Το φαινόμενο BAUHAUS – ΜΕΡΟΣ 1ο

Ράιχσταγκ Βερολίνο Γερμανία

Του Χρήστου Σκαλκώτου*

ΜΕΡΟΣ (Ι)

Το alt.gr σας παρουσιάζει ένα μεγάλο αφιέρωμα σε συνέχειες στο ιστορικό εγχείρημα της Σχολής του Bauhaus που γεννήθηκε 101 χρόνια πριν, στη Βαϊμάρη της Γερμανίας (1919-1933) και διήρκεσε μόλις 14 χρόνια. Σε σύνθεση μερικές ενότητες που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια:

• ποιες οι ιστορικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε η «ιδέα» Bauhaus στη Βαϊμάρη

• αίτια και στόχοι του ιστορικού αυτού εγχειρήματος

• ποιες οι ιδεολογικές αφετηρίες, τα πρότυπα και οι πατέρες του φαινομένου Μπαουχάους

• ποιοι ήταν οι διδάσκοντες και ποιες οι δραστηριότητες της Σχολής Μπάουχαους

Στο δεύτερο μέρος θα γνωρίσουμε τους πρωταγωνιστές και ιδιαίτερα τις Γυναίκες δημιουργούς του Bauhaus, τα παράγωγα του ιστορικού εγχειρήματος και τις διαστάσεις που έλαβε παγκοσμίως το αρχιτεκτονικό-καλλιτεχνικό αυτό κίνημα.

Tο τρίτο μέρος θα το αφιερώσουμε στο Xορό και το Θέατρο Μπαουχάους και κλείνοντας, θα γνωρίσουμε την παραγωγή του Δημιουργικού Παιχνιδιού για τα παιδιά.


Bauhaus – Μέρος Ι

To BAUHAUS γεννιέται το 1919 και συγκεκριμένα τον Απρίλη του ΄19. Μια ιδιαίτερα ιστορική εποχή και περίοδος γενικών ανακατατάξεων στην κεντρική Ευρώπη. Το «όραμα» του πρωτεργάτη αρχιτέκτονα Βάλτερ Γκρόπιους (Walter Gropius 1883-1969), παίρνει σάρκα και οστά σε μία ιστορική (πολιτιστικής σημασίας) πόλη της Γερμανίας όπως αυτή της Bαϊμάρης (Weimar).

Με τη συνθηκολόγηση και τις συμφωνίες των Βερσαλλιών (συνθήκη 7 Μαΐου 1919), η ηττημένη Γερμανία αναλαμβάνει την «απόλυτη ευθύνη» για τον καταστροφικό Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (άρθρο 231 περί πολεμικής ενοχής) και οι Γερμανοί υπογράφουν παραχωρήσεις εδαφών, πολεμικές αποζημιώσεις, ταπεινωτικές αποστρατιωτικοποιήσεις περιοχών και βαρύ περιορισμό των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων.

Ο πρωτεργάτης του BAUHAUS Βάλτερ Γκρόπιους

Η πολιτική κατάσταση στη Γερμανία γίνεται εκρηκτική, με πολλές και μεγάλες αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας, ένας αληθινός εμφύλιος μεταξύ των παρατάξεων της αριστεράς και της συντηρητικής δεξιάς. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας δεν έχει ακόμα συσταθεί, αλλά η επαναστατική «Ένωση Σπάρτακος» (Spartakusbund) ήταν μια πραγματικότητα από το 1915. Έχουν ωστόσο φτάσει και οι ήχοι της Οκτωβριανής Επανάστασης από τη Ρωσία, η πτώση της τσαρικής μοναρχίας και το πέρασμα της εξουσίας στους Μπολσεβίκους. Η κεντροαριστερή παράταξη αποτελείται από τα κόμματα των σοσιαλδημοκρατών και σοσιαλιστών. Η συντηρητική δεξιά παράταξη εκπροσωπείται από τους προνομιούχους της αριστοκρατικής τάξης και θερμούς υποστηρικτές του Κάιζερ καθώς, με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, επέρχεται η κατάρρευση της αυτοκρατορίας.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι πολιτικό-ιδεολογικές προστριβές παράγουν την Επανάσταση των Ναυτών στο Κίελο το Νοέμβρη του 1918, με εμπροσθοφυλακή τους Σπαρτακιστές της Ρόζας Λούξεμπουργκ . Οι μάχες συνεχίζονται και στις αρχές του 1919, μεταξύ των αντίπαλων στρατοπέδων και είναι σκληρές και αιματηρές, ένας αληθινός εμφύλιος. Βλέπουμε σκληρές μάχες στα οδοφράγματα του κέντρου της πόλης του Βερολίνου και άλλων μεγάλων πόλεων της Γερμανίας. Οι συντηρητικοί της δεξιάς χάνουν σε λίγες μέρες την εξουσία και φτάνουμε ιστορικά στην ιδρυτική πράξη της Δημοκρατίας, με στοιχεία κοινοβουλευτισμού και προεδρική Δημοκρατία. Το διάγγελμα για την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος γίνεται από το μπαλκόνι του Ράιχσταγκ πού είναι το ίδιο και σήμερα, δηλαδή η έδρα του Γερμανικού Κοινοβουλίου.

Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν με μεγάλη ταχύτητα στις αρχές του 1919 και η Δημοκρατία (για πρώτη φορά στη Γερμανία), γίνεται πραγματικότητα. Η εξουσία, στο τέλος του 1918, (de facto) περνάει στη συμμαχία των αριστερών και κεντρώων παρατάξεων, η ανακήρυξη δε, γίνεται το Φλεβάρη του 1919. Το Reich – που σημαίνει «εθνικό κράτος» – απαρτιζόταν από 17 ομοσπονδιακά κρατίδια, το καθένα με δική του κυβέρνηση και κοινοβούλιο, εξ ου και Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η πρωτεύουσα του Ράιχ ήταν το Βερολίνο. Μόνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και τη διχοτόμηση του Ράιχ σε δύο Γερμανίες – το Βερολίνο ήταν από την πλευρά της Ανατολικής Γερμανίας (DDR) – έτσι μέχρι την πτώση του τείχους, από το 1949 δηλαδή μέχρι το 1991, η Δυτική Γερμανία είχε πρωτεύουσα τη Βόννη.

Ας έρθουμε όμως στη Βαϊμάρη – πρώτη έδρα του Bauhaus – καθώς, το όνομα της πρώτης Δημοκρατίας της Γερμανίας πάρθηκε από το όνομα της πόλης αυτής, «Δημοκρατία της Βαϊμάρης». Υπάρχουν δύο εκδοχές για την επιλογή αυτής της πόλης, η πρώτη, ακριβώς γιατί η Βαϊμάρη είναι μία μικρή πόλη έξω από το Βερολίνο, η οποία ήταν γνωστή και πως πρωτεύουσα πολιτισμού, εκεί έζησαν σπουδαίοι στοχαστές και υπηρέτες των Τεχνών όπως: ο Σίλλερ, ο Νίτσε, ο συνθέτης Λιστ και άλλοι.

Η δεύτερη όμως εκδοχή και η επικρατέστερη, είναι αυτή που βρίσκει τους επαναστατημένους του κεντροαριστερού συνασπισμού – έχοντας αυτοί αναλάβει την εξουσία μετά την παραίτηση του Κάιζερ – την πλειοψηφία δηλαδή μελών και οπαδών, συγκεντρωμένους στο Βερολίνο. Ο ηγέτης των επαναστατών Σάιντεμαν, αναλογιζόμενος τους κινδύνους αντεπαναστατικών δυναμικών από την πλευρά των δεξιών αντιπάλων και την αναπόφευκτη αιματοχυσία, απευθύνεται στο στρατηγό του σώματος 100 χιλιάδων στρατιωτών, (αυτό προέβλεπε η συνθήκη των Βερσαλλιών για την ηττημένη Γερμανία, μόλις 100.000 στρατιώτες, οι οποίοι ουσιαστικά θα διατηρούσαν την έννομη τάξη σε όλη τη Γερμανία).

