Δέκα χρόνια ηχηρής απουσίας

Δημήτρης Μητροπάνος

Ο Μητροπάνος τραγουδούσε και κεντράριζε κατευθείαν στο κύτταρο. Με τον ήχο και την ψυχή της φωνής του πορευτήκαμε σε αγάπες, παραπατήσαμε σε τραύματα, χορέψαμε σε γλέντια και γίναμε κομμάτια σε χαλασμούς. Ήταν δικός μας από την πρώτη στιγμή. Οι γονείς μας είχαν τον Καζαντζίδη, οι γονείς τους τη Βέμπο κι εμείς τον Μητροπάνο.

Γεννήθηκε σαν σήμερα στα Τρίκαλα και σε λίγες μέρες, στις 17 Απρίλη, συμπληρώνονται δέκα χρόνια που «έφυγε». Επειδή κάθε φορά που βρισκόμασταν, γελούσαμε μέχρι δακρύων, δε σταματάω να τον σκέφτομαι πάντα, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Στις τόσες εκπομπές που κάναμε μαζί, διασκεδάζαμε πραγματικά, του έφερνα τους παιδικούς του φίλους, τραγουδούσε όσα και όποια τραγούδια ήθελε, μας πείραζε όλους, λέγαμε αστεία με δικούς μας κωδικούς (ακόμα γελάμε με το «βάλσαμο η φωνή σας κύριε Μήτσο μου»), και τον λέγαμε Δημήτρη Μητρο-παρα-πάνο κάθε φορά που ανάρρωνε από κάποια ταλαιπωρία… Τον θυμάμαι στο τελευταίο του live στο Ηράκλειο Κρήτης, να χορεύει το τελευταίο του ζεϊμπέκικο και να φεύγει από τη σκηνή, αποχαιρετώντας μας γελαστός, μέσα σε θύελλα χειροκροτημάτων.

Τον αγαπούσα πολύ αυτόν τον άνθρωπο! Σπάνια προσωπικότητα, με αυθεντική γοητεία, ήθος και μπέσα. Αγνός, ευγενής, γενναιόδωρος, ευθύς, με χιούμορ και λόγο – συμβόλαιο.

Κρατάω μια φράση του Τάκη Μουσαφίρη, «στον Μητροπάνο μ’ αρέσει ακόμα και ο βήχας του». Έτσι ακριβώς. Στην 45χρονη πορεία του στο ελληνικό τραγούδι, ο Δημήτρης Μητροπάνος συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς του τραγουδιού. Όπως λένε όλοι γι’ αυτόν, υπήρξε ένας μεγάλος καλλιτέχνης, αλλά και ένας μέγιστος άνθρωπος!

Στη βιογραφία του ο ίδιος ο Μητροπάνος λέει: «Η Αγία Mονή είναι μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα. Εκεί γεννήθηκα στις 2 Απριλίου του 1948 κι εκεί μεγάλωσα. Τον πατέρα μου τον γνώρισα όταν ήμουν 29 ετών. Μέχρι τα 16 γραφόμουν “ορφανός”. Νομίζαμε ότι ο πατέρας μου σκοτώθηκε στο αντάρτικο. Ώσπου τότε ήρθε ένα γράμμα που έλεγε ότι ζει και είναι στη Ρουμανία.

Στο σπίτι ζούμε η μάνα, η αδελφή μου που είναι μεγαλύτερη και εγώ. Yπήρχαν και δύο αδέλφια της μάνας μου που όμως ήταν φυλακή και εξορία για πολιτικούς λόγους. Η μητέρα μου έκανε φλοκάτες για να μας ζήσει.

Χωριό του η μικρή Μόσχα

Η Aγία Mονή ήταν φτωχική συνοικία, υποβαθμισμένη και ήταν όλοι αριστεροί. Αφού κάθε εκλογές έρχονταν εκεί οι χωροφύλακες και ψήφιζαν για να υπάρχει… ισοζύγιο. Μικρή Μόσχα τη λέγανε! Ραδιόφωνο υπήρχε στο σπίτι από τότε που ήρθε ο θείος μου. Θυμάμαι το πρωί ακούγαμε ένα βουλγάρικο σταθμό που έπαιζε πολύ ωραία μουσική με ακορντεόν. Μετά πιάναμε Αμαλιάδα που είχε πολύ καλά λαϊκά. Ο Καζαντζίδης ήταν η παιδική μου λατρεία.

