«Ποτοαπαγόρευση» – Prohibition: Μύθοι και πραγματικότητα

Η μητρόπολη του καπιταλισμού είναι πολιτιγραφημένη στο λαό μας καταρχήν με το «φονιάδες των λαών αμερικάνοι», αλλά και με κάποια (φωτογραφικά) flash back –μεταξύ αυτών, εκτός από το εξελληνισμένο ΟΚ το “wanted” και την «ποτοαπαγόρευση» – Prohibition (με βάση το νόμο Βόλστεντ [Volstead Act]), που είχε να κάνει με την παρασκευή, μεταφορά και πώληση οινοπνευματωδών ποτών στις ΗΠΑ.

Και οι δύο έχουν να κάνουν με το –τότε και πάντα, «αμερικάνικο όνειρο», όπως επίσης με το “New Deal“.

Η πρώτη, που σημαίνει «καταζητείται» και θα την έχετε δει σε καρικατούρες και καουμποΐστικα κινηματογραφικά έργα μιας εποχής, τίτλο σε μικρές αφίσες κάτω από τις φωτογραφίες αξύριστων και άγριων παρανόμων με το απαραίτητο νούμερο -πόσα δολάρια θα πάρει αυτός που θα βοηθήσει τον τοπικό σερίφη να πιάσει τον αξύριστο εγκληματία που καταφέρνει να ξεφεύγει τη σύλληψη και να διαπράττει ανενόχλητος τα εγκλήματά του.
Τις αφίσες αυτές τις κρεμούσαν έξω από τα διάφορα «σαλούν», όπου γεννήθηκε και διαμορφώθηκε η αμερικάνικη Δημοκρατία ανάμεσα σε χοντρόστηθες, ξανθομαλλούσες και αρκούντως πονόψυχες πουτάνες της Άγριας Δύσης, μπροστά σε ποτήρια νοθευμένο ουίσκι και κάτω από τις διασταυρούμενες σφαίρες που σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους.
Έτσι, από νταηλίκι, γιατί, βλέπεις, οι άγριοι αυτοί πιονιέροι της αμερικάνικης «δημοκρατίας», υπήρξαν οι πρόδρομοι των απανταχού σήμερα αμερικάνων «υβριδικών» μισθοφόρων…

30 χρόνια πριν, τη νύχτα της 16ης προς την 17η Ιανουαρίου του 1991, η (2η;…3η; -χάσαμε το λογαριασμό) επιχείρηση «καταιγίδα της ερήμου» ξεκινά… Στις 2:30 τα ξημερώματα, τα ελικόπτερα των «συμμάχων» καταστρέφουν εγκαταστάσεις ραντάρ των Ιρακινών, κατόπιν, πολεμικά αεροσκάφη βομβαρδίζουν «αεροδρόμια και εγκαταστάσεις» -στην πραγματικότητα, οι άμαχοι της Βαγδάτης βομβαρδίζονται καταιγιστικά και ανελέητα με πυραύλους νέας τεχνολογίας και οι χερσαίες επιχειρήσεις…
Σε μόλις τρεις μέρες δημιουργήματα αιώνων της ιστορίας σβήνονται για πάντα από το χάρτη καλυμμένοι από τα πτώματα 100.000 αμάχων και 75.000 τραυματιών, ενώ οι δολοφόνοι επαίρονται για 358 νεκρούς και 776 τραυματίες.

«Ποτοαπαγόρευση» – Prohibition

Το δεύτερο made in USA –«αμερικανικής κατασκευής και προελεύσεως», που λέγαμε παλιά στο στρατό, «σήμα κατατεθέν» και χέρι-χέρι με το wanted, η «ποτοαπαγόρευση» (όχι τυχαία σε εισαγωγικά).
Για τους περισσότερους, όπου γης –ακόμη και μυημένους στην ιστορία, είναι ταυτισμένη με το φαίνεσθαι, δηλ. αστυνομικούς, FBI και «αγανακτισμένους» να ορμάνε με τσεκούρια στα παράνομα αποστακτήρια της εποχής –ποζάροντας στη συνέχεια για την απαραίτητη φωτο, με την εικόνα να συμπληρώνεται από «γραφικούς» – φανατικούς, Πουριτανούς, Μεθοδιστές, Βαπτιστές, Κουακέρους … – μαζί με τους εμπόρους του τσαγιού και αεριούχων ποτών που αναδείχθηκαν σε ρόλο ιεροεξεταστών (ή χαφιέδων -μαζί πάνε αυτά) με απόλυτες δικαιοδοσίες πάνω στην υγεία, την ηθική και τον «καθωσπρεπισμό» των συμπολιτών τους.

