Ξημέρωσε ένας όχι και τόσο άγιος Φεβρουάριος…

«Η κραυγή» του Edvard Munch

Πριν λίγες μέρες η Σοφία Μπεκατώρου έσυρε με δύναμη την πέτρα που σφράγιζε επιμελώς την είσοδο προς τη νεκρόπολη της ελληνικής κοινωνίας και από τότε άξαφνα άρχισαν να σκαρφαλώνουν με φόρα στην επιφάνεια οι μισολιωμένοι σκελετοί και οι βρικόλακες που όλοι κατά καιρούς αντιμετωπίσαμε, μα κανείς δε μιλούσε γι’ αυτούς, συντηρώντας τον φόβο των καταπιεσμένων, έναν φόβο που καλλιεργούν οι ίδιοι οι καταπιεστές, απόντες, εν αποσυνθέσει ζώντες και αυριανοί ασκώντες οποιαδήποτε μορφή εξουσίας.

Ο αέρας της χώρας πλημμύρισε από τη μυρωδιά της σήψης και καμία μάσκα δεν μπορεί να φιλτράρει τη δυσωδία. Η όμορφη και καθώς πρέπει κοινωνία μας αποκαλύφθηκε, κανένα πέπλο πια δεν μπορεί να σκεπάσει τη σαπίλα, καμία κουρτίνα δεν μπορεί να κρύψει την ασχήμια, κανένα άρωμα δεν μπορεί να καλύψει τη δυσοσμία της. Κάθε μέρα κατρακυλά ολοένα και περισσότερο στο βάραθρο της αβύσσου που η ίδια κατασκεύαζε αιώνες τώρα, συμπαρασύροντας μαζί της ολόκληρο το ανθρώπινο οικοδόμημα. Και να σκεφτεί κανείς πως βρισκόμαστε ακόμη στην αρχή του κουβαριού.

Καθημερινά θα γινόμαστε μάρτυρες νέων αποκαλύψεων, νέων καταγγελιών, νέων καταπιεσμένων και απωθημένων βίαιων εμπειριών, σκιών που φράζουν τον δρόμο στο φως που ταξιδεύει να ανταμώσει την ψυχή και να την αγαλλιάσει, αποδεικνύοντας πως αυτός ο Φεβρουάριος δεν θα είναι τόσο άγιος, όπως δεν ήταν τελικά και τόσοι άλλοι…

Σαφώς έχει μεγάλη σημασία το όνομα του καθενός θύτη και σαφώς είναι δουλειά της δικαιοσύνης και παντός αρμοδίου να κρίνει, να δικάσει και να καταδικάσει τον εκάστοτε υπαίτιο. Όμως εξίσου μεγάλη σημασία, ίσως και μεγαλύτερη, έχει το να αναζητήσει κανείς τη ρίζα του σαπισμένου κοινωνικού μας δέντρου και να τη σπάσει, ώστε να πάψει να καρπίζει νέους θύτες, νέους φταίχτες, νέους σαπισμένους καρπούς.

Και όταν δρώντας ριζοσπαστικά ξεμπερδέψουμε με την αιτία της αποσύνθεσης, τότε μπορούμε να σκαλίσουμε εξ’ αρχής το χώμα και να καλλιεργήσουμε έναν νέο υγιή σπόρο, που θα ανθίσει και θα καρπίσει ομορφιά, θα γεννήσει το δέντρο μιας άλλης κοινωνίας, που θα απελευθερώνει οξυγόνο και θα χαρίζει ζωή. Και το να εντοπίσει κανείς τη ρίζα του προβλήματος, την αιτία του κακού, δεν είναι στην πραγματικότητα και τόσο δύσκολο, ούτε απαιτεί κάποια βαθυστόχαστη μέθεξη. Παντού και πάντοτε ανάμεσα στο θύτη και στο θύμα υπάρχει ανισότητα και σχέση εξουσίας. Παντού και πάντοτε υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Αλλάζουν ποικιλοτρόπως οι ιδιότητες θυτών και θυμάτων, ωστόσο η σχέση αυτή μένει πάντα ίδια και απαράλλαχτη. Είτε είναι προϊστάμενος με υφιστάμενο, είτε βιομήχανος με εργάτη, είτε θιασάρχης με ηθοποιό, είτε προπονητής με αθλητή, είτε πλούσιος με φτωχό, είτε απλά ένας σωματικά δυνατότερος άνθρωπος με έναν άλλον πιο αδύναμο, συνθήκη που κατά κύριο λόγο ισχύει μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Όταν υπάρχει ανισότητα και εξουσιαστική σχέση τότε υπάρχει εύφορο έδαφος για να καλλιεργηθεί οποιαδήποτε μορφή εκμετάλλευσης και βίας, ψυχολογικής, λεκτικής, σωματικής, σεξουαλικής ή οποιασδήποτε άλλης μορφής.

