Βασίλης Τσιτσάνης (18/1/1915 – 18/1/1984)

Συμπληρώθηκαν 38 χρόνια από την ημέρα που γεννήθηκε αλλά και που πέθανε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Αυτός για τον οποίο, ένας άλλος μεγάλος, ο Γιώργος Μητσάκης, στην αυτοβιογραφία του, λέει: «Το μπουζούκι το γνωρίσαμε από τον Μάρκο Βαμβακάρη, μάθαμε όμως να παίζουμε μπουζούκι από τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ο Τσιτσάνης ήταν ο καλύτερος όλων. Ο Τσιτσάνης ήταν ευφυής. Μπορούσε να προβλέψει ποιος θα πάει μπροστά και ποιος όχι. Σαν οργανοπαίκτης ήταν ο καλύτερος. Σχεδόν σε όλους τους δίσκους αυτός παίζει μπουζούκι. Από τα τραγούδια του ένα με τρελαίνει, το “Παίξε Χρήστο το μπουζούκι”. Ωραίο, φιλοσοφημένο, πολύ λαϊκό. Ωραίος, πολύ ωραίος στίχος».

18 Ιανουαρίου 1915. Αυτή είναι η γενέθλια μέρα του Βασίλη Τσιτσάνη, στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας.

«Αισθανόμουνα ταπεινός, πιο μικρός από τους άλλους ανθρώπους, γιατί ο μουσικός τότε είχε την κακή φήμη, ήτανε κείνο που λέμε, πήγαινε στα πανηγύρια κι ο καθένας κολλούσε τις δεκάρες, παίξε ρε, καταλαβαίνεται τώρα, μην πω και τα υπόλοιπα. Γι’ αυτά κ’ είχα μια φοβία, μια φοβία είχα, σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόμουνα. Έπειτα θα πείτε πως έγινα μουσικός; Έγινα, έγινα με μια κρυφή ελπίδα, ότι εάν δε γίνω μεγάλος, το είχα βαθειά μες στην ψυχή μου αυτό, εάν δε γίνω μεγάλος, θα εγκαταλείψω γρήγορα. Δεν ήθελα τη μέση κατάσταση. Δεν την ήθελα. Εάν δεν ήμουνα αυτός που ήμουνα, κάτι άλλο θα ήμουνα, εκτός από μουσικός».

Έχασε τον πατέρα του αιφνίδια όταν ήταν 11 ετών, το 1926. Και τότε, για πρώτη φορά έπιασε στα χέρια του το μπουζούκι.

Κατά τον ελεύθερο χρόνο του, ο Κώστας Τσιτσάνης, ο πατέρας του, έπαιζε με το μαντολίνο του. Μία ιταλική μαντόλα. Με τη συνοδεία του μαντολίνου του τραγουδούσε κιόλας διάφορα παραδοσιακά, κατά προτίμηση κλέφτικα και άλλα δημοτικά άσματα, της Ελλάδας και της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Ηπείρου.

Το μαντολίνο του ο πατέρας Κώστας, όταν θα έχουν μεγαλώσει αρκετά τα παιδιά του, το πήγε μάλλον ο ίδιος, για να το μετατρέψει πια σε μπουζούκι, εμπιστευόμενος τον περίφημο διερχόμενο οργανοποιό, τον Καρύδα, που καταγότανε από τα Πετράλωνα της Αθήνας. Η αλλαγή του μπράτσου του, που έγινε μακρύτερο, αποκατάστησε πια τη μαντόλα σε μπουζούκι. Η μετατροπή πρέπει να έχει γίνει περί το 1922 – 1923.

Το μπουζούκι είχε ήδη, εκείνη την εποχή, μπει για τα καλά στα τραγούδια και τις ορχήστρες. Τα περισσότερα πια τραγούδια είχαν αρχίσει να γράφονται για το μπουζούκι, να παίζονται με το μπουζούκι, και να διαδίδονται με το όργανο αυτό.

Η σαφής τοποθέτηση του πατέρα, μακριά από το μπουζούκι, φέρνει, από πολύ νωρίς ακόμα, το Βασίλη Τσιτσάνη να έχει αρχίσει μαθήματα βιολιού, ενός οργάνου που, είτε ως απωθημένο το είχε ο πατέρας του, είτε που ως όργανο του καλού κόσμου το θεωρούσε, γράφοντάς τον να παρακολουθεί μαθήματα.