Ο ηγέτης της κεντροαριστερής παράταξης έρχεται λοιπόν σε επαφή με τον αρχηγό αυτού του σώματος και του ζητά την προστασία της μάζας των επαναστατημένων Γερμανών, καθώς αυτοί είχαν συγκεντρωθεί στο Βερολίνο περιμένοντας τη διακήρυξη της δημοκρατίας, του ζήτα λοιπόν να προστατεύσει αυτή τη μάζα στέλνοντας στρατό για ασφάλεια και περιφρούρηση των διαδικασιών. Ο στρατηγός του απαντά ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί κάτι τέτοιο καθώς, και στο Βερολίνο αλλά και στο Μόναχο, συνεχίζονται οι αιματοχυσίες και θα του ήταν αδύνατον να προστατεύσει τους συγκεντρωμένους για τη διακήρυξη της δημοκρατίας, τον συμβουλεύει λοιπόν να μαζευτούν στην πόλη της Βαϊμάρης ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει την εθνοσυνέλευση, βασιζόμενος σε μια μικρή αλλά έμπιστη ομάδα στρατιωτών που βρίσκονταν εκεί.

Αυτός πιστεύω πως ήταν ο κύριος λόγος, ακριβώς για να υπάρξει η δυνατότητα προστασίας της εθνοσυνέλευσης σε μία μικρότερη πόλη, παρά στη μεγάλη πόλη του Βερολίνου που συνεχίζονταν ακόμα οι εχθροπραξίες.

Το θέατρο της Βαϊμάρης

Βλέπουμε λοιπόν το Θέατρο της Βαϊμάρης όπου έγινε η σύγκληση της εθνοσυνέλευσης, ακριβώς μπροστά, το μνημείο των δύο μέγιστων προσωπικοτήτων, του Γκαίτε και του Σίλλερ. Από εδώ αρχίζει η ανάταση και η διάχυση, από αυτή δηλαδή την ιστορική στιγμή, αρχίζει η έξαρση και η ανάπτυξη όλων των μορφών Τέχνης και γενικότερα του σύγχρονου πολιτισμού στην Ευρώπη και παγκοσμίως. Ο φιλόσοφος Εrnst Βloch περιέγραψε αυτήν την περίοδο, δηλαδή από το 1919 μέχρι το 1933, ως περίοδο του Περικλή και θα δούμε στη συνέχεια τι εννοούσε.

Η ίδρυση του Bauhaus ήταν συνέπεια πολλών κοινωνικοπολιτικών γεγονότων αλλά και αισθητικών εξελίξεων. Η περίοδος που προηγήθηκε της γέννησης του (τέλος 19ου αρχές 20ου αιώνα), χαρακτηρίζεται από μία τάση «ανανέωσης» (reformstil, secession stil, stile liberty, art nouveau), που εξελικτικά παράγει την γνωστή ως Μοντερνισμό περίοδο. Η «ανανεωτική» από αισθητικής πλευράς περίοδο, έρχεται ως αντίθεση-αντίδραση στη συνεχώς αναπτυσσόμενη βιομηχανική εποχή.

Η έξαρση της τεχνικής και της τεχνολογίας σε χώρες όπως η Γερμανία, η Αγγλία και η Γαλλία, προχωρά με ταχύτατους ρυθμούς. Οι τεχνολογικοί αυτοματισμοί στη βιομηχανία θέτουν σε κρίση τη βιοτεχνία – χειροτεχνία, δηλαδή τα παραδοσιακά επαγγέλματα, με δραματικές κοινωνικοπολιτικές συνέπειες και μετατροπές στον καταμερισμό εργασίας.

Όλες αυτές οι ανακατατάξεις στις αρχές του εικοστού αιώνα, αφορούσαν επίσης και την εξέλιξη σχετικά με την βιομηχανική παραγωγή όπλων. Ο Α΄ Παγκόσμιος πόλεμος ήταν πολύ κοντά.

Από την άλλη πλευρά, έχουμε μία αντίδραση σε όλο αυτό το φαινόμενο που αποτυπώνεται αισθητικά με τη διάθεση επιστροφής στη φύση και στο φυσικό περιβάλλον, μία αντίσταση-αντίδραση στη νέα αυτή αισθητική της αναδυόμενης ταχύτητας, το στοιχείο της «ταχύτητας» ήταν το «μότο» των επερχόμενων καλλιτεχνικών κινημάτων πρωτοπορίας.