Η Wiki –η πλέον αξιόπιστη πηγή διαδικτυακή πηγή του απανταχού αστικού κατεστημένου, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής παρελκυστικά:
Στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε ξεκινήσει ένα κίνημα υπέρ της ποτοαπαγόρευσης ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα και ως το 1850 αρκετές πολιτείες, κυρίως του νότου, είχαν ψηφίσει νόμους που περιόριζαν ή απαγόρευαν την διάθεση αλκοολούχων ποτών.
Η πρωτοβουλία ανήκε σε θρησκευτικές προτεσταντικές οργανώσεις, κυρίως του Μεθοδιστικού δογμάτος. Έτσι γρήγορα σχηματίσθηκαν δύο πανίσχυρες ομάδες πίεσης, η «Ένωση κατά των Σαλούν» (Anti-Saloon League) και η «Ένωση Γυναικών για τη Χριστιανική Εγκράτεια» (Women’s Christian Temperance Union) που μετέπειτα μέλη των δύο αυτών οργανώσεων σχημάτισαν το Κόμμα της Απαγόρευσης (Prohibition Party), που πήρε μέρος στις προεδρικές εκλογές του 1872, αλλά συγκέντρωσε μόλις 5.608 ψήφους.
Το 1879 ο Τζον Σεντ Τζον εκλέχθηκε κυβερνήτης του Κάνσας, το οποίο αργότερα έγινε η πρώτη πολιτεία στην Αμερική, που κήρυξε παράνομο το αλκοόλ. (κλπ)
Η κοινή γνώμη στις ΗΠΑ άρχισε να αλλάζει διάθεση και ως το 1919 το 75% των πολιτειών είχε ευθυγραμμισθεί με τη 18η τροποποίηση του Αμερικάνικου Συντάγματος, που απαγόρευε την πώληση ή διακίνηση αλκοολούχων ποτών.

Η πραγματικότητα πίσω από τους μύθους

Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής η ανασφάλεια και ανησυχία μεγάλωνε καθώς μάλιστα πλησίαζε η ώρα που θα μετείχαν και αυτές στον ως τότε ευρωπαϊκό πόλεμο.
Ο λαός στη σκέψη ενός πολέμου και τα μονοπώλια της εποχής πως θα μπουν πιο δυνατά στην παγκόσμια κονίστρα και κυρίως πως θα βγουν από αυτή ενισχυμένα

Η χώρα ήταν ακόμα τότε ένα μωσαϊκό εθνοτήτων και μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της είχε γεννηθεί ακριβώς στις εμπόλεμες χώρες της Ευρώπης – υπήρχε, επίσης, ο κίνδυνος να μεταφερθούν στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού, στο εσωτερικό των ΗΠΑ, τα μίση και τις διαφορές που ο πόλεμος και οι εθνικισμοί προκαλούσαν.
Ακόμα μεγαλύτερος κίνδυνος παρουσιάστηκε λίγο αργότερα:
Το αντιπολεμικό κίνημα, που προοδευτικά πλησίαζε τις ριζοσπαστικές σοσιαλιστικές ιδέες, απειλούσε, εκτός από την ενότητα της χώρας, τον ίδιο τον καπιταλιστικό της χαρακτήρα – εξαιρετικά ανεπίτρεπτη προοπτική εάν το έβλεπε κανείς από την πλευρά των βιομηχάνων, των τοκογλύφων τραπεζιτών και των μεγαλεμπόρων.

