«Κοπέλες απ΄ το Δίστομο φέρτε νερό και ξύδι»,
γράφει ο Νίκος Καββαδίας στο ποίημα «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα», υμνώντας τον αγώνα του Ελληνικού και Ισπανικού λαού ενάντια στον φασισμό. Αναφορά στον Λόρκα, τον ισπανικό εμφύλιο, την Καισαριανή, το Δίστομο.
10 Ιουνίου 1944 και σήμερα συμπληρώνονται 76 χρόνια από τη σφαγή του Διστόμου, μια από τις μεγαλύτερες θηριωδίες του Ναζισμού στη κατεχόμενη Ελλάδα.
Ιούνιος 1944, οι Γερμανοί χάνουν τις μάχες σε όλα τα μέτωπα.
Στο Ανατολικό μέτωπο, η επέλαση του Κόκκινου Στρατού συνεχίζεται με γρήγορους ρυθμούς. Είναι η περίοδος που καταδιώκει τις Γερμανικές δυνάμεις στο έδαφος της Ουκρανίας. Ήδη από τις 8 Απριλίου έχει περάσει τα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας και βρίσκεται την περίοδο αυτή στα σύνορα της Πολωνίας.
Στις 9 Ιουνίου (μία ημέρα πριν την σφαγή του Διστόμου) ξεκινάει την επίθεση στις Γερμανικές δυνάμεις στην Φιλανδία ενώ την ίδια ημέρα ο κύριος σύμμαχος της Γερμανίας στην περιοχή, η Ρουμανία, ζητάει να μάθει τους όρους της παράδοσής της.
Στο μέτωπο του Αρνό στην Ιταλία στις 4 Ιουνίου του 1944 οι Αμερικάνικες δυνάμεις μπαίνουν στην Ρώμη ολοκληρώνοντας την επίθεση που ξεκίνησαν στις 11 Μαΐου του 1944.
Στις 6 Ιουνίου έχει ξεκινήσει η απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στην Νορμανδία και στο διάστημα 6-11 Ιουνίου χτίζονται τα προγεφυρώματα. Είναι επιτακτική η ανάγκη των Γερμανών να μεταφέρουν στρατιωτικές μονάδες στο συγκεκριμένο μέτωπο.
Από την άλλη πλευρά έχουν να αντιμετωπίσουν τις αντάρτικες ομάδες που δρουν σε πολλές χώρες. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τα μέσα του 1943 η δράση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ έχει αναγκάσει τους Γερμανούς να μετακινήσουν ακόμη 3 μεραρχίες στην Ελλάδα με την συνολική τους δύναμη την 1η Μαΐου 1944 να φτάνει τις 302.168 Γερμανούς στρατιώτες, στους οποίους πρέπει να προστεθεί μία δύναμη 31.000 Ιταλών από τους περίπου 250.000 που ήταν στην Ελλάδα, 55.000 Βούλγαροι και περίπου 6000 από διάφορες εθνικότητες (πηγή ιστορία του Ελληνικού Έθνους). Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν 30.000 τουλάχιστον ένοπλοι Έλληνες ταγματασφαλίτες και Γερμανοτσολιάδες συνεργάτες των Γερμανών.

Έχοντας λοιπόν ανάγκη από κάθε διαθέσιμο στρατιώτη από την μία, αλλά μην μπορώντας να αποσύρουν τις δυνάμεις τους από τις χώρες στις οποίες δραστηριοποιούνται ισχυρές αντάρτικες ομάδες και με την αντίστασή τους να μεγαλώνει, δεν έχουν άλλη λύση από το να καταστρέψουν τη σχέση του άμαχου πληθυσμού με αυτούς που τους πολεμούσαν. Και δεν ήταν μόνο οι Έλληνες τα θύματα της στρατηγικής αυτής, τα ίδια θα γίνουν και στην Γαλλία, την Πολωνία, την Γιουγκοσλαβία, αλλά και στο Βέλγιο και την Ολλανδία.
Σφαγές αμάχων και καταστροφές χωριών είχαμε καθ’ όλη την διάρκεια της κατοχής με συνέπεια πάνω από 1000 χωρία να καταστραφούν, 1.000.000 Έλληνες να δουν τα σπίτια τους να λεηλατούνται ή να πυρπολούνται και πάνω από 20.000 άνθρωποι να είναι τα θύματα των μαζικών σφαγών. Από τα τέλη του 1943 όμως οι επιχειρήσεις τους γίνονται ολοένα και πιο φρικτές. Και κορυφώνονται το διάστημα Απριλίου–Ιουνίου του 1944 με εκατοντάδες αμάχους να δολοφονούνται ή να εκτελούνται.