Τα καλοκαίρια δούλευα για να βοηθήσω τα οικονομικά της οικογένειας. Στην αρχή γκαρσόνι στην ταβέρνα ενός θείου μου. Μετά, στα 12 – 13, πήγαινα και δούλευα στις κορδέλες που κόβανε ξύλα. Κάπου στα 13 μου, με καλούν για πρώτη φορά και εμένα στην Ασφάλεια, μου εξηγούν τι ήταν ο πατέρας μου, ο θείος μου, η οικογένειά μου και μου συστήνουν να μάθω καμιά τέχνη, γιατί με τέτοιο ιστορικό δεν έχω κανένα λόγο να πάω στο σχολείο, αφού δεν θα με αφήσουν να σπουδάσω. Από κει είναι που μπλέκομαι και γω στο γρανάζι το πολιτικό κι αρχίζω να το ψάχνω. Είχαν αρχίσει τότε οι Λαμπράκηδες. Ξέραμε ότι κάθε κίνηση παρακολουθείται, ειδικά κάποια άτομα ήμασταν στην μπούκα».

Όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας. Τον είχα ρωτήσει γι’ αυτό το όνειρό του. Μου είχε πει: «Το τι ήθελα εγώ, ήταν άλλο. Για να σπουδάσεις τότε, έπρεπε να έχεις “πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων”, οπότε αυτό κοβόταν, δεν υπήρχε για μένα δυνατότητα να πραγματοποιήσω το όνειρό μου».

Η αλήθεια είναι πως καθόλου δεν άρεσαν στις αρχές οι ιδέες και το αριστερό παρελθόν – και παρόν – της οικογένειας Μητροπάνου, γι’ αυτό και ο μικρός Δημήτρης χαρακτηρίστηκε «ανεπιθύμητος» από τα γυμνάσια της περιοχής. Όπως είχαν πει οι αγαπημένοι του παιδικοί φίλοι – που είχα καλέσει σε τηλεοπτικό αφιέρωμα που του είχα κάνει – στη γειτονιά, ήτανε το ίνδαλμά τους, τον είχαν μάλιστα ξεπροβοδίσει όλοι μαζί στον σταθμό των τρένων, τα μεσάνυχτα που θα ταξίδευε για Αθήνα. Έφευγε το καλύτερο παιδί της γειτονιάς, το πιο ξηγημένο. Έχαναν τον καλύτερο ποδοσφαιριστή της ομάδας τους, τον Μαραντόνα τους, έτσι έλεγαν. Εκείνος ήταν πολύ λυπημένος που θα τους αποχωριζόταν και μάλιστα τους ρώτησε, σε περίπτωση που έβγαζε δίσκο, αν θα τον… αγόραζαν.

Φτάνοντας στην Αθήνα, συνέχισε να είναι επαναστάτης και ιδιαίτερα μαχητικός. Αμέσως ανέπτυξε έντονη πολιτική δράση, συμμετείχε σε πορείες και δεν δίσταζε να εκφράζει ανοιχτά τη γνώμη του και να υπερασπίζεται την ιδεολογία του. Σε μια εποχή έντονου αντικομμουνισμού, εκείνος εντάχτηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Ακόμα και το δίπλωμα οδήγησης κατάφερε να το βγάλει μετά τη μεταπολίτευση.

