Η δημόσια δήλωση του Αμερικανού Πρέσβη στην Ελλάδα, Τζ. Πάιατ, για την προοπτική της αγοράς των πολεμικών αεροσκαφών F-35, από την Ελλάδα, αποτελεί ακόμα μια ένδειξη του μεγάλου παζαριού που διεξάγεται και στους πολεμικούς εξοπλισμούς, μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Αποκαλύπτεται, όπως θα δούμε παρακάτω, δια στόματος του πρέσβη, ποια είναι τα κριτήρια των παζαριών, γιατί προφανώς και δεν εντάσσεται σ’ αυτά, πρώτιστα η θωράκιση της άμυνας της χώρας μας.
Συγκεκριμένα, δήλωσε ο Αμερικανός Πρέσβης: «Οι Ηνωμένες Πολιτείες, στα υψηλότερα επίπεδα, χαιρέτισαν το ενδιαφέρον της Ελλάδας να αποκτήσει το F-35 για την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία. Έχουμε δείξει την υποστήριξή μας για αυτή την προμήθεια και συνεργαζόμαστε για ένα μελλοντικό πρόγραμμα, το οποίο θα ενισχύσει τις αμυντικές δυνατότητες της Ελλάδας, θα διασφαλίσει τη διαλειτουργικότητα με τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ και θα βελτιώσει την περιφερειακή σταθερότητα (η υπογράμμιση δική μας)»
Με τον όρο «διαλειτουργικότητα», εννοείται η ικανότητα διαφορετικών στρατιωτικών οργανισμών να πραγματοποιούν κοινές επιχειρήσεις είτε σε επίπεδο διαφορετικών κρατών είτε σε επίπεδο διαφορετικών Όπλων (Στρατός Ξηράς, Αεροπορία, Ναυτικό). Τα κράτη μέλη του ΝΑΤΟ, τόσο για τα οπλικά συστήματα που προμηθεύονται όσο και για την εκπαίδευση που υφίσταται το προσωπικό των Ενόπλων τους Δυνάμεων, υπόκεινται σε δεσμευτικές οδηγίες που εκδίδονται από το «Γραφείου Τυποποίησης» του ΝΑΤΟ.
Η προαναφερόμενη διαδικασία, αποσκοπεί στην ομογενοποίηση των μεμονωμένων (ανά κράτος μέλος) παραγόντων ισχύος σε μια κυρίαρχη, υπό την επιτελική διοίκηση του ΝΑΤΟ. Αυτό είναι εμφανές ότι υποβαθμίζει επικίνδυνα τη χρήση πανάκριβων οπλικών συστημάτων για «εθνικούς» σκοπούς στο βωμό της εξυπηρέτησης των Νατοϊκών επιχειρησιακών σχεδίων. Επί του προκειμένου και με απλά λόγια, οι ΗΠΑ θέλουν- και αντίστοιχα οι ελληνικές κυβερνήσεις, να πραγματοποιούνται αγορές οπλικών συστημάτων με πρώτιστο κριτήριο τη συμβατότητα για κοινές, επιθετικές πρωτίστως επιχειρήσεις, και όχι με κριτήριο τις αμυντικές ανάγκες, τις δυνατότητες και το κόστος απόκτησης των οπλικών συστημάτων. Η Ελλάδα σε ρόλο μεντεσέ των ΝΑΤΟικών σχεδιασμών λοιπόν και πελάτης της αμερικανικής πολεμικής βιομηχανίας, όσο ακριβή και αναποτελεσματική για τις αμυντικές μας ανάγκες μπορεί αυτή να είναι, αρκεί να «δένει» με τις επιχειρησιακές ανάγκες των ιμπεριαλιστών.
Η δήλωση συνέχισε ως εξής: «Η αμυντική σχέση ΗΠΑ-Ελλάδας βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών και είναι μία από τις ισχυρότερες σχέσεις της Αμερικής στην Ευρώπη. Είμαστε περήφανοι για την αμυντική συνεργασία μας και για την συνεργασία με στόχο την ασφάλεια με την Ελλάδα (η υπογράμμιση δική μας) και εργαζόμαστε καθημερινά για να προωθήσουμε τη σχέση μας με ισχυρά βήματα, συμπεριλαμβανομένης της μελλοντικής απόκτησης του F-35 από την Ελλάδα».
Υπενθυμίζεται ότι η πρόταση από μεριάς ελληνικής κυβέρνησης για την αγορά των F-35 έγινε μετά το πάγωμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας για την αγορά των συγκεκριμένων αεροσκαφών, μετά την απόφαση της δεύτερης για αγορά του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400. Η υπόθεση των F-35 εντάσσεται στις αντιθέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας, οι οποίες συνυπάρχουν με τη στρατηγική σύμπλευση των δύο νατοϊκών δυνάμεων. Είναι φανερό μάλιστα, ότι η συγκεκριμένη αγορά και το ενδεχόμενο κλείσιμο συμφωνίας με καταληκτικές, ημερομηνίες κ.λ.π ακολουθεί τις ανάγκες του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, γι’ αυτό και δεν είναι τίποτα οριστικό και ξεκάθαρο.
Η Ελλάδα δεν εμπλέκεται απλά σε ένα παζάρι εξοπλισμών, αλλά αναλαμβάνει ρόλο στους οξυμένους ανταγωνισμούς στην περιοχή, μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας, Κίνας. Η Τουρκία και η Ελλάδα διεκδικούν τη θέση τους και αυτές με τρομακτικά αποτελέσματα για τους λαούς, όσο θα βαθαίνουν αυτές οι αντιθέσεις. Η «ασφάλεια» και η «σταθερότητα» για την οποία μιλά ο κ. Πάιατ, είναι αυτή που βιώνουμε και βλέπουμε όλα αυτά τα χρόνια στην περιοχή μας.
Προφανώς η δημόσια αυτή δήλωση δεν είναι τυχαία. Η περίοδος, μετά την κυβερνητική εναλλαγή στις ΗΠΑ και κάποιες μέρες πριν την σύνοδο κορυφής της ΕΕ για τις ενδεχόμενες κυρώσεις στην Τουρκία, προσφέρεται για ένταση των παζαριών, μαζί με την ένταση των ανταγωνισμών πάντα. Τα κριτήρια των ελληνικών κυβερνήσεων, όμως, για ενίσχυση της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας και συνολικά των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων είναι πολύ διαφορετικά από τους σκοπούς που θα έπρεπε να υπηρετούν. Αυτό επιβεβαιώνουν οι δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη.
Α.Π