Για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων, η κυβέρνηση των ΗΠΑ σκέφτηκε ένα μεγαλόπνοο σχέδιο «πειθάρχησης» του πληθυσμού.
Ανέσυρε από τα πλέον συντηρητικά ερμάρια της αμερικανικής ιστορίας τις ιδέες εκείνες που ανέθεταν στο Θεό – και εν τη απουσία αυτού στο Κράτος – την απόλυτη ευθύνη για την υγεία των πολιτών και για τη χρηστή συμπεριφορά και διαγωγή τους.
Το Δεκέμβρη του 1917, ακριβώς στις μέρες που οι ειδήσεις από την επαναστατημένη Ρωσία τρομοκρατούσαν τον καπιταλισμό, ψηφίστηκε η 18η Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ που έφερε το χαρακτηριστικό τίτλο ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ (Prohibition).

“Who does not love wine, wife and song, will be a fool his whole life long!”
(Wer nicht liebt Wein, Weib & Gesang / Bleibt ein Narr sein Leben lang)

Με αυτή απαγορευόταν η παραγωγή, διάθεση και ειδικά η κατανάλωση κάθε είδους ποτού που εμπεριείχε οινόπνευμα και μέχρι το Γενάρη του 1920 η τροπολογία ίσχυε σε όλες τις Πολιτείες.

Η Ποτοαπαγόρευση σφράγισε μία ολόκληρη ιστορική περίοδο των ΗΠΑ.

Με τη βοήθεια πιο ριζοσπαστικών μεθόδων, εκτελέσεων (Σάκο και Βαντζέτι), πολλών μαζικών εγκλεισμών και απελάσεων (με πρόσχημα την υγεία φυσικά, για να «αντιμετωπιστούν τα τραχώματα» και να σωθεί η όραση των «καθωσπρέπει» Αμερικανών) και με το κτίσιμο ισχυρών κατασταλτικών μηχανισμών, οι πολίτες των ΗΠΑ «ενοποιήθηκαν», «πειθάρχησαν» στις κοινές αξίες και απέταξαν τον Σατανά και τους πειρασμούς αυτού: αναρχο-κομμουνισμό, και βάλε.

Το χρήμα στο μεταξύ έρεε άφθονο, όπως άφθονο έρεε και (το παράνομο, άρα πιο «γλυκό») ουίσκι, καθώς οι σφαίρες της αστυνομίας ή τα τότε Tommy Gun των γκάνγκστερ, τρυπούσαν τα βαρέλια που τα μετέφεραν, τα φορτηγά ή τα υπόγεια των speak-easy, στέκια ή καταγώγια, όπου κυκλοφορούσαν οι ωραιότερες και πιο ακριβά και όμορφα ντυμένες (μοιραίες και μη) γυναίκες τα χρόνια 1920 – 1933.
Ήταν οι εποχές που παρά το ιστορικό του ο Αλ Καπόνε, που έλεγχε το Σικάγο και κατηγορείτο για σειρά γκανγκστερικών επιθέσεων και παραβιάσεων και εκατοντάδες δολοφονίες (ειρωνεία της «τύχης») καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή, γιατί στις μεγάλες (αστικές) Δημοκρατίες όλα μπορούν να συμβούν ή μήπως όχι; (λέμε τώρα…)

Το 1933 ο Ρούσβελτ με την 21η Τροπολογία κατάργησε την ποτοαπαγόρευση . Προς Θεού! Δεν τη θεώρησε άδικη και κατακριτέα, ούτε ξέχασε την ηθική και τη δημόσια υγεία – απλά είχε άλλα προβλήματα. Σε περιόδους ανέχειας, στέρησης και πείνας, όπως αυτή που ξεκίνησε στις ΗΠΑ με την οικονομική κρίση του 1929, το οινόπνευμα αποτελεί πρώτης τάξης προμηθευτή θερμίδων για τους εργαζόμενους: με τη συνδρομή του πεθαίνουν λιγότεροι από την πείνα και έτσι μπορεί ο όποιος εργοδότης τους να τους σκοτώνει ελεύθερα στα φαραωνικά δημόσια έργα της εποχής, στα εργοστάσια, στις στοές ή στα χωράφια των «σταφυλιών της οργής» που περιέγραψε ο μεγάλος Στάινμπεκ.
Η αλήθεια για τις τράπεζες, για τ’ άνισο μοίρασμα των αγαθών, για την άκριτη σπατάλη που ‘ναι σαν φτύμα στα μούτρα της φτώχειας, για το φαΐ που πετιέται, γιατί ως και η τροφή και το δικαίωμα καθενός σ’ αυτήν είναι τζόγος στο χρηματιστήριο, ενώ παραδίπλα άνθρωποι λιμοκτονούν.