Τελικά – ανεπιθύμητος πάλι στα δημόσια γυμνάσια – ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές σε ιδιωτικό σχολείο. Σημειώνει ο ίδιος: «Το ’59 βγήκε ο θείος από τη φυλακή, έμεινε στην Αθήνα όπου δούλευε σαν διευθυντής σε μια κομματική επιχείρηση, την Ένωση Συνεταιρισμών Εργοληπτών Ραφτών Ελλάδας. Μετά την τρίτη γυμνασίου λοιπόν, ’64 πια, κατεβαίνω κι εγώ στην Αθήνα και μένουμε οι δυο μας Αχαρνών 238. Ένα παιδί από τα Τρίκαλα, πρόβλημα με την προφορά, ο “βλάχος”, ο έτσι… Με το που έρχομαι γράφομαι στους Λαμπράκηδες κι εδώ. Και με ακολουθούν και τα χαρτιά μου στην αστυνομία. Πριν τελειώσω το γυμνάσιο άρχισα να δουλεύω. Τραγουδιστής».

Πάθος για τον Καζαντζίδη

«Η εταιρεία του θείου μου έκανε μια συγκέντρωση στο “Πλακιώτικο Σαλόνι” όπου τραγουδούσε ο Mπιθικώτσης. Όταν τελείωσε το πρόγραμμα με ‘βαλαν και τραγούδησα. Ο Mπιθικώτσης έτυxε να ‘ναι ακόμα στο μαγαζί, με άκουσε, με φώναξε και μου είπε ότι “εσύ πρέπει να γίνεις τραγουδιστής” και “έλα να σε πάω εγώ στην «Kολούμπια»”. Δεν το πήρα και πολύ στα σοβαρά εγώ, αλλά σιγά σιγά άρχισε να μου αρέσει η ιδέα. Ειδικά όταν είδα και γνώρισα τον Kαζαντζίδη.

Είχαμε πάει ένα βράδυ στην “Tριάνα” του Xειλά που τραγουδούσε με τη Mαρινέλλα και είχα κάτσει όλη τη νύχτα να τον ακούω. Όρθιος. Για να μη χάσω τίποτα, να τα βλέπω όλα καλά. Εκείνο το βράδυ τον γνώρισα κιόλας. Η αλήθεια είναι ότι τότε, μόνο ο Καζαντζίδης με ενδιαφέρει. Μπροστά του δε βλέπω τίποτα άλλο. Ούτε τον Mπιθικώτση… Aκόμα κι αργότερα που δούλεψα με τον Θεοδωράκη, ο καβγάς μας ήταν το ότι μόνιμα εγώ ήμουν υπέρ του Kαζαντζίδη. Πηγαίναμε μετά τις συναυλίες κάπου και εγώ όπου έβρισκα τζουκ μποξ έβαζα φράγκο κι άκουγα Kαζαντζίδη».

Κάποια στιγμή ο Μητροπάνος πάει στην «Kολούμπια», όπου ο Tάκης Λαμπρόπουλος του γνωρίζει τον Zαμπέτα. Ξεκινάει να δουλεύει μαζί του στα «Ξημερώματα». Δουλεύει μέχρι τις δωδεκάμισι και μετά φεύγει γιατί το πρωί πρέπει να πάει σχολείο. Μεγάλη Δευτέρα του 1966 τραγουδάει για πρώτη φορά σε συναυλία του Θεοδωράκη, στο «Παλλάς». Ακολουθούν οι «Eσπερίδες», το «Λυχνάρι», τα «Tαβάνια», συναυλίες με τον Λεοντή και μετά έρχεται η χούντα.

Ο πρώτος του δίσκος γίνεται με τον Ζαμπέτα, το 1967. Είναι το τραγούδι «Θεσσαλονίκη». Ο συνθέτης τον είχε πάρει υπό την προστασία του και ποτέ δεν τον ενόχλησε η αριστερή πολιτική του δράση. Άλλωστε και ο Ζαμπέτας είχε περάσει από την ΕΠΟΝ κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Για να πάρει αναβολή από τον στρατό γράφεται σε μια σχολή οπερατέρ, φωτογράφων κ.τ.λ. «Ήθελα να περάσει ο καιρός – λέει ο Μητροπάνος – μπας και λυθεί το θέμα της δικτατορίας, γιατί αν πήγαινα φαντάρος τότε, ήξερα τι μέλλει γενέσθαι. Αλλά κάποια στιγμή η αναβολή μου διακόπτεται, παρουσιάζομαι στην Τρίπολη και μετά Αλεξανδρούπολη. Στη μονάδα που ήμουν ήταν όλοι χαρακτηρισμένοι. Δεν αποτελώ, λοιπόν, τίποτα το ιδιαίτερο. Τα προβλήματα σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα ξέρεις από την αρχή και κάνεις τις επιλογές σου. Αυτοί κάνουν μια προσπάθεια να σου σπάσουν το ηθικό, να σε ξεφτιλίσουν! 21 μήνες έμεινα στην Αλεξανδρούπολη».

