Το Μεγάλο μας Τσίρκο: 47 χρόνια μετά, επίκαιρο όσο ποτέ…

Το Μεγάλο Μας Τσίρκο

Πέρασαν 47 χρόνια από εκείνη την Κυριακή, που μέσα στην καταχνιά της χούντας, το θέατρο σήκωσε τη σημαία της αντίστασης. Μιας αντίστασης σιωπηρής στην πλατεία που τον τόνο έδιναν οι ηθοποιοί πάνω στη σκηνή.

Εκείνη την Κυριακή, 22 του Ιούνη του 1973, έξω από το θέατρο ΑΘΗΝΑΙΟΝ, όλα έλαμπαν. Κι ο κόσμος που μαζεύτηκε να παρακολουθήσει εκείνη την πρεμιέρα, σα να ήξερε…

Στους γύρω δρόμους, υπήρχε έντονη η παρουσία της Αστυνομίας. Αστυνομικοί με πολιτικά και με στολές, έδειχνα πως είναι παρόντες. Από τη μία ο ενθουσιασμός των θεατών, από την άλλη η αντίδραση.

Για την παράσταση που έμελλε να είναι σταθμός για το θέατρο των τελευταίων 50 χρόνων, είπε η Τζένη Καρέζη:

«Έπρεπε να είναι κάτι σαν λαϊκό πανηγύρι, να κλείνει μέσα του πολλή ρωμιοσύνη… Και μέσα από τη σάτιρα, τον αυτοσαρκασμό, το γέλιο και το δάκρυ, να μιλήσουμε για τους καημούς και τα όνειρα της φυλής μας, για προδομένους αγώνες, για προδομένες ελπίδες… Και πάνω απ’ όλα για ομορφιά. Για την ομορφιά αυτού του λαού, που δεν παύει ποτέ να αγωνίζεται, να προδίδεται, να πιστεύει και να συνεχίζει τον αγώνα του, διατηρώντας τις ρίζες του αναλλοίωτες αιώνες τώρα. Όλα αυτά όμως θα’πρεπε να ειπωθούν ρωμαίικα, ζεστά. Καθόλου φιλολογικά. Καθόλου εγκεφαλικά. Θα’ πρεπε, δηλαδή, να γραφτεί ένα έργο που να έχει μέσα του τους σπόρους της λαϊκής μας τέχνης. Εγχείρημα δύσκολο, άπιαστο σχεδόν».

Αυτή ήταν η ιδέα της παράστασης

Ήδη από την άνοιξη του 1972, το ζεύγος Καρέζη-Καζάκου σκέφτηκε να ανεβάσει ένα έργο, που θα έβριθε από ποιότητα καλλιτεχνική και πατριωτισμό. Ένα έργο που θα περιέγραφε τις περιπέτειες του λαού και του τόπου. Αυτό είναι «Το Μεγάλο μας Τσίρκο». Μια μαρτυρία για τη διαχρονία της Εθνικής μας περιπέτειας.

Σε αυτό το λαϊκό έπος διαγράφονται ανάγλυφα οι αρετές αλλά και οι παθογένειες της φυλής, οι ανατάσεις και οι πτώσεις, οι αγώνες και οι αγωνίες ενός λαού, που φορτωμένος τη βαριά του ιστορία, δοκιμάζει τον βηματισμό του προς τον χρησμό ενός αμφίσημου μέλλοντος. Περιγράφει με απόλυτο τρόπο αυτό που ο λαός μας λέει «Από το Δόξα τω Θεώ, στο Βόηθα Παναγιά».

Το έργο έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλλης. Όπως αργότερα είπε σε μια τηλεοπτική του συνέντευξη ο Κώστας Καζάκος, ο Καμπανέλλης είχε γράψει έναν τεράστιο όγκο κειμένων γιατί έπρεπε να αποφύγει τη λογοκρισία. Τελικά, αλληγορικά γραμμένο, κατάφερε να περάσει τις συμπληγάδες της λογοκρισίας, κρύβοντας δεκάδες μηνύματα κατά της δικτατορίας.

Την παράσταση ανέλαβε να σκηνοθετήσει ο Κώστας Καζάκος με βοηθό τον Άρη Δαβαράκη, τα σκηνικά και τα κοστούμια έφτιαξε ο Φαίδων Πατρικαλάκης. Τα τραγούδια της παράστασης έγραψε ο Σταύρος Ξαρχάκος και τα ερμήνευε επί σκηνής ο Νίκος Ξυλούρης. Η κίνηση και η θεατρική απόδοση της σκηνής του Καραγκιόζη, διδάχτηκε από τον Ευγένιο Σπαθάρη, ο οποίος διακόσμησε το χώρο της εισόδου. Τους βασικούς ρόλους ερμήνευσαν ο Κώστας Καζάκος, η Τζένη Καρέζη, ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, ο Νίκος Κούρος, ο Τίμος Περλέγκας και ο Χρήστος Καλαβρούζος.