Την άνοιξη του 1944 η Ρούμελη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη λύσσα του κατακτητή. Η δραστηριότητα και η ισχυρή παρουσία του ΕΛ.ΑΣ στη περιοχή, δεν αφήνουν περιθώρια στον Γερμανό διοικητή της Λειβαδιάς να αναβάλει τα δολοφονικά του σχέδια. Στις 25 Απρίλη οι Γερμανοί μεταφέρουν και εκτελούν στον Καρακόλιθο, ανάμεσα στη Λειβαδιά και στο Δίστομο, 117 νέους Ρουμελιώτες.
Το πρωί του Σαββάτου 10 Ιουνίου, 2 επιταγμένα φορτηγά με οδηγούς τον Λουκά Ζάχο και τον Σπύρο Πελεκάνο, ξεκινούν από τη Λειβαδιά με Γερμανούς στρατιώτες των ταγμάτων Ες Ες, μεταμφιεσμένους σε μαυραγορίτες για καμουφλάζ. Λίγη ώρα αργότερα, άλλα 5 φορτηγά θα ξεκινήσουν με τον ίδιο προορισμό, το Δίστομο. Στη διασταύρωση μεταξύ Διστόμου και Αράχοβας, τα φορτηγά θα συναντηθούν με περίπου άλλα 60 γερμανικά φορτηγά και η φάλαγγα θα κατευθυνθεί προς το Δίστομο. Τα δολοφονικά τους σχέδια θα φανούν αμέσως, καθώς πριν φθάσουν στη χωριό, δολοφονούν όποιον βρίσκουν μπροστά τους στα χωράφια. Είναι περίοδος θερισμού και οι αγρότες θερίζουν τα στάρι τους. Φθάνοντας, περικυκλώνουν το χωριό και ζητούν από τους κατοίκους να μείνουν στα σπίτια τους. Πολλοί υπακούουν πιστεύοντας πως έτσι θα σωθούν και μάλιστα πολλοί μαζεύονται σε σπίτια συγγενών, ώστε να αντιμετωπίσουν μαζί το κακό. Οι Γερμανοί, όμως, μπαίνουν στα σπίτια, σκοτώνουν αδιακρίτως με κτηνώδη τρόπο και αβυσσαλέο μίσος. Φεύγοντας από κάθε σπίτι, αφήνουν ένα κόκκινο σταυρό στην πόρτα, σημάδι ότι πέρασαν και σκότωσαν, ενημερώνοντας έτσι τους συναδέλφους τους, ώστε να κερδίσουν χρόνο
Όλο το χωριό πνίγεται στο αίμα. Όσοι ζουν, παρακολουθούν με φρίκη από τα παράθυρα τη σφαγή όσων βρίσκονται στους δρόμους του χωριού.

Στο σπίτι του παπά έχουν μαζευτεί 17 άτομα. Η παπαδιά Κοντύλω περιγράφει τις μαρτυρικές στιγμές: «Εγώ, τη στιγμή που μας βάλανε στο τουφεκίδι, βύζαινα το κοριτσάκι μου την Μαργαρίτα, ενός χρόνου. Μου ρίξανε τρεις σφαίρες. Η μια μου χάλασε το ζερβί χέρι, η άλλη με πήρε ξώπετσα κάτω από το αυτί και η τρίτη χτύπησε στο κεφάλι το κοριτσάκι μου. Της άνοιξε το κεφάλι κι όπως την κράταγα στην αγκαλιά μου όλα τα μυαλά της πετάχτηκαν στα μούτρα μου»
«Τη Φροσύνη Σταθά τη βρίσκουν σπίτι της κι αυτή, την ώρα που βύζαινε το αβάφτιστο βρέφος της εφτά μηνών. Δε διστάζουν να τη σκοτώσουν την ιερή αυτή στιγμή. Ανίδεο το βρέφος εξακολουθεί να τρώει από τη νεκρή μάνα του κι οι φονιάδες με μαχαίρι κόβουν απ’ το βυζί της μάνας τη ρώγα, που απομένει στο στόμα του βρέφους, κι ύστερα το στραγγαλίζουν. Με τη λόγχη ανοίγουν την κοιλιά του και βγάζοντας τα σπλάχνα του, τα περιτριγυρίζουν γύρα απ’ το λαιμό. Το δεύτερο, το Γιάννη, τριών χρονών το σκοτώνουν και με την μπότα τους του λιώνουν το κεφάλι.»