Μέσ’ από τα λόγια του Κέιζι, του ιεροκήρυκα που ούτε λίγο ούτε πολύ λέει πως δεν υπάρχει Θεός, αλλά μια κοινή ανθρώπινη ψυχή στην οποία όλοι μετέχουν.
Μέσ’ απ’ τον ενστικτώδη αγώνα του Τομ Τζόουντ για δικαιοσύνη κι ισότητα. Μέσ’ απ’ τις δεκάδες μικρές πράξεις καλοσύνης του ανθρώπου που στερείται, προς το συνάνθρωπό του που μήτ’ αυτός έχει – μικρές πράξεις καλοσύνης ανθρώπων που τους συνδέει η κοινή ανθρώπινη μοίρα. Και μέσ’ από την ακλόνητη δύναμη της μάνας μπρος στις αντιξοότητες…

1902 από την “the Hawaiian Gazette”

Οι αστοί –ακόμη και οι «προοδευτικοί» έχουν κάθε λόγο να παρουσιάζουν την περίοδο της ποτοαπαγόρευση με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω.

Για παράδειγμα, πολύ πρόσφατα ο John Phelan αναφέρεται αναλυτικά σε ένα βιβλίο του John Meadowcroft του King’s College στο Λονδίνο, με θέμα τις απαγορεύσεις (Prohibitions) που «προσφέρει διάφορα “γενικά διδάγματα και συμπεράσματα” και η εμπειρία των ΗΠΑ με την ποτοαπαγόρευση είναι ένα καλό παράδειγμα γι’ αυτά», ανακαλύπτοντας τα εξής απίστευτα.