Λατρεύτηκε από το κοινό κι έγινε σύμβολο του αγώνα κατά της Χούντας. Κάθε βράδυ κοσμοσυρροή στο ΑΘΗΝΑΙΟΝ, που βρισκόταν σχεδόν απέναντι από το Πολυτεχνείο, Μάρνη και Πατησίων. Αυτοί που φανατικά παρακολουθούσαν την παράσταση ήταν οι «εκπρόσωποι» του στρατιωτικού καθεστώτος, που σημείωναν και ενημέρωναν τους προϊσταμένους τους για τις αντιδράσεις των θεατών.

Η παράσταση ξεκίνησε με τους Καρέζη και Καζάκο να υποδέχονται τους θεατές.

Ένα απόσπασμα

ΡΩΜΙΟΣ: Αρκετά!… Και τώρα μια τελευταία διευκρίνιση. Είπα ότι το έργο μας είναι κωμωδία. Αλλά δεν είναι απλώς διότι έτσι γράφτηκε ή διότι το λέμε εμείς. Είναι κωμωδία για έναν άλλο σοβαρότερο και πολύ πιο έγκυρο λόγο: Το δηλώσαμε ως κωμωδία, το υποβάλαμε στη λογοκρισία ως κωμωδία και ενεκρίθη ως κωμωδία δια της υπ’ αριθμόν 199 αποφάσεως. Δε θέλω με τούτο να πω ότι δυνάμει του νόμου τάδε είστε υποχρεωμένοι να γελάσετε. Κάθε άλλο! Επισημαίνει απλώς ότι οποιαδήποτε ομοιότης της κωμωδίας μας με δράμα είναι τελείως συμπτωματική.

Ας μας καλωσορίσουν στην παράσταση:

Καλήν εσπέραν αφεντάδες, καλώς ορίσατε κυράδες

καλώς ορίσατε κυράδες, καλήν εσπέραν αφεντάδες.

Μέλισσες μάζεψαν τη γύρη, τη φέρανε στο πανηγύρι

οι μέλισσες ζυμώνουν μέλι, ήλιε μου φάε και μη σε μέλει.

Τα φίδια φέραν το φαρμάκι, τα παλικάρια το μεράκι

το μπρούσκο βράζει στο βαρέλι, ήλιε μου πιές και μη σε μέλει.

Όσα κι αν πω κι ό,τι κι αν δείτε, να μη μού παραξενευτείτε

όσα χωράνε στην αλήθεια, δεν τα βαστάν τα παραμύθια.

Η παράσταση ήταν μια μεγάλη εισπρακτική επιτυχία με περίπου 550.000 εισιτήρια και συγχρόνως στάθηκε και μία βασική αφορμή αντίστασης.

Κάποια από τας συνθήματα που έγινα γνωστά από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, όπως «ΨΩΜΙ-ΠΑΙΔΕΙΑ-ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» και «ΦΩΝΗ ΛΑΟΥ –ΟΡΓΗ ΘΕΟΥ», είχαν πρωτοεμφανιστεί στην παράσταση.

Η Καρέζη πέρασε ένα μήνα στα κρατητήρια της Ασφάλειας με αποτέλεσμα να διακοπούν οι παραστάσεις από τα μέσα Οκτωβρίου ως τα μέσα Νοεμβρίου του 1973 και να ξαναρχίσουν μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, με παρουσία αστυνομικών. Ο Καζάκος συνελήφθη και αυτός από τη Χούντα και φυλακίστηκε.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης παράστασης μετά την αποφυλάκιση της Καρέζη, στις 22 του Δεκέμβρη 1973, οι θεατές έρεναν τη σκηνή με κόκκινα γαρύφαλλα. Τα είχαν κρυμμένα στα παλτά, στα πανωφόρια τους. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οι αξιωματικοί της Χούντας δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν, πώς να ερμηνεύσουν μία τέτοια κίνηση; Ήταν επιτρεπτό κάτι τέτοιο; Μπορούσαν να το ανεχτούν; Πως μπόρεσε το πλήθος αυτό των λουλουδιών να γλιτώσει τη λογοκρισία;

Ο Νίκος Ξυλούρης, ο Σταύρος Ξαρχάκος και οι μουσικοί, δέχονταν σχεδόν καθημερινά τις «επισκέψεις» των οργάνων της χούντας.

Το έργο ανεβαίνει ξανά από τον ίδιο θίασο μετά την πτώση της χούντας σε Αθήνα και επαρχία και γνωρίζει και πάλι τεράστια επιτυχία.

Εδώ η υποδοχή του κοινού μετά την πτώση της χούντας, σε ένα σπάνιο απόσπασμα

Κι εδώ όλη η παράσταση

Το έργο επαναλήφθηκε το καλοκαίρι του 2012, από άλλο θίασο με το Σταύρο Ξαρχάκο και πάλι να διευθύνει την ορχήστρα.

Έχοντας την τύχη να δω και τις δυο παραστάσεις, όταν στη δεύτερη παράσταση ακούστηκε στα μεγάφωνα η φωνή του Νίκου Ξυλούρη, η συγκίνηση ήταν το ίδιο μεγάλη…

Κάποια έργα παραμένουν επίκαιρα, πάντα.

Γιάννης Αγγέλου

Δείτε ακόμα...