Περισσότεροι από 218 κάτοικοι, βρήκαν φρικτό θάνατο, ανάμεσα τους βρέφη, παιδιά και γυναίκες. Τις επόμενες μέρες τα κάρα κουβαλούσαν νεκρούς στο νεκροταφείο του χωριού, όπου ολόκληρες οικογένειες θάβονται ομαδικά. Όσοι έζησαν δεν ξέχασαν ποτέ.
Λίγους μήνες μετά, ο ανταποκριτής του περιοδικού Life Ντμίτρι Κέσελ, έρχεται στο Δίστομο για να γράψει για τη σφαγή. Αποθανατίζει τη Μαρία Παντσίκα (πέθανε το 2009), να πλένει τα μαύρα ρούχα της και να κλαίει με λυγμούς.
Η φωτογραφία δημοσιεύτηκε στις 29 Νοεμβρίου 1944, με τίτλο «Τι έκαναν οι Γερμανοί στην Ελλάδα» Η λεζάντα έγραφε: «Η Μαρία Παντσίκα ακόμα κλαίει με λυγμούς, δυο μήνες αφότου οι Γερμανοί σκότωσαν η μητέρα της σε σφαγή στην ελληνική πόλη Δίστομο».
Το Δίστομο, τα Καλάβρυτα και οι χιλιάδες νεκροί του τόπου μας δε δικαιώθηκαν, ποτέ. Οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν είχαν καν το θάρρος να διεκδικήσουν τις πολεμικές επανορθώσεις.
Ήταν 10 Ιουνίου του 1944, την ίδια ακριβώς ημέρα που έγινε η σφαγή στο Δίστομο, στο Οραντούρ-Σιρ-Γκλαν, 20 χιλιόμετρα από τη Λιμόζ οι ναζί συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους και τους χώρισαν σε άνδρες και γυναικόπαιδα. 648 κάτοικοι της κωμόπολης, μεταξύ αυτών και 207 παιδιά, δολοφονήθηκαν από μονάδα των Ες Ες που κατευθυνόταν προς το μέτωπο της Νορμανδίας. Ο Ρομπέρ Εμπράς, ένας από τους μόλις έξι επιζώντες της σφαγής, ήταν τότε 19 ετών και ως τα βαθιά γεράματά του θυμόταν ακόμα την κάθε λεπτομέρεια.
Όπως διηγήθηκε, όταν άρχισαν οι πυροβολισμοί, έπεφτε ο ένας πάνω στον άλλο. Μετά τους κάλυψαν με διάφορα εύφλεκτα υλικά για να τους κάψουν ζωντανούς. Όταν τον έζωσαν οι φλόγες, αποφάσισε ότι έπρεπε με κάθε τρόπο να διαφύγει. Η μητέρα και η αδελφή του ήταν ανάμεσα στα 207 παιδιά και τις 245 γυναίκες που πυρπολήθηκαν μέσα στην εκκλησία του χωριού.
«Για μένα το δράμα του Οραντούρ είναι εδώ. Εδώ που οι γυναίκες και τα παιδιά εκτελέστηκαν εν ψυχρώ», έλεγε ο ίδιος.
Το Οραντούρ παρέμεινε ερειπωμένο, ως αιώνιο μνημείο της ναζιστικής βαρβαρότητας. Σε κοντινή απόσταση χτίστηκε ένα νέο χωριό.

Ο Adolf Diekmann ο επικεφαλής της ομάδας που εκτέλεσε την σφαγή στο Οραντούρ, ισχυρίστηκε στην αναφορά του ότι κάτι αντίστοιχο έγινε και στο Δίστομο χαρακτηρίζοντας τα δύο περιστατικά ως επιβεβλημένα αντίποινα για την δράση των αντάρτικων ομάδων. Ο Diekmann δεν τιμωρήθηκε για το έγκλημά του, αφού πέθανε λίγες ημέρες αργότερα στη Νορμανδία.
Ρούλα Καραγιάννη