Η πρόοδος του μικρού ήταν απίστευτη. Το βιολί το έμαθε σε χρόνο καταπληκτικά κι απίστευτα γρήγορο, φέρνοντας το Βασίλη σε κάθε ευκαιρία, να λαμβάνει μέρος στις τοπικές εκδηλώσεις και γιορτές. Από την ευκολία με την οποία πέρναγε τα μαθήματα, όσο μάθαινε βιολί, ώθησε τον καθηγητή του, το Ράφαελ Γκιόσσα ή Ραφαήλ Γιόσσα, που ήταν Ιταλικής καταγωγής, να βάζει στο μυαλό και στα σχέδια του μικρού μαθητή του, προοπτικές και ιδέες, πως πρέπει να ασχοληθεί με την κλασική μουσική.

Από τότε, στο Γυμνάσιο ακόμα, είχε ήδη ξεκινήσει να διευθύνει τις σχολικές συναυλίες, αλλά και να παίζει στον τοπικό κινηματογράφο, Πανελλήνιον, με το τρίο Μπαρόνι.

Το Τρίο Μπαρόνι ήταν μουσικό σχήμα αποτελούμενο από τρία όργανα ή και περισσότερα, που όμως έπαιζαν οι ίδιοι αυτοί μουσικοί, που το μετακαλούσαν κατά τα καλοκαίρια στην Ελλάδα, για να παίζει στα σινεμά. Μαέστρος ήταν ο Ιταλός Μπαρόνε.

Ο κινηματογράφος τότε ήταν βωβός, κατ’ ανάγκη, κάποιος ή κάποιοι, έπαιζαν μουσική ζωντανά, ώστε να μη λιγοστεύει το ενδιαφέρον των θεατών, αλλά να συμπληρώνουν και να δίνουν και την ευχάριστη, ρομαντική, χαρμόσυνη,  λυπητερή ή υποβλητική, μέσω της μουσικής τους, ατμόσφαιρα, στις βουβές σκηνές που προβάλλονταν στο λευκό πανί ή στον άσπρο τοίχο. Όλα αυτά περί το 1932 και το 1933, στον Κινηματογράφο Πανελλήνιον, με τον Τσιτσάνη στην ηλικία των 16, 17, 18 χρονών.

Ο τελειόφοιτος μαθητής ή ο μόλις απόφοιτος του Γυμνασίου, έπαιζε τότε, κάνοντας μία δουλειά του ποδαριού, για την εξοικονόμηση του όποιου τιμήματος, αλλά (ίσως) και γιατί ο δάσκαλός του Γιόσσα τον παρότρυνε να το κάνει ή και γιατί ο ίδιος του ο εαυτός τον οδηγούσε εκεί, από εσωτερική παρόρμηση, να βρίσκεται πάντα στο δρόμο του μέλλοντός του, πάντα κοντά στη μουσική και στη σκηνή.

«Εγώ με τη μουσική θα ζήσω. Με το όργανο θα γίνω διάσημος». Αυτό είχε πει στους συμμαθητές του, μικρός ακόμα κι άγουρος.

Ο ίδιος ο Τσιτσάνης έλεγε πως κανένας δε φανταζότανε πως από δεξιοτέχνης του βιολιού, πως από την κλασικής μουσικής προοπτική, θα κατέληγε μπουζουξής.

«Η αριστοκρατία των Τρικάλων με χλεύαζε. Ήμουν παιδάκι και με περιφρονούσαν. Εγώ όμως πήρα την εκδίκησή μου με τις μετέπειτα επιτυχίες μου».

Πολύ γρήγορα όμως, το ανέντιμο και απαγορευμένο μπουζούκι, το χωρίς υπόληψη αυτό μουσικό όργανο, από την εποχή εκείνη, μέσα από την κλειστή κοινωνία της περιοχής των Τρικάλων, τον κυρίευσε και τελικά ασχολήθηκε αποκλειστικά και μόνο με αυτό.

Από την ηλικία των 15 ετών, έχει κιόλας συνθέσει, τα πρώτα του τραγούδια πάνω σε αυτό, τα οποία δεν είναι και ολίγα.

