Απόκριες ’21: Πέθανε ο Κρέος, πέθανε, ψυχομαχάει ο Τύρος | σηκώνει ο Πράσος την ουρά κι ο Κρέμμυδος τα γένια…

Απόκριες

Αυτά τα λέγαν τότε, πριν «αμέτρητους» χρόνους όταν το καρναβάλι δεν ήταν «πολιτιστική» βιτρίνα δήμων και μπίζνα διαφημιζόμενων εταιριών, εμπόρων μαζικής παραγωγής τυποποιημένων καρναβαλίστικων κοστουμιών, εταιριών μηχανημάτων ήχου, κλπ.

Τα λέγαν, τότε, που καρναβάλι σήμαινε δημιουργικό, αυθεντικά λαϊκό, γνήσιο ελληνικό γλέντι κι όχι «μαϊμού» που δηλώνεται «εφάμιλλο» του καρναβαλιού του μακρινού Ρίο.
Κι ακόμη τραγουδούσαν:
«Εψόφισ’ ο Λοκάνικος | ψυχομαχάει ο Τύρος | Κι η Βρούβα νη παλιόβρουβα | στέκεται στην καβάλα | να πέσει στην τσουκάλα», τρώγοντας και πίνοντας οι καρναβαλιστές στην Πελοπόννησο

Τα παραδοσιακά καρναβαλίστικα έθιμά μας έρχονταν από τα βάθη των αιώνων και συνέθεταν έναν Υμνο για την άνοιξη της φύσης και της ζωής. Ο λαός μας μπορούσε να γλεντά τον ερχομό της νιας ζωής ακόμα και στις μεγάλες φτώχειες του, ακόμα και με ξερό ψωμί:
«Αποκριές τις λέγαν| και ξερό ψωμί ετρώγαν», τραγουδούσαν οι αυτοσχέδια μασκαρεμένοι και μη καρναβαλιστές.

Τραγούδι αλληλοπεριπαικτικό έκαναν τη φτώχεια τους:
«Προφωνούσιμη βδομάδα | προφωνέσου νοικοκύρη | κι αν δεν έχει το πουγκί σου | πάρε πούλα το βρακί σου».

Κατά τους βυζαντινούς χρόνους:
Προφωνούμαι σοι πτωχέ,
Το σακκίν σου πώλησον
Και την εορτή σου διαβίβασον

Στα χρόνια της τουρκοκρατίας και αργότερα:
Προφωνούσιμη βδομάδα,
Προφωνέσου, νοικοκύρη,
Κι αν δεν έχει το πουγγί σου,
Πάρε πούλα το βρακί σου.

Ο εορτασμός της Αποκριάς κορυφωνόταν την τελευταία Κυριακή, την Κυριακή «της Τυρινής».
Το πρωί, όλη η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι, φορούσαν τα γιορτινά τους και πήγαιναν στην εκκλησία. Το μεσημέρι έστρωναν το τραπέζι και το γλέντι κρατούσε όλη την ημέρα με χορό και τραγούδι.
Ανάμεσα στα τραγούδι που τραγούδαγαν ήταν και «Η πιπεριά» και φυσικά «ο Χαραλάμπης»:

Πως το τρίβουν το πιπέρι του διαόλου οι καλογέροι
Με το γρόθο τρίβουντο σκορδοκοπανίζουντο.
Με το γόνα τρίβουντο σκορδοκοπανίζουντο
Με τη μύτη τρίβουντο σκορδοκοπανίζουντο.
Με την πλάτη τρίβουντο σκορδοκοπανίζουντο.
Με τη φτέρνα τρίβουντο σκορδοκοπανίζουντο.
κλπ.

Κάθε φορά έπεφταν όλοι κάτω και έκαναν πως έτριβαν πάνω στο πάτωμα πότε με το αυτί, πότε με τον αγκώνα, κάποιες φορές, χρησιμοποιούσαν πιο τολμηρές λέξεις και τα μιμητικά στοιχεία, δεν ήσαν και πολύ σεμνά.

