30/10/1988: 33 χρόνια από τον θάνατο του Τάσου Λειβαδίτη

«Γι’ αυτό σου λέω.
Μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο.
Μην ξυπνάς: Θα μετανιώσεις.»

Το τελευταίο τσιγάρο του το έσβησε εκείνη τη νύχτα στη γωνία Μυλλέρου και Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ήταν Κυριακή, 30 του Οκτώβρη του 1988.  

Ο Τάσος Λειβαδίτης είχε εισαχθεί στο Γενικό Κρατικό Αθηνών και μετά από δύο εξάωρα χειρουργεία για ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής, πεθαίνει. Ένας τεράστιος, απρόβλεπτος θρόμβος (μοναδικός στα χρονικά της Αγγειοχειρουργικής κλινικής), έφραξε το μόσχευμα και παρά τις απέλπιδες προσπάθειες, κατέληξε.

Κι έφυγε αφήνοντας πίσω του όνειρα γραμμένα σε στίχους, που άλλα έγιναν τραγούδια κι άλλα απαγγέλλονται στον Έρωτα, στο Πάθος, στη Ζωή, στον Αγώνα, στον Άνθρωπο.

Γεννημένος και μεγαλωμένος στις γειτονιές του αθηναϊκού κέντρου, ο Τάσος Λειβαδίτης είχε την ευκαιρία να γνωρίσει εκ των έσω την αληθινή ζωή που κρύβεται στις έντονες αντιθέσεις της πόλης. Άδικο και δίκαιο, πλούσιοι και φτωχοί, καταπιεστές και καταπιεζόμενοι. Ο ποιητής, δεν άργησε να διαλέξει μεριά. Από νεαρή ηλικία έκανε φανερές τις κομμουνιστικές και ανθρωπιστικές του ιδέες. Εκείνες τις ιδέες που θέλουν τους ανθρώπους ίσους, να γελούν, να αγαπούν και να ερωτεύονται.

Η νύχτα της Κατοχής, τον βρίσκει στην Νομική Σχολή όπου και φοιτούσε. Μετά την αποτρόπαια είδηση, μαζί με τους συντρόφους του γυρνούν όλα τα στενά και τα δρομάκια της πόλης γράφοντας συνθήματα κατά της ανελευθερίας του πολιτεύματος, για να πάρουν δύναμη όλα τα ζευγάρια καθαρών ματιών που θα τα αντικρίσουν, δημιουργώντας έτσι αυτό που εμείς ονομάζουμε σήμερα «ποίηση δρόμου»…

Στην καρδιά της Kατοχής το 1943, χάνει τον πατέρα του, ενώ αργότερα, όντας στην Mακρόνησο (1951), χάνει και τη μητέρα του. Tο 1946 παντρεύεται τη Mαρία, δευτερότοκη κόρη του Γεωργίου Στούπα και της Aλεξάνδρας Λογοθέτη. Tου στάθηκε στήριγμα όχι μόνο στα σκληρά χρόνια της εξορίας του ποιητή, συντηρώντας και την μητέρα του αλλά ήταν και φύλακας – άγγελος σε όλη του τη ζωή. O ποιητής την έχει ηρωίδα του στο “Aυτό το αστέρι είναι για όλους μας” που της το αφιερώνει. Το 1946 είναι η χρονιά που συστήνεται στο κοινό κάνοντας την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση, δημοσιεύοντας το ποίημα “Tο τραγούδι του Xατζηδημήτρη” στο περιοδικό “Eλεύθερα Γράμματα” του Δημήτρη Φωτιάδη.

Ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, με συνέπεια να εξοριστεί από το 1945 έως το 1951. Με τη λήξη των Δεκεμβριανών συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας (1945) αφήνεται ελεύθερος. Τον Ιούνιο του 1948 συλλαμβάνεται και εξορίζεται στο Μούδρο. Το 1949 μεταφέρεται στη Μακρόνησο. Επειδή δεν υπέγραψε δήλωση μετάνοιας μεταφέρεται στον Αϊ Στράτη κι από κει στις φυλακές Χατζηκώστα στην Αθήνα, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος το 1951.

Το έργο του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», που στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας στη Βαρσοβία πήρε το πρώτο βραβείο ποίησης, θεωρήθηκε «κήρυγμα ανατρεπτικό» και κατασχέθηκε.

