Βασίλης Τσιτσάνης – ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Κάθε φορά που ξημερώνει η μέρα αυτή, 18 του Γενάρη, νιώθω περίεργα. Είναι η Δευτέρα του 1915, όταν έβλεπε το φως ή η Τετάρτη του 1984, όταν αποφάσισε να «φύγει», έχοντας μέσα σε 69 χρόνια ζωής «γράψει» τόση και τέτοια μουσική, ανοίγοντας τους ορίζοντες όλων των νεότερων μουσικών. Ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ο αυθεντικός δημιουργός, σκαπανέας της ελληνικής μουσικής, μεγάλος δάσκαλος της επόμενης φουρνιάς των μεγάλων Ελλήνων συνθετών. Αυτός που κατάφερε να αναγεννήσει ένα ολόκληρο μουσικό είδος, εμπλέκοντας δυτικές μουσικές επιρροές στο ρεμπέτικο της Μικράς Ασίας.

«Ο Βασίλης μας έδειξε έναν δρόμο για να συναντηθούμε εμείς τα αδέξια, ασθενικά παιδία της πόλης με τους συνομήλικους μας της υπαίθρου. Αφήσαμε πίσω τα βαλς, τα ταγκό, το τσάμικο και τον καλαματιανό, για να συναντηθούμε καθάριοι στον βυθό της νέας μουσικής του», εξομολογείται ο Μάνος Χατζιδάκις.

«Πώς έγινε αυτό το θαύμα και αυτό το παιδί από τα Τρίκαλα, να μετουσιώσει μέσα στη ψυχή και στο μυαλό του όλη την πεμπτουσία της μουσικής μας παράδοσης και να μας την ξαναδώσει σε νέες, απλές και τέλειες μουσικές φόρμες;», αναρωτιέται ο Μίκης Θεοδωράκης.

Γεννήθηκε στα Τρίκαλα, στις 18 Γενάρη 1915. Οι γονείς του ήταν Ηπειρώτες κι εκτός από τον Βασίλη είχαν άλλα τέσσερα παιδιά, τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Αργότερα, οι φίλοι του οι ρεμπέτες του κόλλησαν το παρατσούκλι «Ο Βλάχος», επειδή ήταν ο μόνος ρεμπέτης με στεριανή προέλευση.

Ο πατέρα του, ο Κώστας Τσιτσάνης, τσαρουχάς στο επάγγελμα, είχε ένα μαντολίνο, με το οποίο έπαιζε κλέφτικα τραγούδια. Είναι ο πρώτος άνθρωπος που μυεί το γιο του στο θαυμαστό κόσμο της μουσικής. Το μαντολίνο και οι βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία.

Η γλυκιά και καλλίφωνη Βίτω, η μάνα του, που, μετά το θάνατο του πατέρα, γίνεται πλύστρα για ν’ αναθρέψει τα παιδιά της. Παρότι τον συνέπαιρνε η μουσική, πρωτόπιασε όργανο στα χέρια του μετά το θάνατο του πατέρα του το 1926. Ήταν αυτό το μαντολίνο, που κάποιος ντόπιος οργανοποιός είχε μετατρέψει σε μπουζούκι. Αυτό το προικισμένο παιδί, αφήνει το βιολί για να πιάσει το μπουζούκι, προς έκπληξη της “καλής” κοινωνίας των Τρικάλων, τους πρώτους έρωτες και τα πρώτα τραγούδια του, την πρώτη εμφάνισή του και τη φυγή του για την Αθήνα.

Στα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να αποκτά κάποιες γνώσεις μουσικής, μαθαίνοντας βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του. Αν και δεν είχε εμφανιστεί ακόμα δημοσίως με το μπουζούκι, καθώς ήταν απαγορευμένο και χωρίς καμία κοινωνική καταξίωση, έγραψε τα πρώτα του τραγούδια πάνω σ’ αυτό, σε ηλικία μόλις 15 ετών.

Εκείνα τα δύσκολα χρόνια, με τις πολλές κοινωνικές ταραχές, από τον απόηχο του Κιλελέρ, μέχρι την αιματηρή σύγκρουση, την άνοιξη του 1925, που συγκλονίζει τα Τρίκαλα. Οι αγρότες μαζί με τους εργάτες και τους πολεμιστές της Μικράς Ασίας, διεκδικούν ένα κομμάτι γης. Οι δρόμοι γέμισαν νεκρούς… Σε εκείνη τη συγκέντρωση είχε πάρει μέρος και ο Κώστας Τσιτσάνης. Τραυματίζεται και μένει αρκετό καιρό χωρίς δουλειά. Μετά από αυτό η υγεία και η δουλειά του πηγαίνουν πολύ άσχημα. Δύο χρόνια αργότερα, το χειμώνα του 1927, η υγεία του κλονίζεται σοβαρά και στις 2 Απρίλη του 1927, ο Κώστας Τσιτσάνης έσβησε.