Σε αυτή την εξελικτική πορεία των συμβάντων, αντιδρά θα λέγαμε η αισθητική του liberty (ο όρος liberty δεν είναι τυχαίος), με την επιστροφή στο φυσικό, Νature. Ιδιαίτερα μετά το 1870 με την ίδρυση της Γερμανικής Αυτοκρατορίας (από τη συνένωση των δύο Αυτοκρατοριών, της Αυστρο-Ουγγαρικής και της Πρωσικής), αυτή η διχοτομία είναι εμφανέστατη, τουλάχιστον από αισθητική άποψη, δηλαδή σε μία επιστροφή σε βίο απλό, επιστροφή στη φύση και επανάκτηση της ζωής στο φυσικό περιβάλλον.

Βλέπουμε με ποιο τρόπο η αισθητική της περιόδου επεμβαίνει στις αρχιτεκτονικές δομές των κτιρίων με διάθεση διακόσμου από το φυσικό περιβάλλον, εισάγοντας στοιχεία-μοτίβα οικολογικού ενδιαφέροντος. Ο σχεδιασμός (design) επεμβαίνει και στους εσωτερικούς χώρους, όπως στα καφέ, στις εισόδους κατοικιών, σε χώρους υποδοχής ξενοδοχείων, στα επιβατικά πλοία και τρένα, αλλά και σε στάσεις συρμών, στέγαστρα δημόσιων πάρκων και αλλού. Είναι χαρακτηριστικές οι υαλογραφίες (βιτρό) ως διακοσμητικά στοιχεία σε παράθυρα και βιτρίνες, όπως επίσης και τα στοιχεία από σφυρήλατο σίδηρο, σε πόρτες, κουπαστές κλιμακοστασίων και ανελκυστήρων της εποχής. Συνθέσεις από φυτά, λουλούδια, μίσχους, μπουμπούκια, όπως για παράδειγμα το καθιστικό (πολυθρόνα), αυτό με τα λεπτά πόδια που παραπέμπει σε κλαδιά αναρριχητικού φυτού.

Συνεχίζοντας, βλέπουμε ορισμένα δείγματα ενός στυλ γνωστού στην Ευρώπη, αλλά και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου και αναφέρομαι στον αρχιτεκτονικό ρυθμό, που δημιουργήθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, τον Εκλεκτισμό (Εclecticism).

Ο όρος προέρχεται από ένα ελληνικό επίθετο «εκλεκτός» που με τη σειρά του βασίζεται στο ρήμα εκλέγω – επιλέγω. Πρόκειται για μία «διαδικασία» κατά την οποία οι αρχιτέκτονες της εποχής, κλήθηκαν να εκφραστούν και αυτή τους η έκφραση ήταν ουσιαστικά, μία σύνθεση πολλών και διαφόρων στοιχείων από διάφορες ιστορικές περιόδους, καταλήγοντας σε μία σύνθεση μορφής, έναν ρυθμό που ονομάστηκε Εκλεκτισμός. Αυτή η στιλιστική έκφραση, αυτή η αισθητική, εμφανίζεται ως μία μετεξέλιξη του αποκαλούμενου Ιστορικισμού (Storicism). Οι αρχιτέκτονες της περιόδου, επιδίωξαν τη δημιουργία ενός ρυθμού αποδεσμευμένου από την αυστηρότητα προηγούμενων ρυθμών, με την ανάμιξη διαφόρων αρχιτεκτονικών δομών και μοτίβων.

Στη Μ. Βρετανία την εποχή αυτή, έχουμε την αρχιτεκτονική του Ώριμου Βικτωριανού Εκλεκτισμού. Χωρίς κανένα σπουδαίο ενδιαφέρον, κάπως μακριά από τη σημερινή μας αισθητική, αρκετά βαρύγδουπο και όχι ιδιαίτερα εύστοχο στυλ, ένα μορφολογικό λεξιλόγιο που έκανε χρήση πολλών έτοιμων διακοσμητικών στοιχείων του παρελθόντος και αυτό χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.