1. Οι ομάδες συμφέροντος έχουν κομβικό ρόλο στις απαγορεύσεις
Δεν υπήρχε κάποιο γενικό αίτημα υπέρ της ποτοαπαγόρευσης. Αντιθέτως, το αίτημα αυτό προωθήθηκε από μια αφοσιωμένη συμμαχία που περιλάμβανε ομάδες όπως η Λίγκα Κατά των Σαλούν (Anti-Saloon League) και η Χριστιανική Ένωση Γυναικών για την Εγκράτεια (Women’s Christian Temperance Union) sic!!.
Καταδεικνύοντας μια πτυχή του φαινομένου που ο Mancur Olson ονόμασε Λογική της Συλλογικής Δράσης, τα πιθανά οφέλη της ποτοαπαγόρευσης αφορούσαν πολύ περισσότερο τον σχετικά μικρό αριθμό των υποστηρικτών απ’ ό,τι τα πιθανά κόστη όλους τους υπολοίπους. Έτσι, οι υποστηρικτές της ποτοαπαγόρευσης μπόρεσαν να αποκτήσουν δυσανάλογη πολιτική ισχύ.
2. Η ποτοαπαγόρευση καθιστά εγκληματίες ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα ήταν
Η απαγόρευση της προσφοράς δεν κατήργησε τη ζήτηση. Αντίθετα, νομοταγείς άνθρωποι που δεν καταλάβαιναν γιατί το να πιουν μια μπύρα ή ένα ουίσκι θα πρέπει να είναι παράνομο, έγιναν εγκληματίες εν μία νυκτί.
Ο Έλιοτ Νες, ο αστυνομικός της εποχής της ποτοαπαγόρευσης που συνέλαβε τον Αλ Καπόνε, θυμάται: «Αμφιβολίες έτρεχαν στον νου μου καθώς αναλογιζόμουν το κατά πόσο είναι εφικτό να εφαρμόσουμε έναν νόμο τον οποίο η πλειονότητα των έντιμων πολιτών δεν φαίνεται να επιθυμεί».
3. Η απαγόρευση βάζει αγορές στα χέρια εγκληματιών
Καθώς η ζήτηση παρέμεινε, η απαγόρευση της προσφοράς των οινοπνευματωδών έβαλε απλώς την αγορά στα χέρια εγκληματιών.
Η προοπτική αυτών των κερδών οδήγησε σε διαμάχες. Τα ποσοστά ανθρωποκτονιών αυξήθηκαν δραματικά. Το δεύτερο έτος της ποτοαπαγόρευσης, το 1921, εκτοξεύθηκαν κατά 19% στις 8,8 ανθρωποκτονίες ανά 100.000 ανθρώπους, το υψηλότερο ποσοστό που είχε καταγραφεί μέχρι εκείνη την στιγμή.
Όπως επισημαίνει ο οικονομολόγος Burton A. Abrams: «Για τα δέκα χρόνια που προηγήθηκαν της ποτοαπαγόρευσης, το ποσοστό ανθρωποκτονιών ήταν κατά μέσο όρο 6,1 ανά 100.000 ανθρώπους. Για τα δέκα χρόνια μετά τον τερματισμό της ποτοαπαγόρευσης, ήταν κατά μέσο όρο 7. Κατά τα 14 χρόνια της ποτοαπαγόρευσης, ο μέσος όρος ήταν 8,4. Το ποσοστό ανθρωποκτονιών το τελευταίο έτος της ποτοαπαγόρευσης, το 1933, ήταν 9,7, ένα ποσοστό που οι ΗΠΑ δεν θα ξαναέβλεπαν για τέσσερις δεκαετίες».
ΣΣ|> Ούτε λόγος για το ότι η περίοδος συμπίπτει με την μεγαλύτερη καπιταλιστική κρίση εκείνων των χρόνων
4. Οι απαγορεύσεις αυξάνουν τον κίνδυνο ήδη επικίνδυνων δραστηριοτήτων
Με το να καθίσταται παράνομη η κατανάλωση οινοπνεύματος, αυτή έγινε πιο επικίνδυνη.
Οι άνθρωποι έπιναν με πιο επικίνδυνο τρόπο. Η εκτατική χρήση – μικρές δόσεις σε μια μεγάλη χρονική περίοδο – είναι πιθανότερο να εντοπιστεί απ’ ό,τι η εντατική χρήση – μια μεγάλη δόση που καταναλώνεται διά μιας – έτσι το καθημερινό ποτό αντικαταστάθηκε από την περιστασιακή υπερβολική κατανάλωση.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το περιοδικό Outlook and Independent έγραφε τα εξής: Η εταιρία ασφαλειών ζωής Metropolitan δημοσίευσε ότι το ποσοστό θανάτων λόγω κατανάλωσης οινοπνευματωδών μεταξύ των 19 εκατομμυρίων πελατών της έχει αυξηθεί κατά σχεδόν 600% στα τελευταία δέκα χρόνια – είναι διπλάσιο απ’ ό,τι το 1918, και περίπου το ίδιο με τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτό αφαιρεί και την τελευταία αμφιβολία από τη σκέψη κάθε λογικού ανθρώπου ότι ήρθε η ώρα να κινηθούμε προς την ανάκληση της 18ης Τροπολογίας”.
5. Οι απαγορεύσεις εκτρέπουν πόρους της εφαρμογής του νόμου
Ένας νόμος με τον οποίο λίγοι συμφωνούν απαιτεί τεράστια επιβολή για να πετύχει.
Ο αριθμός των αστυνομικών της ποτοαπαγόρευσης σχεδόν διπλασιάστηκε κατά το διάστημα 1920-1930. Το 1930, οι διώξεις στα ομοσπονδιακά δικαστήρια για τον νόμο περί ποτοαπαγόρευσης ήταν οκτώ φορές περισσότερες από τον συνολικό αριθμό όλων των ομοσπονδιακών διώξεων το 1914. Κατά την περίοδο 1914-1930, ο αριθμός των καταδικασμένων σε ομοσπονδιακές δίκες αυξήθηκε από τους 4.000 στους περίπου 12.500 με πάνω από το μισό … οι ομοσπονδιακές δαπάνες για φυλακές αυξήθηκαν κατά 1.000% κατά το διάστημα 1915-1932 (κλπ).
ΣΣ |> Τα νούμερα είναι σωστά, απλά εδώ αποκρύπτεται το κύριο που έχει να κάνει με την «επικαιροποιημένη» προσαρμογή των μεθόδων καταστολής του αστικού κράτους.
6. Οι απαγορεύσεις σχεδόν ποτέ δεν αποδίδουν
Παρά την προσπάθεια, η ποτοαπαγόρευση απέτυχε να σταματήσει την κατανάλωση οινοπνεύματος… σε εθνικό επίπεδο, το 73% των ψηφοφόρων επιθυμούσαν την ανάκλησή της, έτσι με την 21η, η προηγούμενη 18η έγινε η μόνη που ανακλήθηκε ποτέ και αυτό το “ευγενές πείραμα” τερματίστηκε.
ΣΣ |> Τα παραπάνω θα είχαν αξία, αν οι προθέσεις του νόμου ήταν τα «φαίνεσθαι» (ελπίζουμε πως παραθέσαμε αρκετά στοιχεία για το αντίθετο)