Το φθινόπωρο του 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική, Προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του έπιασε δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Μπιζέλια». Τον επόμενο χρόνο γνώρισε τον τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο. Αυτός τον πήγε στη δισκογραφική εταιρεία «Οντεόν», όπου ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» (1937).

«Σ’ έναν ντεκέ μπουκάρανε» (1936), Τσιφτετέλι, Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης, Στίχοι: Δημήτρης Περδικόπουλος, Τραγούδι: Γεωργία Μητάκη

«Να γιατί περνώ». Πολύ όμορφο χασάπικο του Βασίλη Τσιτσάνη που το ‘γραψε στα Τρίκαλα μόλις είχε τελειώσει το γυμνάσιο. Ερμηνεύουν η Σοφία Καρίβαλη κι ο Μάρκος Βαμβακάρης. Ηχογραφήθηκε από την ΟΝΤΕΟΝ το 1937.

Η «Αρχόντισσα», από τα σπουδαιότερα τραγούδια στην ιστορία της ελληνικής μουσικής, ήταν ένα από τα δεκάδες που ακολούθησαν. Την ίδια περίοδο, τραγούδια του, όπως «Να γιατί γυρνώ», «Παλάτια Χρυσοστόλιστα», «Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ» και «Γι’ αυτά τα μαύρα μάτια σου», ερμήνευσαν ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Στέλιος Κερομύτης, αλλά και ο Μάρκος Βαμβακάρης.

Ήδη στη χώρα έχει επιβληθεί η δικτατορία Μεταξά. Είναι η εποχή που ακούγονται παντού εμβατήρια, ενώ απαγορεύονται τόσο τα τραγούδια του ρεμπέτικου περιθωρίου, όσο και οι εμφανείς ανατολίτικες μελωδίες.

Ο Τσιτσάνης κάνει μια μεγάλη κίνηση. Απαντά με το μπόλιασμα του ρεμπέτικου με δυτικά μελωδικά στοιχεία κι έτσι προσεγγίζει τις ευρύτερες μάζες.

«Ξελογιάστρα», με Περδικόπουλο και Τσιτσάνη. Είναι η πρώτη εκτέλεση του τραγουδιού. Ηχογραφήθηκε στις 27/10/1937, έναν (1) μήνα μετά την επιβολή λογοκρισίας από το καθεστώς Μεταξά και πήρε την αριθμό αδείας 98. Έχει κυκλοφορήσει εκτός από την ODEON και στην HMV με τον Στελλάκη Περπινιάδη και τον Στέλιο Χρυσίνη στα φωνητικά. Χασάπικο, σε κύριο δρόμο Ματζόρε. Τους στίχους του τραγουδιού, τους δημοσίευσε ο Ηλίας Κωστόπουλος στο περιοδικό “Το νέο λαϊκό τραγούδι”, το 1938, με ένα επτάστιχο επιπλέον, που δεν υπάρχει στο δίσκο: “Ξελογιάστρα χάθηκα για σένα, θα φύγω για τα ξένα και θα με θυμηθείς. Τα ίδια λόγια έλεγες και σ’ άλλους, εχάθη πλέον από σένα η ντροπή, μ’ άναψες καημούς πολύ μεγάλους, αγιάτρευτη πληγή”.

«Όταν σε πρωτογνώρισα» (ή Μια Κυριακή σε γνώρισα). Ηχογραφήθηκε στις 17/03/1938.Μάλλον από τα τελευταία τραγούδια που ηχογράφησε ο Τσιτσάνης πριν πάει φαντάρος στη Θεσσαλονίκη. Πιθανός συνδημιουργός είναι ο Στράτος Παγιουμτζής.

Τον Μάρτιο του 1938 παρουσιάζεται για να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στη Θεσσαλονίκη. Ήταν στην περιοχή του Ντεπό.

«Στο Τάγμα Τηλεγραφητών», 1938, Τσιτσάνης και Περδικόπουλος.

Παίρνει άδειες και ποτέ δεν γυρνά στην ώρα του, κάτι που εξοργίζει τους διοικητές του. Περνά πολλές μέρες στο πειθαρχείο, όπου γράφει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του, την «Αρχόντισσα».