Όπως γνωρίζουμε, κάθε εποχή ή περίοδος στην Τέχνη είχε την κορύφωση της, αλλά φυσικά στη συνέχεια επέρχεται πάντοτε η παρακμή, χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτός ο ρυθμός. Διακρίνουμε μία υπερφόρτωση του γενικότερου αρχιτεκτονικού συγκροτήματος με αρχιτεκτονικά διακοσμητικά στοιχεία (too much) θα λέγαμε.

Μερικά από αυτά τα παραδείγματα, το Γερμανικό Κοινοβούλιο το «Ράιχσταγκ» στο Βερολίνο, η Όπερα του Παρισιού, όπως επίσης και το Petit Palais.

Σε πολλά κράτη της Ευρώπης και αλλού, έχουμε πληθώρα παραδειγμάτων, όπως επίσης και το φημισμένο άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη είναι αυτής της περιόδου.

Κάτι το διαφορετικό συμβαίνει στον ευρωπαϊκό βορρά, στη Γερμανία ειδικότερα και δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην αρχιτεκτονική του Εξπρεσιονισμού. Η αρχιτεκτονική αυτή ανατρέχει σε ένα παμπάλαιο υλικό δόμησης τον ψημένο πηλό, το τούβλο, το οποίο βλέπουμε εμφανές στις προσόψεις. Λίγο διαφορετικό είναι το κτίριο στο Potsdam, που εντάσσεται και αυτό στην εξπρεσιονιστική αρχιτεκτονική. Το συγκεκριμένο είναι το Αστεροσκοπείο του Γερμανού αρχιτέκτονα Erich Mendelsohn. Αυτό το οικοδόμημα στη συνέχεια, πήρε το όνομα πύργος του Αϊνστάιν. Η κατασκευή του ξεκίνησε το 1917 και ολοκληρώθηκε το 1921 για να εγκαινιαστεί κατόπιν το 1924.

Ας σταθούμε λίγο σε αυτό το αρχιτεκτόνημα γιατί ίσως μπορούμε να αντιληφθούμε το αισθητικά εύπλαστο. Η πλαστικότητα της μάζας στο σύνολο της σύνθεσης. Εδώ μιλάμε για οργανική σύνθεση-φόρμα, έτσι εξέφρασε την αίσθηση του και ο Αϊνστάιν όταν πρωτοείδε το αρχιτεκτόνημα αυτό. Σημειώστε τη στιλιστική αυτή πειθαρχία των μαζών με τις καμπυλότητες που περιβάλλουν το ανάπτυγμα του όγκου του οικοδομήματος.

Βλέπουμε το κυρίαρχο στοιχείο δόμησης, το τούβλο a vista, αλλά και την ένταση της τοξοειδούς καμπύλης και ανάποδου καμπύλης στις εισόδους αυτών των ναών. Έχεις την αίσθηση ότι βρίσκεσαι μέσα σε ένα σκηνικό εξπρεσιονιστικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ΄20, λίγο κινέζο-ιαπωνικό στυλ, όπως επίσης και τα κοψίματα στις φόρμες στο τελείωμα του καθεδρικού.

Σε σχέση με το Αστεροσκοπείο που είδαμε πριν, ας θυμηθούμε λίγο την αρχιτεκτονική του μουσείου Guggenheim στη Νέα Υόρκη, έργο του Frank Loyd Wright της δεκαετίας του ΄50.

Σχετικά με την περίοδο αυτή, του εξπρεσιονισμού δηλαδή, από το 1905 μέχρι και το 1940. Εδώ ο λόγος στη εικαστική έκφραση (γλυπτική, ζωγραφική, χαρακτική). Αναφέρομαι σε μερικά γνωστά ονόματα, τον Μπάρλαχ (Barlach), την Kollwitz, τον Όσκαρ Kοκόσκα, τον Kίρχνερ, τον Όττο Nτιξ και άλλους.

Σε αυτό το πλαίσιο και σε αυτές τις συνθήκες αρχιτεκτονικών ρυθμών και εικαστικών αναζητήσεων, έρχεται για να καινοτομήσει το αντικείμενο της παρουσίασης, η Σχολή του Μπαουχάους (Bauhaus).

Αριστερά βλέπουμε το πρώτο κτίριο που στεγάστηκε η σχολή του Βauhaus στη Βαϊμάρη.

