1η Σεπτέμβρη 1939, η Γερμανία εισβάλλει στην Πολωνία, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκινά. Δημοσιεύουμε από το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1939 – 1949 Β1 Τόμος, το κεφάλαιο με τίτλο: “Εκτίμηση για τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου“.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξέσπασε 21 χρόνια μετά από τη λήξη του Α Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου.
Ο Α’ Παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός Πόλεμος (1914-1918) «έγινε για να ξαναμοιραστεί όλος ο κόσμος (…) για να κριθεί ποια από τις μηδαμινές σε αριθμό ομάδες των μεγάλων κρατών -η αγγλική ή η γερμανική- θα αποκτήσει τη δυνατότητα και το δικαίωμα της καταλήστευσης, της καταδυνάστευσης και της εκμετάλλευσης όλης της Γης» 1.
Απότοκος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν η Συνθήκη των Βερσαλλιών (28 Ιούνη 1919), που είχε ως αποτέλεσμα «ασύγκριτα μεγαλύτερη όξυνση όλων των καπιταλιστικών αντιθέσεων (…). Η Συνθήκη των Βερσαλλιών έφερε και τη Γερμανία και μια ολόκληρη σειρά ηττημένα κράτη σε κατάσταση που η οικονομική τους ύπαρξη είναι αδύνατη από υλική άποψη, τα έφερε σε κατάσταση απόλυτης ταπείνωσης και έλλειψης δικαιωμάτων».
Η Συνθήκη των Βερσαλλιών ευνοούσε κυρίως την Αγγλία και τη Γαλλία, που δυνάμωναν τις θέσεις τους στη Δυτική Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στην Αφρική. Η γερμανική αστική τάξη άρχισε να επεξεργάζεται σχέδιο απεμπλοκής από τη Συνθήκη από την επόμενη μέρα της υπογραφής της. Το ίδιο και η ιταλική αστική τάξη, η οποία, θεωρώντας ότι ήταν αδικημένη από τη μοιρασιά της λείας, στήριξε τον Μουσολίνι για να εγκαθιδρύσει δικτατορία (31 Οκτώβρη 1922), με τη βοήθεια του βασιλιά, του στρατού και του Βατικανού.
Το 1925 (5-16 Οκτώβρη) πραγματοποιήθηκε η Διάσκεψη του Λοκάρνο (Ελβετία). Το ΚΚ (Μπ.) της ΕΣΣΔ χαρακτήρισε το Λοκάρνο «συνέχεια των Βερσαλλιών» και τόνισε ότι «το Λοκάρνο εγκυμονεί ένα νέο πόλεμο στην Ευρώπη», όπως και έγινε. Γενικά, ολόκληρη η περίοδος του Μεσοπολέμου φέρει τα χαρακτηριστικά της ιμπεριαλιστικής ειρήνης που εγκυμονεί όλα τα στοιχεία για τη διεξαγωγή ενός νέου πολέμου, αφού η διαπάλη για το μοίρασμα των αγορών και των σφαιρών επιρροής συνεχιζόταν, έστω και χωρίς εκτεταμένες ένοπλες συγκρούσεις.
Τις ανακατατάξεις, οι οποίες είχαν συντελεστεί στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιτάχυνε και τροφοδότησε η μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού (1929-1933), αλλά και η νέα που εκδηλώθηκε το 1937-1938.
Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως και ο Α’, ήταν ιμπεριαλιστικός. Αιτία της έκρηξής του υπήρξαν οι οξυμένες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής, των αγορών και των πηγών πρώτων υλών. Τα δύο αντισοβιετικά και αντικομμουνιστικά ιμπεριαλιστικά μπλοκ συγκροτήθηκαν τελικά με βασικές δυνάμεις από τη μια τις Γερμανία – Ιταλία – Ιαπωνία και από την άλλη τις ΗΠΑ – Γαλλία – Μ. Βρετανία.
Ενώ και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι είχαν την ίδια αιτία και χαρακτήρα, μεταξύ τους υπήρξαν και διαφορές. Η πιο σημαντική ήταν η εκτεταμένη κατάκτηση χωρών από τη μία ιμπεριαλιστική πλευρά, το φασιστικό Άξονα, γεγονός που σε μια σειρά χώρες οδηγούσε στη συνύφανση της ταξικής πάλης με την εθνικοαπελευθερωτική, ενώ ταυτόχρονα όξυνε τις ενδοαστικές αντιθέσεις στο εσωτερικό κάθε χώρας.
Ωστόσο, η πιο σημαντική διαφορά ήταν ότι ο διεθνής συσχετισμός των κρατών δεν περιλάμβανε μόνο καπιταλιστικά κράτη, αλλά και το πρώτο σοσιαλιστικό, την ΕΣΣΔ. Είχε συντελεστεί μια κοσμοϊστορική αλλαγή με παγκόσμια επίδραση, η νικηφόρα Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση και το βασικό δημιούργημά της, η Σοβιετική Ένωση, στην οποία είχε καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Η Οκτωβριανή Επανάσταση και η πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης ήταν η έμπρακτη έκφραση ότι η εποχή του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό είχε αρχίσει, ανεξάρτητα από πιθανά ιστορικά πισωγυρίσματα. Ταυτόχρονα είχε αναπτυχθεί το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα, συγκροτημένο και διαρθρωμένο από το 1919 στις γραμμές της Κομμουνιστικής Διεθνούς.
