Τίποτε δεν κερδίζεται χωρίς αγώνες

Σεμίνα Διγενή
Σεμίνα Διγενή

Ο Τάκης Τζαμαργιάς μεγάλωσε παρακολουθώντας θέατρο. Σήμερα αποτελεί ένα σπουδαίο κεφάλαιο του θεάτρου και της διανόησης. Ενας ευγενής και κοινωνικά ευαίσθητος σκηνοθέτης, δάσκαλος, συγγραφέας και στοχαστής. Σήμερα, μας επιτρέπει να μπούμε στα μαγικά αφηγηματικά σύμπαντα που ξέρει να δημιουργεί με τις παραστάσεις του.

— Μπροστά στο μεγάλο στοίχημα της «Αιολικής Γης», του Ηλία Βενέζη, αυτού του εμβληματικού έργου για την παιδική αθωότητα και τη μνήμη του αποχωρισμού από τη γενέθλια γη της Μικρασίας, λίγα χρόνια πριν από τη Μεγάλη Καταστροφή, τι είναι αυτό που πιστεύεις πως το συνδέει με το σήμερα;

— Η βαθιά πίστη στον άνθρωπο και η ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο, όπλισε με δύναμη τον Βενέζη στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής κατοχής να αναζητήσει την ουτοπία του παραδείσου των παιδικών του χρόνων. Και σήμερα στους δύσκολους καιρούς που διαβαίνουμε, που τίποτα πια δεν είναι δεδομένο και που όλα κλονίζονται στο βωμό της πανδημίας, η «Αιολική Γη» στην παράστασή μας στο Εθνικό Θέατρο, ενεργοποιεί τη μνήμη και ανακαλεί τον κάθε ξεριζωμένο του κόσμου τούτου, που σιωπηρά αναρωτιέται: «Στην ξένη χώρα που πάμε, πρόσφυγες, τι άραγες να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν’ ανατείλουν;».

— 100 χρόνια μετά, τι κατά τη γνώμη σου θα πρέπει να μας απασχολεί από τα γεγονότα εκείνης της περιόδου;

— Πολιτικές σκοπιμότητες και άγρια συμφέροντα ξεριζώνουν τους ανθρώπους από τον τόπο τους και τους χρησιμοποιούν, για να εκβιάζουν κράτη και λαούς, μέχρι σήμερα. Οφείλουμε να συνειδητοποιήσουμε πως τίποτα δεν είναι δεδομένο και τίποτε δεν κερδίζεται χωρίς αγώνες και πίστη στο όραμα.

— Το «Μινόρε» που σκηνοθετείς επίσης, παίζεται ήδη με επιτυχία στον Πειραιά. Να υποθέσω πως ένας από τους λόγους που σ’ έκανε να αποφασίσεις να ασχοληθείς με αυτό ήταν και το ότι μεγάλωσες σε περιβάλλον προσφυγικό; Σε ένα σύμπαν δηλαδή πλημμυρισμένο ρεμπέτικα τραγούδια;

— Στο «Μινόρε» τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, καθότι μεγάλωσα σε περιβάλλον προσφυγικό στα Ταμπούρια και τη Δραπετσώνα και ο απόηχος της περιόδου που εκτυλίσσεται το έργο ήταν υπαρκτός. Το περίεργο είναι πως αυτόν τον απόηχο, την περίοδο της εφηβείας μου ήθελα να τον αφήσω πίσω μου. Πολύ αργότερα, συνειδητοποίησα τον πλούτο του και πως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο είμαι συνδεδεμένος μαζί του. Το «Μινόρε» δεν είναι μια ακόμη παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, αλλά το νήμα που με συνδέει με την ιστορία της πόλης. Ταξίδεψα ισχυρά στο παρελθόν μου σε παλιούς καιρούς, σε πρόσωπα οικεία και συμβάντα ανοίκεια, βιώματα που με σημάδεψαν και με καθόρισαν. Τα είδα όλα μπροστά μου. Είδα την πόλη, αλλά και το «Μινόρε της αυγής» με φίλτρα τρυφερότητας και πόνου.