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, 1934, ύστερα από την επιτυχή περίοδο επανεξέτασής του ως μετεξεταστέου, έχει αρχίσει ήδη την ετοιμασία του για τη μεγάλη φυγή. Προορισμός η Αθήνα. Σκοπός οι σπουδές στη Νομική. Ήθελε να γίνει δικηγόρος.

Όμως οι σπουδές του και τα δικαστικά έδρανα και οι αίθουσες των δικαστηρίων τον περιμένουν ακόμα, αφού η μουσική τον κέρδισε, βιοποριστικά, καλλιτεχνικά και οριστικά.

Οι επιτυχίες του πολλές και μεγάλες, ενώ ανέδειξε και πολλούς άλλους μουσικούς και τραγουδιστές (https://www.alt.gr/vasilis-tsitsanis-afieroma/).

Το 1984, ακριβώς την ημέρα των γενεθλίων του (18 Ιανουαρίου), πεθαίνει στο νοσοκομείο Brompton του Λονδίνου ύστερα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Μέχρι και 24 μέρες πριν εμφανιζόταν κανονικά σε κέντρο και δούλευε καινούργια τραγούδια.

Τσιτσάνης και μουσική είναι δυο έννοιες αλληλένδετες. Δε γίνεται να μην κλείσει το φετινό αφιέρωμα με κάποια από τα πολύ όμορφα τραγούδια του.

Την πιο ωραία μου ζωή, σε στίχους και μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη, που ερμηνεύουν οι  Μαρίκα Νίνου, Πρόδρομος Τσαουσάκης και ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης (1951). Το τραγούδι αυτό ήταν αφιερωμένο από τον Τσιτσάνη στη Νίνου εν ζωή.

Κι όταν με κάτασπρα μαλλιά,

θα φεύγω για το χώμα.

Θα σιγοσβήνω και θα ψιθυρίζω αργά,

πως σ’ αγαπώ ακόμα!

Την εμβληματική Συννεφιασμένη Κυριακή, με τη Μαρίκα Νίνου, τον Γιάννη Σαλασίδη και τον ίδιο.

Κάποια μάνα αναστενάζει. Ερμηνεύουν οι Στέλλα Χασκίλ και ο συνθέτης. Ένα πολύ σπουδαίο τραγούδι που έγραψε ο Τσιτσάνης σε στίχους του Μπάμπη Μπακάλη στην μαύρη περίοδο του εμφύλιου και αναφερόταν στην εξορία.  Για να το περάσει από την λογοκρισία, αντικατέστησε την λέξη ” Ικαριά” με την λέξη “ξενιτειά”.

Κάποια μάνα αναστενάζει

μέρα νύχτα ανησυχεί

το παιδί της περιμένει

που έχει χρόνια να το δει

Ο μεγάλος Γιάννης Τσαρούχης, που δύσκολα υμνούσε κάποιον, αποκάλεσε τον Τσιτσάνη “Θεόφιλο” της μουσικής. Σε μια συνέντευξή του είπε κάποτε:

“Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό. Οι νότες του επηρέασαν βαθιά όλους τους συνθέτες της σύγχρονης μουσικής.

– Είναι ποιητής, γιατί οι στίχοι του είναι σχεδόν όλοι δικοί του.

– Είναι τραγουδιστής, γιατί η φωνή του βγαίνει μέσα από τα βάθη της καρδιάς του.

– Είναι μέγας δεξιοτέχνης, γιατί ακόμα και οι εχθροί του το παραδέχονται.

– Είναι ο βάρδος των φτωχών, των πληγωμένων, των ερωτευμένων.

– Η ζωή του είναι συνδεδεμένη με την ιστορία του ρεμπέτικου, που μέσα απ’ αυτόν έγινε αποδεκτό.

– Εχθροί και φίλοι δέχονται πως υπήρξε δεσπόζουσα φυσιογνωμία στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού.

– Ό,τι κι αν πει κανένας για εκείνον είναι λίγο, γιατί πάνω απ’ όλα μιλά το έργο του. Μιλούν τα τραγούδια του, που μας παρηγόρησαν όταν έπρεπε, που μας συνεπήραν κάποια θλιβερά δειλινά, που τα αγαπήσαμε γιατί μας συγκίνησαν”.

Σύνταξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου

Πηγές: www.rebetiko.gr, www.musicheaven.gr

Δείτε ακόμα...