Παρατηρούμε την αρχιτεκτονική αυτού του κτιρίου, τους άξονες, οριζόντιους και κάθετους, οι οποίοι προϊδεάζουν, διατηρούν όμως ακόμα, στοιχεία στην οροφή ακόμα αναποφάσιστη, γιατί θυμίζει κάπως την εξπρεσιονιστική αρχιτεκτονική που είδαμε λίγο πριν. Βλέπουμε όμως τα μεγάλα παράθυρα, αυτές τις μεγάλες τζαμαρίες που φώτιζαν με φυσικό φως τις αίθουσες διδασκαλίας.

Το Βauhaus γεννιέται το 1919 αλλά οι ρίζες του από πλευράς οργάνωσης, ιδεολογίας και πνευματικότητας, αναφέρονται σε παλαιότερες εποχές, αρκετούς αιώνες πριν θα λέγαμε, δηλαδή στο Μεσαίωνα, στο Μεσαιωνικό BAUT, δηλαδή εκείνη την κατασκευή του αποθηκευτικού χώρου (εργοτάξιο), που οι τεχνίτες του Μεσαίωνα έβαζαν τα διάφορα εργαλεία τους όταν ξεκινούσαν τις οικοδομικές κατασκευές των μεγάλων καθεδρικών του μεσαίωνα Γοτθικού Ρυθμού.

Τα συνεργεία αυτά, οι ομάδες αυτές των οικοδόμων BAUHUTTE, είχαν μία φόρμα μυστικής οργάνωσης, δεν ήταν ανοιχτές επαγγελματικές οργανώσεις, είχαν μία κλειστή δομή και το οργανόγραμμα τους, προέβλεπε έναν ικανό χρόνο μαθητείας για νέους που είχαν κάποιες δεξιότητες και ήθελαν να ακολουθήσουν την κατασκευαστική-οικοδομική τέχνη ως επάγγελμα. Οι μαθητευόμενοι στη συνέχεια ανέβαιναν επίπεδο (βοηθού μάστορα) και κατόπιν αποκτούσαν τον τίτλο του Μαέστρου, του Μάστορα, του Δασκάλου. Αυτός ο ανώτατος τίτλος του Μeister, έδινε στον τεχνίτη τη δυνατότητα να ανοίξει δικό του πλέον μαγαζί (συνεργείο), κατασκευαστικό γραφείο θα λέγανε σήμερα, οικοδομικής επιχείρησης.

Η εξέλιξη από τη μία βαθμίδα στην άλλη προέβλεπε ένα είδος εξετάσεων, έτσι λοιπόν αυτές οι ομάδες του κάθε Μeister ήταν ερμητικά κλειστές προς τα έξω, όχι μόνο για λόγους γοήτρου – καθώς ήταν ικανότατοι για τέτοιου είδους κατασκευές, όπως οι Γοτθικοί Καθεδρικοί – αλλά και για λόγους προστασίας των μυστικών του επαγγέλματος, που όπως καταλαβαίνουμε ήταν μυστικά έργων τεραστίων διαστάσεων, με ποικίλες τεχνικές σχεδιασμού και δόμησης, με πατέντες κατασκευαστικές που εξασφάλισαν τη μοναδικότητα κάθε νέου οικοδομήματος.

Βλέπουμε πάνω αριστερά σε τι επίπεδα κατασκευαστικών θαυμάτων επιχειρούσαν, παρατηρούμε τη λεπτότητα των αρχιτεκτονικών στοιχείων, τα οποία δεν ήταν μόνο αισθητικά υψηλής φατούρας, αλλά και δομικής αρτιότητας στοιχεία. Αντιλαμβανόμαστε τις δυναμικές των φορτίων που έφεραν τα γοτθικά αυτά τόξα στις κατασκευές αυτές, πόσο βάρος κράταγαν, αλλά και πόσο λεπτά και καλαίσθητα ήταν, εξασφαλίζοντας τις ισορροπίες των φορτίων – μαζών. Αυτή η λεπτομέρεια είναι από τον καθεδρικό του San Vito στην Πράγα, κατασκευή από πέτρα και βλέπουμε αυτά τα λεπτά τόξα που κρατούν την οροφή του οικοδομήματος.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν, τις εξαιρετικές ικανότητες αυτών των μαστόρων, που έβαζαν μερικές φορές και τις υπογραφές τους, χαραγμένες στις βάσεις των κιόνων των καθεδρικών (φ. δεξιά). Είχαν δε απόλυτη συνείδηση των ικανοτήτων τους.