«Αρχόντισσα», γραμμένο το 1938 για την Ελίζα, μια νεαρή, όμορφη κοπέλα της Αθήνας, η οποία μετέπειτα φονεύθηκε από Γερμανούς στην οδό Σταδίου κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το 1938, με επταήμερη άδεια από το στρατό, κατεβαίνει στην Αθήνα και ηχογραφεί την «Αρχόντισσα».

Στη μονάδα αυτή, θα υπηρετήσουν μαζί και θα δεθούν με φιλία ο Τσιτσάνης με τον Χαρίλαο Φλωράκη. Οι δύο στρατιώτες θα ξανασυναντηθούν το 1940 στο Τάγμα Μηχανικού στα Γιαννιτσά, πριν αναχωρήσουν για το μέτωπο.

Μιλώντας αργότερα για εκείνη τη γνωριμία, ο μετέπειτα γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, θα πει: «Όταν πήγα εγώ στο Τάγμα, ο Τσιτσάνης ήταν ήδη γνωστός και αγαπητός στους φαντάρους. Συχνά τα βράδια μετά το προσκλητήριο πηδούσε τα συρματοπλέγματα με κάποιον άλλο και πήγαιναν στις ταβέρνες που ήταν γύρω από το στρατόπεδο και δούλευαν μέχρι αργά το βράδυ. Με τον ίδιο τρόπο ξαναγύριζαν και ούτε γάτος ούτε ζημιά. Κάποια φορά, όμως, ο επιλοχίας του έστησε καρτέρι και τον έπιασε στα πράσα, που πηδούσε το φράχτη. Την άλλη μέρα το πρωί στην αναφορά τον ρωτάει ο λοχαγός: «Τι γύρευες στα σύρματα τέτοια ώρα, Τσιτσάνη;». Κι αυτός με χιούμορ και ετοιμόλογος του απαντά: «Ασυρματιστής δεν είμαι κυρ λοχαγέ; Πήγα να τα επιθεωρήσω, να δω αν είναι εντάξει».

«Δώδεκα η ώρα», Στράτος Παγιουμτζής, Β.Τσιτσάνης 1939.

«Ο Σακαφλιάς» (ή Στα Τρίκαλα στα δυο στενά). Αποτελεί απορίας άξιο πώς αυτό το τραγούδι κατόρθωσε να περάσει από τη λογοκρισία του καθεστώτος του Μεταξά αφού υμνούσε κάποιον παράνομο κάτι που απαγορευόταν ρητά. “Δυο Στενά” αποκαλούντο οι φυλακές των Τρικάλων. Ο Σακαφλιάς είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη για τη δολοφονία κάποιου Βασιλάκη.

«Σε φίνο ακρογιάλι» (ή Παραγουάη). Πρόκειται για το πρώτο ολοκληρωμένο τραγούδι (στίχοι – μουσική) που έγραψε ο Τσιτσάνης όταν ήταν ακόμα μαθητής στο γυμνάσιο. Στο μπουζούκι ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης, κιθάρα ο Κώστας Καρίπης, μπαγλαμά ο Πάνος Χρυσίνης. Ηχογραφήθηκε Ιούνιο του 1939 και κυκλοφόρησε στις 04/07/1939.

«Ό,τι κι αν πω δεν σε ξεχνώ», Από τον τελευταίο προπολεμικό δίσκο του Βασίλη Τσιτσάνη, ηχογραφημένο την παραμονή του πολέμου (27.10.1940) με τίτλο ”Μ’ έναν πικρό αναστεναγμό”. Ερμηνεύουν Στελλάκης Περπινιάδης, Β. Τσιτσάνης

Με την κατάρρευση του μετώπου και την είσοδο των Γερμανών, ο Τσιτσάνης εγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη, όπου θα γνωρίσει και τη γυναίκα του, τη Ζωή, το γένος Σαμαρά, που την παντρεύτηκε το 1942. Μαζί θα αποκτήσουν δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα.

Γρήγορα γίνεται περιζήτητος από τις ταβέρνες που λειτουργούσαν στην κατεχόμενη πόλη. Στο Καραμπουρνάκι, στου Μπαρμπαλιά, στα περίφημα Κούτσουρα του Δαλαμάγκα, που βρισκόταν στην οδό Νικηφόρου Φωκά, μέχρι που άνοιξε το δικό του μαγαζί, στην οδό Παύλου Μελά 21, το ιστορικό «Ουζερί Τσιτσάνη».

Όπως θα πει ο ίδιος ο βάρδος της ρεμπέτικης μουσικής, «η Κατοχή είναι η πιο συγκλονιστική περίοδος του λαϊκού τραγουδιού και αυτή, όπως φαίνεται πια καθαρά κάθε μέρα, “σημάδεψε” και την καριέρα μου και την ιστορία της λαϊκής μουσικής».

Στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής 1941-1944, στη Θεσσαλονίκη, συνέθεσε περίπου τριάντα τραγούδια, που θεωρούνται τα μεγάλα αριστουργήματά του και αποτελούν το απόγειο της δημιουργίας του, όπως για παράδειγμα το Χατζή Μπαξές, η Αθηναίισα, οι Αραπίνες, η Αχάριστη, ο Ζητιάνος, η Συννεφιασμένη Κυριακή κ.ά.

«Αθηναίισα», Στελλάκης Περπινιάδης, Βασίλης Τσιτσάνης.

«Αχάριστη», ερμηνεύουν Στελλάκης Περπινιάδης και Ιωάννα Γεωργακοπούλου

Ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε γνήσιο «παιδί» της εποχής του και επηρεάστηκε έντονα από τις εξελίξεις που συνέβησαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των πιο δημιουργικών του χρόνων. Εκτός από τη σημαντικότατη συμβολή του στη μουσική, είναι λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό η σχέση του Τσιτσάνη με τα κινήματα της εποχής του, με την αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς.

Ο στενός φίλος και συνεργάτης του συνθέτη, Αντρέας Σαμαράς, αδελφός της γυναίκας του Τσιτσάνη, διηγήθηκε: «Κάποια φορά, άνοιξη ήταν του ’44, ήρθε απεσταλμένος από την επιτροπή του ΕΑΜ Επανομής και τον κάλεσε να τους επισκεφθεί για να μιλήσουν. Ο απεσταλμένος του λέει: «Τι να τους απαντήσω;» Ο Βασίλης αφού το σκέφθηκε πολύ του λέει: «Να τους πεις πως θα ‘ρθω σε λίγες μέρες». Πράγματι σε κάνα δυο μέρες πήγαμε. Εγώ, ο Βασίλης και η Ζωή (σ.σ. η γυναίκα του Τσιτσάνη). Εκεί μας υποδέχτηκαν τα μέλη της επιτροπής του ΕΑΜ. Είχανε πανηγύρι, είχανε γιορτές, θέατρο, Καραγκιόζη, σε ένα πάλκο στην πλατεία έπαιζαν τα κλαρίνα και χόρευαν. Καμία σχέση με αυτά που περνάγαμε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί ζούσαν ελεύθεροι. Όλοι ήταν αρματωμένοι. Μας συμπεριφέρθηκαν με μεγάλο σεβασμό. Πολλοί ήξεραν τον Βασίλη και τον παρακάλεσαν να τους παίξει τραγούδια του. Εκεί έγραψε και τα δυο τραγούδια για το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Τα έπαιζε συνέχεια και τα μάθανε και οι κλαριντζήδες και τα παίζανε μαζί. Όλοι ήταν ξετρελαμένοι με τον Τσιτσάνη. Εγώ ύστερα από τρεις-τέσσερις μέρες έφυγα, γιατί έπρεπε να κοιτάξω και το μαγαζί. Ο Βασίλης και η Ζωή ήρθαν ύστερα από μερικές μέρες».

Ο ίδιος ο Τσιτσάνης αφηγείται:

«Τραγούδια, όπως λένε «αντιστασιακά » έγιναν στα βουνά. Εγώ έχω γράψει δύο τέτοια, ένα για τους αντάρτες και ένα επαναστατικό, όταν πλησιάζαμε στην απελευθέρωση. Αυτό για τους αντάρτες σε ρυθμό χασάπικο 2/4, το δε επαναστατικό είναι μαρς. Αυτά τα έγραψα την τελευταία χρονιά, πριν την απελευθέρωση και τα τραγουδούσαμε εν κλειστώ κύκλω».

Ο… κατά Τσιτσάνη ύμνος του ΕΑΜ ήταν ο εξής:

«Ζήτω το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ. Χρόνια τώρα πάνω στα βουνά της Ελλάδος τα γερά τα παιδιά το ντουφέκι πάντα συντροφιά πολεμούν για την ελευθεριά.

Ζήτω το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ της ΕΠΟΝ ο κάθε ήρωας. Δόξα και τιμή στους τρεις εσάς»

Το άλλο τραγούδι που έγραψε ο Τσιτσάνης το 1944 για την Αντίσταση την περίοδο που διέμεινε στην Επανομή κατέληγε τις τελευταίες του στροφές:

«Πέρασαν, έφυγαν οι χρόνοι της σαπίλας, Στραγγαλιστές του λαού, Καταφρόνια και σκλαβιά, Μαστιγώματα, κελιά, Ξερονήσια του διαβόλου Μεταξά.