Είναι λοιπόν τόσο απλό μα συνάμα αδύνατο το να αλλάξει τούτος ο κόσμος ριζικά, καταργώντας μόνο μία συνθήκη, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Η κατάργησή της όμως θα καταβαραθρώσει ακαριαία κοινωνικό-οικονομικά συστήματα και δομές που χιλιάδες χρόνια τώρα εδράζονται ακριβώς πάνω στη συνθήκη αυτή.

Το ύπατο λοιπόν διακύβευμα της εποχής δεν είναι αν καταφέρουμε να εντοπίσουμε και να καταδικάσουμε όλους τους θύτες, είναι το αν έχουμε το σθένος και τη βούληση να γυρίσουμε άπαξ δια παντός ανάποδα ολόκληρο τον κόσμο, να καταργήσουμε την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, να καταφέρουμε μονομιάς να αφοπλίσουμε τον εξουσιαστή και να απαλλάξουμε τον εξουσιαζόμενο τόσο από τη βιαιοπραγία όσο και από το φόβο που τη συνοδεύει εσαεί.

Μόνο ανατρέποντας τον σάπιο κόσμο μας, μπορούμε να ελπίζουμε πως τη θέση του θα πάρει ένας νέος, που θα φτάσει κάποτε “στο μπόι των ονείρων και των ανθρώπων”. Και ώσπου να φτάσει εκεί, μπορεί να δανειστεί ανάστημα από τα παρακάτω λόγια του Εντουάρντο Γκαλεάνο στο βιβλίο του “Ένας κόσμος ανάποδα”:

«Γενικευμένη φοβία.
Η δημοκρατία φοβάται να θυμηθεί και η γλώσσα να τα πει.
Οι πολίτες φοβούνται τους στρατιωτικούς,
οι στρατιωτικοί φοβούνται την έλλειψη όπλων,
τα όπλα φοβούνται την έλλειψη πολέμων.
Ζούμε στα χρόνια του φόβου.
Φοβάται η γυναίκα τη βία του άντρα και ο άντρας την άφοβη γυναίκα.
Φόβος του πλήθους, φόβος της μοναξιάς.
Φόβος απ’ όσα έγιναν και για όσα θα γίνουν.
Φόβος του θανάτου και φόβος της ζωής».

Υ.Γ. Μέχρι τη στιγμή που ο ριζοσπάστης λαός θα τσακίσει τη ρίζα του σάπιου δέντρου, δεν πρέπει να κουραστούμε να ακούμε τις φωνές όσων νικούν το φόβο και το σκοτάδι αποφασίζοντας να βγουν στο φως και να μιλήσουν. Διότι αν αυτό συμβεί τότε θα πει πως «συνηθίσαμε τη φρίκη και μας τρομάζει η ομορφιά» δικαιώνοντας την αγωνία του Μάνου Χατζιδάκι, πως εν τέλει μοιάσαμε στο τέρας, του οποίου το πρόσωπο έπαψε να μας φοβίζει.

Διονύσης Μαλαπέτσας

Δείτε ακόμα...