Το 1972 είναι μια χρονιά – σταθμός στη ζωή του. Κυκλοφορεί ο δίσκος «Άγιος Φεβρουάριος» σε μουσική Δήμου Μούτση και στίχους Μάνου Ελευθερίου. Ερμηνεύει τα υπέροχα τραγούδια τους μαζί με την Πετρή Σαλπέα.

Η αδελφή φύλακας άγγελος

Ο Μητροπάνος δεν είχε μόνο χιλιάδες θαυμαστές. Είχε πιστούς φίλους και δυο μεγάλες αγάπες. Την οικογένειά του και την αδελφή του τη Σμαρώ.

Το δέσιμο που είχε μαζί της ήταν απίστευτο. Κάποτε για να τον σώσει, δε δίστασε στιγμή να του δώσει το νεφρό της. Ο ίδιος είχε πει τότε:

«Η αδελφή μου τόλμησε και μου έκανε το πιο σημαντικό δώρο ζωής, το ένα της νεφρό. Μπαίνοντας στο πρόβλημα, είδα πόσο εμετική είναι η κατάσταση στη χώρα μας. Γίνεται κανονικά αγοραπωλησία οργάνων. Πουλάνε σπίτια οι άνθρωποι για ένα μόσχευμα που μπορεί να μην το πάρουν ποτέ, γιατί κάποιος άλλος έδωσε περισσότερα χρήματα».

Ο άνθρωπος που χαρακτηρίστηκε η Εθνική Φωνή της Ελλάδας, έζησε σπουδαίες στιγμές στη ζωή του. Συναντήθηκε με τους κορυφαίους της εποχής και εκτιμήθηκε και αγαπήθηκε απ’ αυτούς. Ζαμπέτας, Θεοδωράκης, Μούτσης, Καλδάρας, Σπανός, Πάνου, Μικρούτσικος, Κουγιουμτζής, Πλέσσας, Μουσαφίρης, Παπαδόπουλος, Τόκας, Κατσαρός, Χατζηνάσιος, Παπαβασιλείου, Νικολόπουλος κ.ά., αλλά και Μάνος Ελευθερίου, Αλκης Αλκαίος, Λ. Παπαδόπουλος, Κώστας Λαχάς, Λίνα Νικολακοπούλου, Γιώργος Κακουλίδης, Σώτια Τσώτου, Λάκης Τεάζης και τόσοι ακόμη.

Οι φίλοι του από τη γειτονιά που μεγάλωσε, μου έλεγαν πως όταν άρχισε να τραγουδάει, έψαχναν να βρουν ραδιόφωνο να τον ακούσουν, ρωτούσαν σε ποια εκπομπή θα τραγουδήσει για να μαζευτούν όλοι να τον χαρούν. Όλοι ονειρεύονταν να φύγουν, να πάνε στην Αθήνα, να γίνουν Μητροπάνοι. `Η έστω να είναι μαζί με τον Δημήτρη.

Στο πάνθεον των μεγάλων

Στις 17 Απρίλη του 2012, ο Δημήτρης Μητροπάνος ήταν μόνο 64 ετών. Εμφάνισε πνευμονικό οίδημα, μεταφέρθηκε στη ΜΕΘ, όπου και άφησε την τελευταία του πνοή. Στις 11 το πρωί μπήκε με το σπαθί του στο Πάνθεον των μεγάλων Ελλήνων ερμηνευτών, που αγαπήθηκαν και θ’ αγαπιούνται πολύ, για πάντα.

Της
Σεμίνας ΔΙΓΕΝΗ

Δείτε ακόμα...