Σίδερα σπάστε κι αφήστε Το αίμα να ξεχυθεί. Λευτεριά τώρα ας τρέχει στη γη Κι όλους μας ας οδηγεί».

Εδώ το δεύτερο «Αιώνες πέρασαν», σε ερμηνεία από τη Χορωδία του Δήμου Μοσχάτου (Παναγιώτης Παπαδημητρίου-Τάσος Παλιούρας-Μπάμπης Αργυρόπουλος).

Ένα άλλο περιστατικό που ενέπνευσε τον Βασίλη Τσιτσάνη ήταν η Τραγωδία του Μπλόκου της Καλαμαριάς. Το τραγούδι παρέμεινε ανέκδοτο για αρκετές δεκαετίες εξαιτίας της λογοκρισίας. Γράφτηκε στη Θεσσαλονίκη το 1944

«Την 13-8-44 και από της 4ης πρωινής ώρας και μέχρι της μεσημβρίας περίπου απεκλείσθη άπασα η περιφέρεια του ενταύθα ΙΑ’ Αστυνομικού Τμήματος Συνοικισμού Καλαμαριάς υπό Γερμανών στρατιωτών… τμήματα δε των ενταύθα Εθνικιστικών Ομάδων ενήργησαν κατ ’οίκον ερεύνας και εξετέλεσαν τους κάτωθι…».

Αυτή είναι η έκθεση της Διεύθυνσης Αστυνομίας Θεσσαλονίκης, που συντάχθηκε τρεις μέρες μετά το θρυλικό Μπλόκο της Καλαμαριάς.

Τα αναφερόμενα «τμήματα Εθνικιστικών Μονάδων» που συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς δεν ήταν άλλοι από το διαβόητο Τάγμα του Αντώνη Δάγκουλα που με εντολή των γερμανικών κατοχικών αρχών είχαν επιφορτισθεί με αστυνομικά καθήκοντα. Η νεκροκεφαλή στο περιβραχιόνιο φανέρωνε πως η πραγματική αποστολή τους ήταν αυτή του εκτελεστικού αποσπάσματος. Γι’ αυτό άλλωστε και οι Γερμανοί έμεναν απαθείς στις κάθε είδους ληστρικές επιδρομές και βιαιοπραγίες του Τάγματος.

Υπάρχει ένα μοναδικό ντοκουμέντο με το συνθέτη να το προβάρει με το μπουζούκι του και να τραγουδά ο ίδιος.

«Βγήκανε νωρίς τ’ αστέρια, βγήκανε και τα μαχαίρια

για να μας καρφώσουν –Ωχ! μανούλα μου

έφτασαν τα καραβάνια με σπαθιά και με γκιορντάνια

για να μας σταυρώσουν –Ωχ! καρδούλα μου

Εμείς το ξέραμε μια μέρα πως θα γίνει μπλόκος

Ωχ! Μανούλα μου

κι είναι πολλοί αυτοί που χρόνια μας σταυρώνουν χρόνια

Ωχ! καρδούλα μου

κράτησε σφιχτά τα χέρια- την καρδιά σου κάνε πέτρα μην πονάς

Μία χούφτα παλικάρια πολεμάν σαν τα λιοντάρια

μέσα στην αντάρα, μέσα στη σκλαβιά

το θεριό στα δυο να κόψουν και τον τύραννο να διώξουν

όλα θα τα δώσουν για τη λευτεριά»

Αν και ανέκδοτος όμως, ο Μπλόκος κατάφερε να επιβιώσει με έναν λίγο πιο «καμουφλαρισμένο» τίτλο, το «Βγήκανε νωρίς τ’ αστέρια».

Άλλη μια ερμηνεία του ίδιου τραγουδιού, με κάποιες δηλώσεις του Βασίλη Τσιτσάνη

Η Κατοχή και ο Εμφύλιος πέρασαν άμεσα ή έμμεσα σε αρκετά τραγούδια του Τσιτσάνη. Της Γερακίνας γιος, με στίχους Κώστα Βίρβου, Κάποια μάνα αναστενάζει, (συνδημιουργία με τον Μπάμπη Μπακάλη), Για μια κόρη ξελογιάστρα (Χτίζουν και γκρεμίζουν κάστρα), Μπρος στο ρημαγμένο σπίτι, Κάνε λιγάκι υπομονή, Της κοινωνίας η διαφορά, Ο τραυματίας, Σαν απόκληρος γυρίζω, Απ’ τη μάνα μου διωγμένος, Το γράμμα είναι κάποια τραγούδια τα οποία γράφει ο Τσιτσάνης επηρεασμένος από κείνη την περίοδο. Και φυσικά, κορωνίδα όλων αυτών, η Συννεφιασμένη Κυριακή την οποία ο δημιουργός, σύμφωνα με μαρτυρία του, εμπνεύσθηκε από τις θλιβερές εικόνες της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη…

