατία για το ποιος είχε την …ιδέα και ποιος την κάνει πράξη.
Η ίδια υπογραφή έχει μπει στην «κοινωνική συμφωνία» για τους μισθούς και τις ΣΣΕ που έκανε νόμο η κυβέρνηση με τη συμφωνία κεντρικών συνδικαλιστών του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ – κόμματος Τσίπρα, της ΓΣΕΕ. Μπήκε από το ίδιο «χέρι», αυτό των βιομηχάνων, μεγαλοξενοδόχων, μεγαλεμπόρων, εφοπλιστών, που απαιτούν «σταθερότητα» και «προβλεψιμότητα» για τα κέρδη τους. Μια σταθερότητα που για τους εργαζόμενους σημαίνει «γενικός συντονισμός των μισθών στα κατώτατα επίπεδα».
– Ποιος είναι ο πραγματικός «εισηγητής» της θωράκισης του αστικού κράτους μέσα από αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, όπως η συνταγματική αναθεώρηση;
Ακριβώς οι ίδιοι που το θέλουν πιο «ανθεκτικό» και «ετοιμοπόλεμο» σε ενδεχόμενους κλυδωνισμούς, ώστε να αντιμετωπίζεται η λαϊκή δυσαρέσκεια και αγανάκτηση. Αυτοί που το θέλουν πιο φιλικό και ευέλικτο για την επιχειρηματικότητα, πιο εχθρικό για τον λαό και τις ανάγκες του, με «συνταγματοποιημένο» το δημοσιονομικό σφαγείο των πλεονασμάτων, για το οποίο καμαρώνουν όλα τα αστικά κόμματα ότι πλέον είναι «κεκτημένο». Αυτοί είναι που «υπαγορεύουν» τα άρθρα της συνταγματικής αναθεώρησης.
Αυτή η ανάγκη άλλωστε βρίσκει έκφραση στις αγωνίες που μοιράζεται η κυβέρνηση με τα άλλα αστικά κόμματα για την «κρίση αξιοπιστίας» και «εκπροσώπησης» του πολιτικού συστήματος, για την ανάγκη αποκατάστασης της «εμπιστοσύνης του λαού στους θεσμούς», για το «κράτος δικαίου» ώστε να αναχαιτιστεί η αμφισβήτηση του κράτους του κεφαλαίου.
Από τα παραπάνω προκύπτει ένα βασικό συμπέρασμα.
Η πολιτική που θα ακολουθήσει η επόμενη κυβέρνηση καθορίζεται όχι από τις επιμέρους διαφορές των αστικών κομμάτων, αλλά από τις στρατηγικές συγκλήσεις τους, που εκφράζουν τις ανάγκες του κεφαλαίου, τις βαθιά ταξικές ανάγκες που καθορίζουν τον βηματισμό όλου του αστικού πολιτικού συστήματος.
Οπως άλλωστε είχε τονίσει και στέλεχος του ΣΕΒ απευθυνόμενος σε όσους «ανησυχούσαν» σε μια ανάλογη διαδικασία αναμόρφωσης του πολιτικού συστήματος και εναλλαγής κυβερνήσεων …«η οικονομία είναι που θα καθορίσει την πολιτική».
Απέναντι σε αυτούς που πραγματικά κυβερνούν, και έχουν κάθε λόγο να θέλουν την υποταγή και την ενσωμάτωσή του λαού, επιστρατεύοντας κοστολογημένα προγράμματα και κάλπικες αντιπαραθέσεις για τα «μικρά» ώστε να θολώσουν τα «μεγάλα», ο λαός έχει κάθε λόγο να αναμετρηθεί στα «ίσα» μαζί τους.
Αφού για το σάπιο αυτό σύστημα η ένταση της εκμετάλλευσης για τα κέρδη και οι πόλεμοι του κεφαλαίου είναι η μόνη επιλογή, ο λαός έχει κάθε λόγο να κάνει τη δική του επιλογή, επιλογή διεξόδου από αυτόν τον εφιάλτη.
Ο λαός έχει να παλέψει για τον δικό του «τρόπο ύπαρξης»: Να κάνει κριτήριό του το πώς θα δυναμώσει την αμφισβήτηση, πώς θα καταφέρει να κλονίσει τη σταθερότητά τους, πώς θα κάνει τις ρωγμές τους ρήγματα που δεν θα μπαλώνονται, μέχρι να τους σαρώσει.
Σε αυτόν τον δρόμο καλεί τον λαό το ΚΚΕ να βαδίσει, δείχνοντας τις δυνατότητες που υπάρχουν σήμερα να οργανωθούν η λαϊκή αντεπίθεση και η σύγκρουση με το σύστημά τους.
Γι’ αυτό και κόντρα στα κάλπικα διλήμματα, υπάρχει το πραγματικό δίλημμα που αφορά το σήμερα και το αύριο των εργαζομένων και των παιδιών τους:
‘Η με την αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό, που το δεδομένο πρόγραμμά τους φέρνει τον όλεθρο, ή με το ΚΚΕ, που φωτίζει τον δρόμο της ανατροπής. Τον δρόμο που θέλει τον λαό πρωταγωνιστή, να κυβερνήσει και όχι να «κυβερνηθεί». Που θέλει τους εργαζόμενους μαχητές, σε κάθε αναμέτρηση στους χώρους δουλειάς, οργανωμένους στα σωματεία τους, με διεκδικήσεις που στριμώχνουν αυτούς που «υπαγορεύουν» τα κυβερνητικά προγράμματα. Που κόντρα στις θυσίες δίχως τέλος θα παλεύουν για πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς, κόντρα στα μέτρα έντασης της εκμετάλλευσης θα παλεύουν για σταθερό εργάσιμο και ελεύθερο χρόνο. Κόντρα στην εμπλοκή θα παλεύουν για να ξεκουμπιστούν οι βάσεις, να γυρίσουν πίσω οι αποστολές, που θα βάζουν εμπόδια στη μετατροπή υποδομών σε πεδία πολέμου.
‘Η με τους κάθε λογής σωτήρες και τις τάχα «εναλλακτικές», που οδηγούν από διαφορετικούς δρόμους στο ίδιο αποτέλεσμα, ή με την οργάνωση της σύγκρουσης για να βρεθεί ο λαός στο προσκήνιο.
‘Η με την αστική εξουσία, που ταυτίζεται με τον πόλεμο, ή με την πάλη για την εργατική εξουσία, που ξεμπερδεύει μια και καλή με τις θυσίες του λαού για τα κέρδη και τους πολέμους.
Πηγή: Ριζοσπάστης



