Λέιλα Αλ Γαντούρ

Παλαιστίνια

Του Γιώργου Μπίμη
Ένας ελάχιστος φόρος τιμής για τον πολύπαθο λαό της Παλαιστίνης.

Λέιλα Αλ Γαντούρ*
Φτωχό κορίτσι των αδικημένων και των τυραννισμένων 
συντρόφων μας της γης Χαναάν,
μικρό, πανέμορφο μηλαδέρφι του Χριστού,
πως μπόρεσε στ’ αλήθεια η μικρούλα σου η καρδιά
να χωρέσει τ’ αχώρετα όνειρα και τ’ απειράριθμα άστρα
της ψυχής των απλών ανθρώπων της πατρίδας σου;
Πως μπόρεσαν τ’ αδύναμα χέρια σου να κρατήσουν
τον κεραυνό και την αστραπή για να φωτίσεις σε μια μεγαλειώδη,
επική και ανατρεπτική στιγμή, την ιερή προσήλωση
και το τρυφερό πάθος ολάκερης της οικουμένης;
Λέιλα Αλ Γαντούρ, 
 μέσα από τ’ αχτένιστα, κατάμαυρα  μαλλιά σου, 
ξεχύνονται περιστέρια λευκά στους γλαυκούς ορίζοντες.
Φεύγουν κι έρχονται, ταξιδεύουν σα λαθρεπιβάτες
σε επίφοβες και σε κινδυνώδεις διαδρομές,
ταξιδεύουν ως εκεί που ξυπνά κι αναδύεται το δικό μας όραμα…
Κι όταν χαμηλώνει ο ήλιος
επιστρέφουν πάλι στους ερειπωμένους δρόμους,
στις χορταριασμένες αυλές, για να αναζωογονήσουν
τις φωλιές τους κάτω από τις τρύπιες στέγες των σπιτιών,
για να τσιμπολογήσουν τον άρτο τον επιούσιο
από το λιτό τραπέζι των χερομάχων και των χειροβίοτων,
για να πιούν νερό και να ξαποστάσουν στην πυκνή σκιά
των δέντρων και των οραμάτων των εξεγερμένων προλετάριων
της γης…
Κι εκεί, μέσα στο βαθύ, γαλάζιο βλέμμα σου,
μια αναπάντεχη Ελπίδα καθρεφτίζεται,
που μας παρακινεί να κρατήσουμε ενεργή την πίστη μας
για κείνη την πορφυρή κι ακατάβλητη βεβαιότητα,
για το εξαίσιο μέλλον του ανθρώπου που έρχεται καλπάζοντας
για να εξοβελίσει τη νύχτα και τον άνεμο…

 Κι όταν έσβησε η φλόγα της καρδιάς σου, 
κείνη τη ζοφερή και την αγέλαστη μέρα,
μυριάδες ανήλικα χερουβείμ τραγούδησαν
πέρα, μακριά, στους ανθισμένους λειμώνες τ’ ουρανού,
κρατώντας μύρο, αγιοκέρια κι αναμμένα γαρίφαλα
στα μικρά – μικρά χεράκια τους…

Δε δάκρυσαν… μόνο τραγούδησαν για σένα 
μικρή νεράιδα των ονείρων μας,
 για σένα που έφυγες τόσο βιαστικά από τη γη, 
που πρόφτασες όμως, στο πρώτο σταυροδρόμι της ζωής σου,
να συναπαντήσεις την ιστορία των απλών ανθρώπων
που πορεύεται ολομόναχη σε ξένη γη,
καθημαγμένη και αιμόφυρτη,
να χαράξεις στο χώμα την αιώνια θλίψη της,
να ψαύσεις τις βαθιές πληγές μας και το θάνατο,
να διασαλέψεις τον ανενεργό και αναποτελεσματικό χρόνο
(την αδράνεια, την απραξία και την αποχαύνωση)
να εξαντλήσεις τη σκονισμένη και ρυπαρή απόσταση,
να φέρεις πιο κοντά στο φως τον κόσμο της ανάγκης,
να γλυκάνεις με την παρθενία και με την αγνότητα της ψυχής σου
την αγωνία και τον πόνο της δικής μας τυραννισμένης ψυχής…
Δε θα σε ξεχάσουμε!
Θα διατηρήσουμε ζωντανή και άθικτη την εικόνα σου στη μνήμη μας
κι όταν χαράξει η μέρα του λυτρωμού, τότε θα φανερωθείς ξανά πρώτη,
για να σταθείς στο κεντρικό στασίδι του καθολικού ευκτήριου,
για να απαγγείλεις ‘’το χαίρε της δικαιοσύνης Σου,’’
για να διατυπώσεις τεκμηριωμένα το βαρύ κατηγορητήριο
στους διαφθορείς και στους φονιάδες,
για να διακονήσεις με γενναιοδωρία και με ανιδιοτέλεια,
στων δικών μας οσίων και μαρτύρων τη σύναξη,
για να εκχωρήσεις με ενθουσιασμό και χαρμοσύνη
στους μεροδουλευτές της γης το κυριαρχικό τους δικαίωμα,
ένα κομμάτι ξάστερου ουρανού από τη δική σου
άθικτη κι απαράγραπτη αιωνιότητα…

Γιώργος Δ. Μπίμης


*από την ποιητική συλλογή: ‘’Το χώμα και το αίμα.’’

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...