Ο εμφύλιος πόλεμος βγάζει στην παρανομία χιλιάδες Έλληνες. Οι αντάρτες και οι αγωνιστές της Κατοχής διώκονται από το δεξιό παρακράτος και τους συνεργάτες των Γερμανών που αλωνίζουν ελεύθεροι με την ανοχή όλων των αστικών παρατάξεων. Ο νόμος 509 της 27ης Σεπτεμβρίου 1947, θέτει εκτός νόμου το ΚΚΕ και ο νόμος 516 της 8ης Ιανουαρίου 1948 στηρίζει το θεσμό των “πιστοποιητικών νομιμοφροσύνης”. Η ελευθερία της έκφρασης καταργείται και οι εμπλεκόμενοι στα αριστερά μέσα ενημέρωσης της περιόδου της Κατοχής οδηγούνται στα στρατοδικεία. Όλοι οι Έλληνες πολίτες θεωρούνται εν δυνάμει ύποπτοι εκτέλεσης παράνομων πράξεων.

Έναν από τους ελάχιστους τρόπους δημόσιας έκφρασης μέσα από κωδικοποιημένα μηνύματα αποτελεί το ρεμπέτικο τραγούδι. Η κυκλοφορία “παράνομων” ιδεών διώκεται και το ρεμπέτικο αποτελεί το στήριγμα όσων νιώθουν ότι πνίγονται από ένα καθεστώς φόβου και βίας. Μία σειρά από “απαγορευμένα ρεμπέτικα” που ήδη διώκονταν πριν από την περίοδο του πολέμου, αναβιώνουν στα τέλη του εμφυλίου πολέμου και στην μετεμφυλιοπολεμική Ελλάδα.

Το 1948 ο Βασίλης Τσιτσάνης γράφει το “Κάνε λιγάκι υπομονή” ή αλλιώς “Μην απελπίζεσαι”. Ο Τσιτσάνης, θέλοντας να παραπλανήσει τη λογοκρισία, βάζει στο τραγούδι του ερωτικά στοιχεία, αλλά ουσιαστικά εκφράζει την ελπίδα ότι πολύ σύντομα η Ελλάδα θα έβγαινε από το αδιέξοδο και θα απαλλασσόταν από τα δεινά της δεκαετίας του 1940.

Στην ελληνική δισκογραφία συναντά κανείς δεκάδες εκτελέσεις του εν λόγω τραγουδιού. Κυκλοφόρησε σε πρώτη εκτέλεση με την Σωτηρία Μπέλλου και τον Βασίλη Τσιτσάνη στις 11 Νοεμβρίου του 1948.

Το 1951 το “Κάνε λιγάκι υπομονή” περιλαμβάνεται στον κατάλογο των απαγορευμένων ρεμπέτικων που εξέδωσε η Γενική Ασφάλεια Αθηνών. Ο φόβος και οι πολιτικές διώξεις φιμώνουν τον Τύπο και οι εφημερίδες της εποχής προάγουν έναν έντονο αντικομμουνισμό, στηρίζοντας τις ελληνικές κυβερνήσεις με όλες τους τις δυνάμεις. Το τραγούδι λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε η κυκλοφορία ακόμα και μετά τη λήξη του εμφυλίου. Οι τότε χωροφύλακες και αστυφύλακες έσπασαν, με ιδιαίτερη μανία, πολλές εκατοντάδες πλάκες γραμμοφώνου με το τραγούδι αυτό.

Ο ίδιος ο Τσιτσάνης στην αυτοβιογραφία του λέει για το «Κάνε λιγάκι υπομονή (Μην απελπίζεσαι)».

«Τότε, με τα τραγικά γεγονότα του εμφυλίου πολέμου ήταν πολύ δύσκολο να γράψεις εκείνο που ήθελες. Υπήρχε η λογοκρισία που δεν έδινε εύκολα άδεια για να γραμμοφωνήσεις τραγούδι. Εννοώ εκείνα που είχαν κατά τη γνώμη τους ύποπτους στίχους και έβλεπαν κάποια πολιτική σκοπιμότητα. Δεν μπορώ να ξέρω με τι σκεπτικό αποφάσιζαν, πάντως τραγούδι που θα είχε και μια λέξη γύρω από την πολιτική ή τα γεγονότα της εποχής, έπρεπε στα σίγουρα να το απορρίψουν. Τότε, το 1949, ή λίγους μήνες νωρίτερα, έγραψα μέσα στα άλλα, και ένα που του έβαλα αλληγορικά λόγια, ακριβώς από το φόβο της λογοκρισίας, αλλά η σημασία του φαίνεται καθαρά: Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει / κοντά σου θ ’ρθει μια χαραυγή / καινούργια αγάπη να σου ζητήσει / κάνε λιγάκι υπομονή».