Οι συμμετέχοντες σε αυτά τα επαγγελματικά σωματεία – αδελφότητες, ονομάζονταν ελεύθεροι τέκτονες (freemasons). Εδώ χρησιμοποιούμε τον ακριβή όρο στα ελληνικά ελευθεροτεκτονισμός. Αυτές οι οργανώσεις, οι μασόνοι δηλαδή, ήταν μυστικές εταιρείες -αδελφότητες και φύλαγαν με μεγάλη μυστικότητα τις τεχνικές και τις πατέντες των κατασκευών τους. Οι μυστικές συνελεύσεις τους, γινόντουσαν σε αυτές τις αποθήκες που λέγαμε πριν, όπου λειτουργούσαν επίσης και σαν επαγγελματικές σχολές για τους μαθητευόμενους γλύπτες και οικοδόμους. Αυτές ήταν οι βαθιές ρίζες του Βauhaus, σχολή η όποια θα έχει όπως θα δούμε, λίγο πολύ, την ίδια ιεραρχία στο εσωτερικό της (οργανόγραμμα)

Βέβαια, κάθε άλλο παρά μυστικότητα επικρατούσε στη σχολή, αλλά για τη συντηρητική δεξιά φαίνονταν περίεργα όλα αυτά που συν έβαιναν στο Βauhaus, καταλαβαίνουμε πως την κυριάρχησε (ευθύς εξαρχής) η υποψία για τη σχολή αυτή, για τους νεωτερισμούς της, την κοσμοπολίτη ατμόσφαιρα της, και αυτός θα είναι ο λόγος που σε μερικά χρόνια θα μετακομίσει η σχολή, από τη Βαϊμάρη στο Ντεσάου. Εδώ να τονίσουμε το εξής: δεν ήταν συμπτωματικό το γεγονός πως η σχολή του Βauhaus γεννιέται το 1919, και το ίδιο έτος γεννιέται για πρώτη φορά στη Γερμανία η Δημοκρατία και αυτό στην πόλη της Bαϊμάρης, πόλη με τεράστια πολιτιστική παράδοση.

Η κατεύθυνση και το πνεύμα της σχολής ήταν ξεκάθαρα αριστερό και όχι φυσικά συντηρητικών δεξιών καταβολών. Η πορεία του Βauhaus δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα, αλλά ούτε και αυτή της νεοσύστατης Δημοκρατίας στη Γερμανία. Η Γερμανία αποτελούνταν, όπως και σήμερα ακόμα, από κρατίδια (17 ομόσπονδα κρατίδια, σήμερα 16), που αντιστοιχούσαν στο παρελθόν σε μικρές τοπικές δυναστείες. Στη Θουριγγία, το land που βρίσκεται η πόλη της Bαϊμάρης και αυτή της Ιένας, ήταν κεντροαριστερού κυβερνητικού σχηματισμού. Έτσι λοιπόν η σχολή μπορούσε να έχει επιχορηγήσεις από την τοπική κυβέρνηση καθώς δεν επωφελούνταν διδάκτρων από τους φοιτητές. Αυτό όμως κράτησε μέχρι το 1925 (έξι μόλις χρόνια). Όταν άρχισαν οι πιέσεις της δεξιάς συντηρητικής παράταξης και η κυβέρνηση του κρατιδίου πέρασε στα χέρια της δεξιάς παράταξης, το Βauhaus δεν είχε πλέον επαρκείς πόρους για να σταθεί στα πόδια του, έτσι η σχολή μεταφέρθηκε στο Ντεσάου.

* Χρήστος Σκαλκώτος – γλύπτης,
Επίκουρος Καθηγητής της ΑΣΚΤ Ιωαννίνων
(http://arts.uoi.gr/web/our_team/skalkotos-christos/)

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...