Την ώρα που η ΕΕ εκδίδει εγχειρίδια πολέμου, ανεβάζοντας τον βαθμό ετοιμότητας του λαού να αντιμετωπίσει μια γενικευμένη σύγκρουση, το αμερικανικό Πεντάγωνο επεξεργάζεται σχέδιο ώστε να διασφαλίζεται η λειτουργία μεγάλων στρατιωτικών εγκαταστάσεων στις ηπειρωτικές ΗΠΑ για τουλάχιστον 90 μέρες, χωρίς να εξαρτάται από εξωτερική υποστήριξη. Το σχέδιο, με την ονομασία FORTRESS, αποσκοπεί στην προετοιμασία των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων για παρατεταμένες διακοπές στην ηλεκτροδότηση, στην υδροδότηση, στον εφοδιασμό με καύσιμα, στις επικοινωνίες και στις εφοδιαστικές αλυσίδες, σε συνθήκες μεγάλης πολεμικής σύγκρουσης.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα στις ΗΠΑ, το σχέδιο προβλέπει τη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων στρατιωτικών υλικών, την εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών προμήθειας κρίσιμων πρώτων υλών και τη δυνατότητα μετατροπής πολιτικών εργοστασίων σε μονάδες παραγωγής «αμυντικού» υλικού σε περίπτωση κρίσης. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο του Πενταγώνου, η εξάρτηση από τις πολιτικές υποδομές αποτελεί «απαράδεκτο κίνδυνο για την εθνική άμυνα», και επεσήμανε την ανάγκη οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις να μπορούν να λειτουργούν αυτόνομα. Ολη η οικονομία προσαρμόζεται στους ρυθμούς του πολέμου και ένα τμήμα της στρατιωτικοποιείται πλήρως, για να διασφαλίζεται η λειτουργικότητα του στρατού κάτω από όλες τις συνθήκες.
Κεντρική θέση έχει η ενεργειακή αυτονομία των στρατιωτικών βάσεων. Το Πεντάγωνο εξετάζει την αξιοποίηση φορητών πυρηνικών αντιδραστήρων, συστημάτων αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας μεγάλης κλίμακας και μικροδικτύων, τα οποία θα επιτρέπουν στις εγκαταστάσεις να αποσυνδέονται από τα πολιτικά δίκτυα ηλεκτροδότησης όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο. Προβλέπονται επίσης αποθέματα πυρομαχικών, καυσίμων, κρίσιμων ορυκτών, ηλεκτρονικών εξαρτημάτων, ανταλλακτικών και ιατρικών υλικών. Επιδιώκεται να υπάρχουν τουλάχιστον δύο εναλλακτικές διαδρομές προμήθειας ή παραγωγής για κρίσιμα «αμυντικά» υλικά, ώστε η απώλεια ενός προμηθευτή ή μιας παραγωγικής μονάδας να μη διακόπτει τη λειτουργία των Ενόπλων Δυνάμεων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις στρατιωτικών επιτελών, μια πολεμική σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί σε πολλαπλά μέτωπα και να προκαλέσει εκτεταμένες διαταραχές στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, περιορίζοντας τη δυνατότητα ανεφοδιασμού των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων ή και την ανάπτυξή τους στο εξωτερικό. Μάλιστα, αν οι ΗΠΑ συγκρουστούν με μια δύναμη ανάλογου στρατιωτικού μεγέθους, όπως η Κίνα, η δυνατότητα προβολής ισχύος θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σοβαρά εμπόδια. Στο επίκεντρο βρίσκεται το ενδεχόμενο να υπάρξουν κυβερνοεπιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές, με στόχο να διαταραχθούν οι στρατιωτικές μεταφορές, οι επικοινωνίες και η κινητοποίηση των αμερικανικών δυνάμεων. Σύμφωνα με έκθεση του Πενταγώνου, η Κίνα έχει αναπτύξει κυβερνοδυνατότητες για πλήγματα σε δίκτυα κρίσιμων υποδομών των ΗΠΑ.
Ο αμερικανικός στρατός εργάζεται πάνω στο νέο επιχειρησιακό πλαίσιο, με την ονομασία «How the Army Fights», δίνοντας έμφαση στην ικανότητα των στρατιωτικών μονάδων να αναπτύσσονται, να επικοινωνούν και να συνεχίζουν τις επιχειρήσεις ακόμα και όταν οι βάσεις, οι γραμμές ανεφοδιασμού και τα δίκτυα επικοινωνιών δέχονται επιθέσεις. Αντίστοιχα μηνύματα εκπέμπει και η Βρετανία, με τον υπουργό Αμυνας να προειδοποιεί ότι η χώρα πρέπει να είναι έτοιμη να πολεμήσει και να νικήσει μέσα στις επόμενες 1.000 μέρες. Με άρθρο του στην «Telegraph» υποστήριξε ότι μέχρι το 2030 οι στρατιωτικές δυνατότητες και η πολεμική οικονομία των αντιπάλων της Βρετανίας ενδέχεται να τους επιτρέπουν να εξαπολύσουν επίθεση, καλώντας τη βρετανική κυβέρνηση και το ΝΑΤΟ να επιταχύνουν τις προετοιμασίες.
Παράλληλα, η βρετανική κυβέρνηση ξεκίνησε εκστρατεία ενημέρωσης του πληθυσμού με τίτλο «Be Ready», καλώντας τα νοικοκυριά να διατηρούν αποθέματα βασικών ειδών για τουλάχιστον τρεις μέρες, για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων και διακοπών κρίσιμων υπηρεσιών. Οι δηλώσεις αυτές, σε συνδυασμό με τον σχεδιασμό του αμερικανικού Πενταγώνου και τις προχτεσινές ανακοινώσεις της Κομισιόν, αναδεικνύουν την έκταση της πολεμικής προετοιμασίας που βρίσκεται σε εξέλιξη και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Είναι πλευρές μιας ενιαίας στρατηγικής, που αντανακλά την κλιμακούμενη σύγκρουση ΗΠΑ – Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα.
Η αντιπαράθεση για το ξαναμοίρασμα του κόσμου παίρνει όλες τις μορφές: Εμπορικός πόλεμος, δασμοί, τεχνολογικές και οικονομικές κυρώσεις, κυβερνοεπιθέσεις, πολεμική και στρατιωτική κατασκοπεία. Προπάντων, η ανεπίστρεπτη κλιμάκωση των ανταγωνισμών επιταχύνει την πολεμική προετοιμασία σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης, με προτεραιότητα τις Ενοπλες Δυνάμεις, τις κρατικές υποδομές, τα δίκτυα και την πολεμική βιομηχανία, σε συνθήκες όπου ακόμα και η επικράτεια των ΗΠΑ μπορεί να αποτελέσει πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων…
Το άρθρο αναδημοσιεύεται από τη στήλη “Αποκαλυπτικά” του Ριζοσπάστη, 5/11/26