Στο ίδιο πλαίσιο και η «Συννεφιασμένη Κυριακή», που δικαιολογημένα έχει χαρακτηριστεί «εθνικός ύμνος» της σύγχρονης Ελλάδας.

«Τη Συννεφιασμένη Κυριακή την έγραψα με αφορμή ένα από τα τραγικά περιστατικά που συνέβαιναν τότε στον τόπο μας, με την πείνα, τη δυστυχία, το φόβο, την καταπίεση, τις συλλήψεις, τις εκτελέσεις. Το υλικό που μου ενέπνευσε τους στίχους, μου ενέπνευσε και τη μελωδία. Βγήκε μέσα από τη συννεφιά της κατοχής, από την απελπισία που μας έδερνε όλους μας – τότε που όλα τα «σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», είχε πει μεταξύ άλλων σε συνέντευξή του ο Βασίλης Τσιτσάνης αναφερόμενος στο τραγούδι.

Η δεκαετία 1945-55 ήταν η κορυφαία της καριέρας του καθώς γνωρίζει την πλατιά καταξίωση στη δισκογραφία και η πιο μεστή δημιουργικά γι’ αυτόν.

Φέρνει στο προσκήνιο νέες φωνές που υπηρετούν τα τραγούδια του και δένονται μαζί του: Μαρίκα Νίνου, Σωτηρία Μπέλλου, Πρόδρομος Τσαουσάκης. Ακόμα, Στέλιος Καζαντζίδης, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Πάνος Γαβαλάς, Μανώλης Αγγελόπουλος, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Χαρούλα Λαμπράκη, ο Σταμάτης Κόκοτας κ.ά. ερμηνεύουν τα διαχρονικά τραγούδια του.

Κάποια από τα τραγούδια του αυτής της περιόδου είναι τα “Είμαστε αλάνια”, “Πήρα τη στράτα κι έρχομαι”, “Χωρίσαμε ένα δειλινό”, “Τρελός τσιγγάνος”, “Πέφτουν της βροχής οι στάλες”, “Όμορφη Θεσσαλονίκη”, “Αντιλαλούνε τα βουνά”, “Κάνε λιγάκι υπομονή”, “Φάμπρικες”, “Πέφτεις σε λάθη”, “Καβουράκια”, “Κάθε βράδυ λυπημένη”, “Ξημερώνει και βραδιάζει”, “Έλα όπως είσαι”.

Συνεχής έμπνευση με γνωστά τραγούδια όπως: «Ίσως αύριο» (1958), “Τα λιμάνια” (1962), “Τα ξένα χέρια”(1962), “Μείνε αγάπη μου κοντά μου”(1962), “Κορίτσι μου όλα για σένα”(1967), “Απόψε στις ακρογιαλιές”(1968), “Κάποιο αλάνι”(1968), “Της Γερακίνας γιός”(1975),”Δηλητήριο στη φλέβα”(1979).

Ο ίδιος, έσπασε το ταμπού που είχαν οι ρεμπέτες και οι παλιοί λαϊκοί να μη δέχονται στο πάλκο γυναίκα τραγουδίστρια. Αυτός έβαλε πλάι του, την Γεωργακοπούλου, τη Χασκίλ, την Μπέλλου και μετά τη Μαρίκα Νίνου, με την οποία έκανε το πιο δυναμικό ντουέτο της εποχής.

«Όμορφη Θεσσαλονίκη», με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη

«Φάμπρικες», Πρόδρομος Τσαουσάκης, Μαρίκα Νίνου, Βασίλης Τσιτσάνης

«Ξημερώνει και βραδιάζει», Μαρίκα Νίνου, Πρόδρομος Τσαουσάκης, Βασίλης Τσιτσάνης

«Απόψε στις ακρογιαλιές», Βασίλης Τσιτσάνης και Χαρούλα Λαμπράκη

«Της Γερακίνας γιός», Βασίλης Τσιτσάνης και Χαρούλα Λαμπράκη

Όπως γράφει ο Γιώργος Παπαστεφάνου, «περίπου δέκα χρόνια κράτησε η συνεργασία του Βασίλη Τσιτσάνη με την Σωτηρία Μπέλλου στο «Χάραμα», αλλά μόνο μια φορά κάθισαν κι οι δυο μαζί στο πάλκο: το 1976 για τη Μουσική βραδιά που είχαμε αφιερώσει στη μεγάλη τραγουδίστρια. Νωρίτερα, το 1973 Μπέλλου και Τσιτσάνης είχαν βρεθεί ξανά μαζί αλλά στο στούντιο της ΥΕΝΕΔ για την εκπομπή μου «Η μουσική γράφει ιστορία»».