— Τα τραγούδια που δημιούργησαν οι ρεμπέτες, μας παρηγόρησαν όταν έπρεπε, μας συνεπήραν, τα αγαπήσαμε, μας συγκίνησαν. Πώς μπορεί να μας αγγίξει σήμερα το ρεμπέτικο και ο κόσμος του;

— Ως ζωντανή μνήμη ανθρώπων που το τραγούδι, η μουσική και ο στίχος εναρμονίζονταν με τρόπο μοναδικό και που οι ίδιοι δεν είχαν συνείδηση ότι δημιουργούσαν κάτι μοναδικό, γιατί ξεκινούσε από την ανάγκη να κραυγάσουν γι’ αυτά που τους έπνιγαν. Η παράσταση δεν αποσκοπεί σε μία μουσειακή αναπαράσταση, ούτε σε νοσταλγικές ωραιοποιήσεις. Αντίθετα, επιχειρεί μια βαθιά, τρυφερή ματιά στη σκοτεινιά των ανθρώπων του περιθωρίου, που αναζητούν να βρουν τη δική τους φωνή μέσα στη θολωμένη χασισοκατάνυξή τους, να βρουν τη θέση τους σε έναν κόσμο που δεν τους περιέχει. Αυτή η σκοτεινιά που κατάφερε να δώσει η σειρά, είναι αυτό που θα ήθελα να αποτελεί και το κοινό σημείο με την παράστασή μας, που να προκύπτει όμως από την εσωτερική ζωή των ηρώων της, μακριά από γραφικές σχηματοποιήσεις και καρικατούρες «μαγκιάς».

— Το μουσικοθεατρικό οδοιπορικό των Β. Γκούφα – Φ. Μεσθεναίου, με φόντο τον Πειραιά του ’30, με τους ανυπότακτους, που λυτρώθηκαν μέσα από τη μουσική τους, τι άφησε μέσα σου;

— Τη σκοτεινιά μιας εποχής, που την πολύ δύσκολη και χύμα ζωή τους οι ήρωες την έκαναν ποίηση και ομορφιά. Το «Μινόρε» εκτός από φιλίες και έρωτες, περιλαμβάνει και τον αγώνα για επιβίωση, τη λογοκρισία, τα ναρκωτικά, το περιθώριο, την εξορία, την προσφυγιά, τη φυλακή και τις διώξεις… Είναι σημαντικό να μιλάει γι’ αυτά σήμερα το θέατρο.

— Ζήσαμε το τι σημαίνει γύψος στον Πολιτισμό, με την κυβέρνηση να απαξιώνει τους καλλιτέχνες. Ποιες σκέψεις σου προκάλεσε αυτή η συνθήκη;

— Καμιά μορφή εξουσίας δεν μπορεί να αναστείλει τη δύναμη του Θεάτρου. Παραμένει σταθερά ο χώρος που σε κάνει να νιώθεις μέλος μιας κοινότητας που συνεχίζει να σκέφτεται και να ονειρεύεται έναν κόσμο πιο ανθρώπινο και καλύτερο.

— Εκτός από ένας σπουδαίος σκηνοθέτης είσαι και εκπαιδευτικός. Ποια είναι η γνώμη σου για όλα όσα συμβαίνουν στην Παιδεία σήμερα; Πώς θα αντιμετωπιστούν τα εμπόδια και η επίθεση στα μορφωτικά δικαιώματα της νεολαίας, πώς θα καλυφθούν τα μαθησιακά κενά που δημιουργήθηκαν στην πανδημία με ευθύνη του κράτους, και πώς θα στηριχτούν οι φοιτητές στις σπουδές τους, στην κατοχύρωση του πτυχίου τους, που είναι και η μόνη προϋπόθεση για την πρόσβαση στο επάγγελμα;

— Είναι τεράστια και εγκληματική η ευθύνη από την απουσία θέσεων για την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα που σφραγίζει τη νεολαία. Η επιστήμη ολοένα και εξελίσσεται, το μέλλον των νέων όμως ολοένα και διαγράφεται δυσοίωνο. Τα νέα παιδιά παλεύουν για προπτυχιακά και μεταπτυχιακά, για να προσγειωθούν σ’ έναν συμβιβασμό (όταν και όποτε βρουν δουλειά), 600 ευρώ. Όμως, την ίδια στιγμή νιώθω πως δεν πρέπει να πάψω να αγωνίζομαι με κάθε τρόπο, για κάτι βαθύτερο και ουσιαστικό, που θα βοηθήσει, τουλάχιστον, αυτούς που θα ‘ρθουν μετά από εμάς.

— Τι δεν έχεις καταφέρει ακόμη να μάθεις στο ελληνικό θέατρο;

— Δεν έχω ακόμα καταφέρει να δεχτώ αν και κατά πόσο αυτό που διεκδικούμε για την ενίσχυση του Πολιτισμού απασχόλησε ποτέ τις εκάστοτε κυβερνήσεις ή απλώς αυτές τον χρησιμοποιούν, και τον χρησιμοποιούσαν πάντα, σαν εργαλείο, εξυπηρετώντας μόνο τα δικά τους συμφέροντα και την προώθηση των θέσεών τους.

Συνέντευξη στη
Σεμίνα ΔΙΓΕΝΗ

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...