Χαριστική βολή που γκρεμίζει ό,τι απέμεινε από τα θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων που κατακτήθηκαν με αγώνες της ανθρωπότητας, χαρακτήρισε το νομοσχέδιο για τις 13 ώρες δουλειάς, η Παναγιώτα Ρόζου, πρόεδρος του Συλλόγου Επιθεωρητών Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία και υπαλλήλων Επιθεώρησης Εργασίας.
Μιλώντας στην Επιτροπή της Βουλής, στο πλαίσιο της ακρόασης φορέων, υπογράμμισε ότι η κατάργηση του 8ωρου και η επέκταση των 13 ωρών δουλειάς που μπορεί να φθάσουν μέχρι και 78 ώρες εργασίας την εβδομάδα, θα οδηγήσουν τους εργαζόμενους σε πλήρη εξουθένωση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια και υγεία τους, με συνέπεια την αύξηση των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών.
Σύμφωνα με διεθνείς επιστημονικές μελέτες, σημείωσε, η ημερήσια εργασία από 6 έως 8 ώρες θεωρείται ιδανική για τη διατήρηση καλής υγείας και ασφάλειας εργαζομένων, ενώ η εφαρμογή επαρκών διαλειμμάτων κατά τη διάρκεια εργασίας συμβάλλει στη μείωση του σωματικού και ψυχικού φόρτου.
Υπογράμμισε ότι η 13ωρη εργασία είναι επικίνδυνη και ανθυγιεινή ενώ ακόμη και διεθνείς οργανισμοί, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και το Διεθνές Γραφείο Εργασίας, τεκμηριώνουν τις αρνητικές επιπτώσεις από τις πολλές ώρες εργασίας. Όπως εξήγησε, η υπέρβαση του 8ωρου συνδέεται με την αύξηση των παρακάτω κινδύνων:
– Εργατικών ατυχημάτων σοβαρών και θανατηφόρων.
– Καρδιαγγειακών νοσημάτων.
– Υπέρτασης.
– Στεφανιαίας νόσου.
– Εγκεφαλικών επεισοδίων.
– Ψυχικών διαταραχών – άγχος, κατάθλιψη κ.ά.
– Μυοσκελετικών προβλημάτων.
– Διαταραχών του ύπνου, μόνιμη κόπωση.
– Εξάντληση του ανοσοποιητικού συστήματος.
– Διαταραχή διάθεσης και αυξημένη ευερεθιστότητα.
– Μείωση της συγκέντρωσης και της πνευματικής διαύγειας.
– Αύξηση λαθών και ατυχημάτων στη διάρκεια εργασίας.
Συνεπάγεται ακόμα περιορισμό του προσωπικού χρόνου και των κοινωνικών σχέσεων, εκμηδένιση του ελεύθερου χρόνου, επιβάρυνση της οικογενειακής ζωής, μειωμένο χρόνο ψυχαγωγίας, υποβάθμιση συνολικά της ποιότητας ζωής.
Η Παναγιώτα Ρόζου τόνισε επίσης ότι η εντατικοποίηση της εργασίας, οι ελλείψεις σε μέτρα υγιεινής και ασφάλειας με αποτέλεσμα την αύξηση των επαγγελματικών κινδύνων είναι το πραγματικό υπόβαθρο των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, τονίζοντας μάλιστα ότι τα περισσότερα ατυχήματα, οι τραυματισμοί, οι ασθένειες και τα εργατικά ατυχήματα καταγράφονται σε υπερωριακό χρόνο ή σε χρόνο υπερεργασίας.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, το 2024 αναγγέλθηκαν 17.359 εργατικά ατυχήματα και από αυτά τα 48 ήταν θανατηφόρα ενώ στη λίστα δεν περιλαμβάνονται -γιατί δεν καταγράφονται- τα παθολογικά και τροχαία θανατηφόρα όπως και τα εργατικά ατυχήματα στα ορυχεία και στον κλάδο των ναυτεργατών.
Συνέχισε, παρουσιάζοντας στοιχεία της Γιουροστάτ, σύμφωνα με τα οποία στη χώρα μας καταγράφεται μόλις το 30% των εργατικών ατυχημάτων, ενώ σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό για την Ασφάλεια και την Εργασία στην Ευρώπη οι θάνατοι στην Ελλάδα από επαγγελματικές ασθένειες υπολογίζονται στους 2.500, παρότι δεν δηλώνονται οι επαγγελματικές ασθένειες στη χώρα μας.
Η Π. Ρόζου κατήγγειλε ότι οι ελεγκτικές αρχές υποστελεχώνονται, η Επιθεώρηση Εργασίας συστηματικά απαξιώνεται με μεγάλες ελλείψεις σε προσωπικό, εξοπλισμό και αναγκαίες υλικοτεχνικές υποδομές. Η Επιθεώρηση Ασφάλειας και Υγείας είναι πλήρως υποστελεχωμένη, με ελλείψεις σε επιθεωρητές, διοικητικό προσωπικό και οδηγούς. Το προσωπικό είναι στο 50% από τον προβλεπόμενο αριθμό του 2000, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας είναι τα 55 έτη, δηλαδή είναι μια γερασμένη υπηρεσία, όπως είπε. Μάλιστα, σημείωσε ότι το 2024 ο αριθμός των επιθεωρητών μειώθηκε στους 233 πανελλαδικά από 243 που ήταν το 2023, γεγονός που σημαίνει ότι στον κάθε επιθεωρητή αναλογεί να ελέγξει 1.509 επιχειρήσεις και 10.773 εργαζόμενους χωρίς να υπολογίζεται ο δημόσιος τομέας.
Τέλος, κατήγγειλε ότι το άρθρο 59 υποβαθμίζει αυθαίρετα τους γιατρούς της Επιθεώρησης Εργασίας και επανέλαβε το αίτημα του κλάδου για καταβολή του επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας.