Το στιγμιότυπο στο «Χάραμα» ξεκινάει με το τραγούδι «Μαυρομάτα» που λένε μαζί Τσιτσάνης και Αλεξάνδρα και αμέσως μετά, τη θέση της Αλεξάνδρας παίρνει η Σωτηρία με το τραγούδι «Μη μου ξαναφύγεις πια».

Το 1980, με πρωτοβουλία της ΟΥΝΕΣΚΟ, ηχογραφείται ένας διπλός δίσκος με τίτλο «Χάραμα», όπως λεγόταν το μαγαζί στο οποίο ο Τσιτσάνης εμφανιζόταν τα τελευταία 14 χρόνια της καριέρας και της ζωής του. Σ’ αυτό το δίσκο παίζει μία σειρά από κλασικά του τραγούδια, αλλά και πολλά αυτοσχεδιαστικά κομμάτια στο μπουζούκι. Με την έκδοσή του στη Γαλλία, το 1985, παίρνει το βραβείο της Μουσικής Ακαδημίας «Σαρλ Γκρο». Όμως, ο κορυφαίος δημιουργός έχει φύγει για πάντα…

Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο ήταν σε τιμητική εκδήλωση του Δήμου Νίκαιας, σε συνεργασία του δημάρχου Στέλιου Λογοθέτη με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη διοργάνωση του πρώτου πολιτιστικού καλοκαιριού στην Ελλάδα. Τον Αύγουστο του 1983 διοργανώθηκε στον Κόκκινο Βράχο της Νίκαιας μια βραδιά αφιερωμένη στον Βασίλη Τσιτσάνη. Στο βίντεο παρουσιάζεται ένα απόσπασμα της ομιλίας του Μίκη Θεοδωράκη στην έναρξη της βραδιάς και στη συνέχεια το γνωστό τραγούδι του Τσιτσάνη “Κάποια μάνα αναστενάζει” ερμηνευμένο και από τους δύο.

Σε εκείνη τη συγκινητική από κάθε άποψη μουσική συνάντηση, βρέθηκαν στην ίδια σκηνή δυο τεράστιοι συνθέτες.

Λίγο καιρό μετά, στις 18 του Γενάρη του 1984, ο Βασίλης Τσιτσάνης μάζεψε το μπουζούκι του κι έφυγε. Μας άφησε πίσω έναν τεράστιο μουσικό πλούτο, αφού τραγούδησε τα πάντα. Όπως έλεγε:

«…τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, η φαντασία μου φτερούγισε παντού. Έγραψα τραγούδια για την Ελλάδα, για τη λευτεριά, για την φτώχεια, για τον πόνο, για την αδικία, για την ελπίδα. Έγραψα και πόσα τραγούδια δεν έγραψα, για τη γυναίκα, για την ξενιτιά, για την εργατιά, για τη μάνα, για το ανικανοποίητο. Μουσική και λόγια, βγαλμένα από την καρδιά μου και παιγμένα απ’ τα χέρια μου και μιλημένα από μένα τον ίδιο, σαράντα χρόνια τώρα, πάνω στο σανίδι του πάλκου».

Άφησα για το τέλος τρεις προσωπικές μου επιλογές.

«Θα κάνω ντου βρε πονηρή» με τον συνθέτη και τη Μαρίκα Νίνου

«Σαν απόκληρος γυρίζω» με τη Σωτηρία Μπέλλου και τον συνθέτη.

Και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», Μαρίκα Νίνου, Γιάννης Σαλασίδης, Βασίλης Τσιτσάνης

Ένα αφιέρωμα για τον Βασίλη Τσιτσάνη πάντα θα είναι εξαιρετικά φτωχό για το έργο του, καθώς ό,τι και να γραφτεί, θα υπολείπεται του μοναδικού δημιουργού. Και όπως είχε πει και ο Γιάννης Τσαρούχης:

«Ο Τσιτσάνης είναι η μοναδική ζωντανή απόδειξη ότι έχουμε πολιτισμό».

Σύνταξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου

Πηγές: www.rizospastis.gr, www.news247.gr, www.e-prologos.gr, edromos.gr, ert.gr, sansimera.gr, ogdoo.gr

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...