Για να σηκωθούν τραγουδούσαν σε γρήγορο ρυθμικό σκοπό:
«Για σηκωθείτε παλληκάρια με σπαθιά και με κοντάρια».

Στα πανάρχαια καρναβαλίστικα έθιμα του τόπου μας και στις πραγματικά εκλεκτικές τους «συγγένειες» με αντίστοιχες παραδόσεις άλλων λαών, και όχι στα κακόγουστα κοσμοπολίτικα των ημερών μας λέμε να ταξιδέψουμε.

Τα αρχαία Ανθεστήρια

Αποκριά και Καρναβάλι. Μια παράδοση, δεμένη με το Φλεβάρη, τελευταίο μήνα του χειμώνα, που διαδόθηκε σ’ όλο τον αρχαίο κόσμο, διαμορφώθηκε με τις παραδόσεις κάθε λαού και τροφοδότησε την τέχνη του θεάτρου με χορούς, τραγούδια, αλληλοπειράγματα, μάσκες και μεταμφιέσεις.

Η Αποκριά, συνώνυμη της λέξης Καρναβάλι (από το λατινικό carne – κρέας και vale – αποχή), συνδεόταν και με τη διαιτολογική σοφία του λαού, που έλεγε την πρώτη Κυριακή της Αποκριάς Ολόκρια, Αρνοβδομάδα, Συγκόκκαλη, Αμολυτή, με Αρτσι – βούρτσι φαγοπότι.
Τη δεύτερη Κυριακή (μετά από μεσοβδόμαδη νηστεία) Κρεατινή, Κριασινή, Κριγιανή. Την τρίτη Τυρινή, (αλλά «Μακαρονού» οι Μυτιληνιοί κι οι Μυκονιάτες). Ο Κοραής περιγράφει την Τυρινή των Γραικορωμαίων ως τυραπόθεση και “αποτυρίαση”, την οποία ο Ιουστινιανός την ήθελε «κρεοφαγήσιμο».

Μετά από δυο βδομάδες «οργιαστικό» φαγοπότι και μασκαρέματα, ο λαός από την Καθαρά Δευτέρα άρχιζε την «καθαρτήρια» για τον ανθρώπινο οργανισμό, σαραντάμερη νηστεία, μέχρι την κρεατοφαγία της Ανάστασης. Αυτά μόνο περί των διατροφικών στοιχείων της Αποκριάς.

Στα άγνωρα βάθη του προϊστορικού κόσμου και του πρωτόγονου ανθρώπου, του δεμένου με τη φύση και τους κύκλους της ζωής, βρίσκεται η απαρχή της παράδοσης αυτής, που ταυτίζεται με το Φλεβάρη. Τον Ανθεστηριώνα, κατά τους αρχαίους Ελληνες, που τον γιόρταζαν με τα τριήμερα Ανθεστήρια, προς τιμήν του Διονύσου – θεού του κρασιού, του θεάτρου, της μεταμφίεσης, της ελευθέριας διακωμώδησης των πάντων. Τα Ανθεστήρια ήταν πομπή, με άνθη, τραγούδια, μουσικούς και σκώμματα (σατιρικοί αστεϊσμοί, από το ρήμα σκώπτω = κοροϊδεύω, χλευάζω, σατιρίζω), που έλεγαν ντυμένοι ως σάτυροι -ακόλουθοι του Διονύσου, κρατώντας θύρσους κοσμημένους με κισσό (σύμβολο γονιμότητας)- και φορώντας προσωπίδες οι συμποσιαστές. Δηλαδή, οι κωμαστές (κωμάζω = γυρίζω με άλλους στους δρόμους, λέγοντας τραγούδια και πειράγματα και κώμος = νυχτερινή έξοδος – πομπή συμποσιαστών στους δρόμους, με προσωπίδες, λαμπάδες, μουσικά όργανα και σατιρικά τραγούδια. Εξ ου και κωμωδία ). Ο κορυφαίος, σε άρμα, όπως κάθε κωμαστής ( “τρεκλίζει ο κισσοστέφανος, χορεύει ο θυρσοφόρος”, όπως έλεγε ο Α. Σικελιανός) – με τα πειράγματά του έσουρνε σε άλλους “τα εξ αμάξης”