Αυτά τα γεγονότα υπεισέρχονταν από την αρχή στο συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών. Τον επηρέαζαν χωρίς ν’ αλλάζουν το χαρακτήρα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του έμεινε αναλλοίωτος και ύστερα από τις 22 Ιούνη 1941, οπότε η Γερμανία επιτέθηκε εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ).
Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μόνο η ΕΣΣΔ αγωνιζόταν από δίκαιες θέσεις. Έκανε πρώτα απ’ όλα πόλεμο υπεράσπισης της εργατικής εξουσίας, άρα της σοσιαλιστικής πατρίδας, πόλεμο αντικαπιταλιστικό. Δίκαιο πόλεμο έκαναν και τα ΚΚ όπου Γης, καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά και αντιφασιστικά κινήματα, στα οποία ηγούνταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα.
Η εντύπωση που διαμορφώθηκε, με ευθύνη και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, ότι μετά από τη συγκρότηση της αντιχιτλερικής – αντιαξονικής συμμαχίας έκαναν δίκαιο, φιλολαϊκό πόλεμο και τα καπιταλιστικά κράτη που εντάχτηκαν σε αυτή -ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Γαλλία του Ντε Γκολ κ.ά.- είναι πλασματική. Συμμάχησαν με τη Σοβιετική Ένωση, ενώ παράλληλα επεξεργάζονταν νέες μορφές και μηχανισμούς υπονόμευσής της. Η ίδια η καθυστέρηση στο άνοιγμα του δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι επιδίωξη των ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας ήταν η αποδυνάμωση της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας προκειμένου να κυριαρχήσουν και να επιβάλουν τους όρους τους. Συμμάχησαν με την ΕΣΣΔ, επειδή είχαν χάσει θέσεις στην πολεμική σύγκρουση με τον Άξονα, ιδιαίτερα μετά από την παράδοση της Γαλλίας. Είχαν λοιπόν ανάγκη να ξεμπερδέψουν με τον ιμπεριαλιστή ανταγωνιστή τους, που αμφισβητούσε τη δική τους κυριαρχία κι επιδίωκε να κυριαρχήσει εκείνος. Εξάλλου, πάλι ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός ήταν η αιτία που οδήγησε τη Γερμανία να υπογράψει με την ΕΣΣΔ, το θανάσιμο εχθρό της, το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ – Μόλοτοφ.
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ, η Μ. Βρετανία και η Γαλλία έκαναν πόλεμο αντιλαϊκό ακόμα και όταν συμμάχησαν με τη Σοβιετική Ένωση επιβεβαιώνεται πρώτα απ’ όλα από τον εκμεταλλευτικό χαρακτήρα αυτών των κρατών, από την ηγετική τους θέση στην αποικιοκρατική εκμετάλλευση άλλων λαών, αλλά και από σειρά άλλα γεγονότα, όπως ο υπονομευτικός ρόλος τους στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα που ηγούνταν τα Κομμουνιστικά Κόμματα και η συνεργασία τους με δωσιλογικές πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις. Ως υπονομευτικός και ανατρεπτικός μοχλός, ενάντια στα κινήματα που ηγούνταν τα ΚΚ, χρησιμοποιήθηκαν και οι αστικές κυβερνήσεις σειράς χωρών που είχαν διαφύγει κι εγκαταστάθηκαν στο Λονδίνο (πολωνική, γιουγκοσλαβική, βελγική κ.ά.) ή στο Κάϊρο (ελληνική).
Ο αντιλαϊκός ρόλος των καπιταλιστικών κρατών στον πόλεμο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έριξαν τις δύο ατομικές βόμβες τη στιγμή που η Ιαπωνία είχε σχεδόν καταρρεύσει. Ήταν η χαριστική βολή σ’ ένα σύμμαχό τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, εχθρό τους στο Β’, που έγινε ξανά σύμμαχός τους μετά από τη λήξη του. Εξίσου αποκαλυπτικές του ρόλου των καπιταλιστικών κρατών είναι οι δηλώσεις του Τσόρτσιλ μετά από τον πόλεμο, οπότε καυχήθηκε δημόσια πως στη διάρκεια των τελευταίων μηνών του πολέμου έδωσε οδηγίες στο στρατάρχη Μοντγκόμερι κατά τον αφοπλισμό των Γερμανών να ενεργήσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να τους επανεξοπλίσει οποτεδήποτε, αν αυτό κρινόταν αναγκαίο, για να σταματήσει την προέλαση του Κόκκινου Στρατού.
1 Β.Ι.Λένιν, “Εισήγηση για τη διεθνή κατάσταση και τα βασικά καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς”, στο Β.Ι.Λένιν, Άπαντα, τομ. 41, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1983, σελ. 217.