Το 1955  ο ποιητής δικάζεται στο Πενταμελές Eφετείο για το συγκεκριμένο έργο του. Πλήθος κόσμου και ανάμεσά τους πολλές προσωπικότητες των γραμμάτων θα παρακολουθήσουν αυτή τη πνευματική δίκη όπου ο ποιητής θα μετατρέψει το εδώλιο σε βήμα και όπου θα διατυπώσει την ουσία και τον σκοπό της τέχνης του. Θα συγκινήσει όχι μόνο το ακροατήριο αλλά και τους δικαστές που τελικά θα τον αθωώσουν πανηγυρικά.

Στα χρόνια της δικτατορίας, ο Λειβαδίτης βυθίζεται στη σιωπή και μένει άνεργος. Έτσι κατέληξε να γράφει σε ένα νεανικό λαϊκό περιοδικό της εποχής, το Φαντάζιο, μαζί με πολλούς ακόμα διωγμένους αριστερούς, από τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Μπακογιαννόπουλο μέχρι τον συγγραφέα του Λοιμού, τον Αντρέα Φραγκιά και τον Αλέξανδρο Κοτζιά που εκείνο το διάστημα ήταν στη φυλακή.

Με το ψευδώνυμο Ρόκκος, ο Λειβαδίτης δούλεψε  μια σειρά από βιογραφίες λογοτεχνών και ακόμα μια σειρά από περιλήψεις, σε μορφή εκτενών διηγημάτων, μεγάλων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ειδικά η δεύτερη σειρά είναι υποδειγματική ως προς τη γραφή της και τον τρόπο απόδοσης του πνεύματος των έργων που πραγματεύεται.

Αυτές οι δύο σειρές κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη: ο τόμος Μεγάλες Μορφές της Λογοτεχνίας συγκεντρώνει βιογραφίες “καταραμένων” Ελλήνων λογοτεχνών και ο τόμος Μεγάλοι Ρώσοι Συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παστερνάκ): Συνοπτική Απόδοση των Αριστουργημάτων τους από τον Τάσο Λειβαδίτη συγκεντρώνει ένα μέρος των εξαιρετικά ζωντανών συνόψεων που είχε κάνει ο ποιητής.

Tο 1972, εκδίδει το βιβλίο «Nυχτερινός επισκέπτης», που οι  κριτικοί το θεωρούν έναρξη της β’ φάσης του έργου του. Παράλληλα αποστασιοποιείται από την πολιτική δράση και κάνει μια βαθιά στροφή ενδοσκόπησης, αναδεικνύοντας το μεγάλο φιλοσοφικό βάθος του έργο του, ακολουθώντας έναν μοναχικό δύσβατο και πρωτοποριακό δρόμο στην μεγάλη του τέχνη.

Ο Ποιητής δε μπορεί να αποκοπεί από το έργο του, γι αυτό και τον ακούμε να απαγγέλλει

Κι ένα ακόμη ποίημά του, Ποιητική

Γράφω για κείνους που δεν ξέρουν να διαβάσουν
για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα απ’ τον άμμο
για σας χωριάτες, που ήπιαμε μαζί στα χάνια τις χειμωνιάτικες νύχτες του αγώνα
ενώ μακριά ακουγότανε το ντουφεκίδι των συντρόφων μας.
Γράφω να με διαβάζουν αυτοί που μαζεύουν τα χαρτιά απ’ τους δρόμους
και σκορπίζουνε τους σπόρους όλων των αυριανών μας τραγουδιών
γράφω για τους καρβουνιάρηδες, για τους γυρολόγους και τις πλύστρες.
Γράφω για σας
αδέρφια μου στο θάνατο
συντρόφοι μου στην ελπίδα
που σας αγάπησα βαθιά κι απέραντα
όπως ενώνεται κανείς με μια γυναίκα.
Κι όταν πεθάνω και δε θα ΄μαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα κι απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί και τα εργαλεία του λαού.

Με την αναπάντεχη αναχώρησή του, μείναμε φτωχότεροι. Όπως κάθε φορά φτωχαίνουμε, όταν αυτοί που χάραξαν το δρόμο, που λάτρεψαν τον άνθρωπο, τον έρωτα την τέχνη, φεύγουν.

Στο έργο του, Τα χειρόγραφα του Φθινοπώρου, έγραψε:

«Και μια μέρα θέλω να γράψουν στον τάφο μου: Έζησε στα σύνορα μιας ακαθόριστης ηλικίας και πέθανε για πράγματα μακρινά που είδε κάποτε σε ένα αβέβαιο όνειρο».

Για τα 33 χρόνια που συμπληρώνονται από το θάνατό του, η Δραπετσώνα του

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί

Σύνταξη – Επιμέλεια: Γιάννης Αγγέλου

Πηγές: tleivaditis.weebly.com, www.culturenow.gr, dioti.gr, logomnimon.wordpress.com   

Δείτε ακόμα...