Ρωμαϊκοί, Βυζαντινοί, Νεότεροι Χρόνοι

Σατούρνο ονόμασαν οι οπαδοί του ημιθέου Ηρακλή, ιδρυτές του Λάτιου – οι κατοπινοί Ρωμαίοι – τον δικό τους Κρόνο (προστάτη της αμπέλου, της σποράς). Προς τιμήν του καθιέρωσαν την αντίστοιχη των ελληνικών Κρονίων βδομαδιάτικη γιορτή τους (μετά τη σπορά του σταριού, το Δεκέμβρη).

Τα Σατουρνάλια, όπως οι αρχαιοελληνικές διονυσιακές γιορτές, συνοδεύονταν με κρασοκατανύξεις, μεταμφιέσεις, τραγούδια (με τους σατούρνιους «άκομψους», «τραχείς» στίχους), σκώμματα εν πομπή και ανταλλαγή δώρων. Στη γιορτή συνευρίσκονταν μεταμφιεσμένοι, άρχοντες και λαός. Μετά το 217 π.Χ., τα Σατουρνάλια έγιναν επίσημη αργία και παλλαϊκή, δημόσια συμποσιακή γιορτή, όπου ανακηρυσσόταν ο «βασιλιάς» των μεταμφιεσμένων (ο σημερινός Καρνάβαλος), ως κορυφαίος της πομπής των οργιαζόντων συμποσιαστών, μεταξύ των οποίων και οι δούλοι. Ηταν η μόνη μέρα αργίας των δούλων και η μόνη που τους επιτρεπόταν να συνευρίσκονται με τους πολίτες. Οι μασκαρεμένοι γλεντοκόποι εύχονταν “Bona Satournalia”, ενώ οι πλούσιοι μοίραζαν δώρα στους φτωχούς (λαμπάδες και siggillaria – μικρά αγαλματάκια, σύμβολα της γιορτής).

Τα Σατουρνάλια, δημοφιλής γιορτή και στις ρωμαϊκές αποικίες της Αφρικής, αφιερώθηκαν σε φοινικικής προέλευσης εγχώριο θεό, παρόμοιο του Βάαλ. Αργότερα, τα Σατουρνάλια μετατέθηκαν στο Φλεβάρη και καθώς αφομοιώθηκαν από τη νέα θρησκεία, το χριστιανισμό επέζησαν στα μεσαιωνικά, αναγεννησιακά, νεότερα χρόνια και με το «θεατρόμορφο» Καρναβάλι της Βενετίας.

Το Καρναβάλι (η ονομασία αυτή καθιερώθηκε το 13ο αιώνα στην Ιταλία) «έθρεψε» ως μορφή και περιεχόμενο τη λαογέννητη κομέντια ντελ άρτε και τον τελευταίο κορυφαίο δημιουργό της Κάρλο Γκολντόνι (“καρναβαλιστής” από γεννησιμιού του, αφού γεννήθηκε 25 Φλεβάρη). Η κωμωδία του Γκολντόνι “Υπηρέτριες”, λ.χ., αναφέρονται στο Καρναβάλι της Βενετίας και στη μοναδική, ετήσια αργία των υπηρετριών τη μέρα του Καρναβαλιού, ώστε κρυμμένες πίσω από προσωπεία και ξένα ρούχα να γλεντήσουν και να ερωτοτροπήσουν, ακόμα και με άρχοντες.

Αύριο η συνέχεια
Επιμέλεια: Γιάννης Παπαγιάννης

Δείτε ακόμα...