10άδες οι ταινίες, οι περισσότερες πετυχημένες σ’ ότι αφορά το πολιτικο-κοινωνικό μήνυμα και την καταγραφή της εποχής –σταχυολογούμε:

  • Blotto (Νυχτερινή Ζωή) η αξέχαστη κωμωδία του 1930  με Stan Laurel ,Oliver Hardy (Χοντρό-Λιγνό) Anita Garvin, κά που σατιρίζει την ποτοαπαγόρευση
  • Ο τελευταίος επιζών, σε σκηνοθεσία Γουόλτερ Χιλ.
    Ένας περιπλανώμενος τυχοδιώκτης την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης , στην Αμερική, χρησιμοποιεί προς όφελός του την αντιπαλότητα δύο συμμοριών, παίζοντας ένα διπλό και επικίνδυνο παιχνίδι.
    Το κλασικό φιλμ «Γιοζίμπο» του Ακίρα Κουροσάβα συναντά τη νουβέλα «Red Harvest» του Ντάσιελ Χάμετ και το αποτέλεσμα είναι ένα εκρηκτικό κοκτέιλ αμείωτης δράσης, κυνικών χαρακτήρων και αποπνικτικής ατμόσφαιρας, όλα ιδωμένα μέσα από το κινηματογραφικό βλέμμα του Γουόλτερ Χιλ. Ο σκηνοθέτης βυθίζει τους ήρωές του σ’ ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από βία και σκληρότητα.
    Πρωταγωνιστούν: Μπρους Γουίλις, Κρίστοφερ Γουόκεν, Μπρους Ντερν, Καρίνα Λόμπαρντ, Αλεξάντρα Πάουελ.
  • Παράνομοι (2012).
    Η ιστορία εκτυλίσσεται κάπου στην πολιτεία της Βιρτζίνια, τη δεκαετία του ’30. Σ’ αυτά τα κυνικά και βάναυσα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, η εξαθλίωση στην Αμερική είναι τέτοια που σπρώχνει κατευθείαν στη διαφθορά και την παρανομία.
    Η ταινία βασίζεται στο βιβλίο που έχει τίτλο «The Wettest Country in the World», είναι γραμμένο από τον Matt Bondurant και πραγματεύεται, ακριβώς, την ιστορία των «αθάνατων» αδελφών Bondurant που πέρασαν στο θρύλο ως θρασείς και ατρόμητοι, πανούργοι και ανυποχώρητοι έμποροι αποσταγμένου αλκοόλ, κλάδος ιδιαίτερα κερδοφόρος, αλλά και άκρως επικίνδυνος…
    Αρχική «δυσπραγία» στην αφήγηση, που ανατρέπεται σχετικά γρήγορα από την αξιόλογη ερμηνεία του Τομ Χάρντι στο ρόλο του μεγαλύτερου αδελφού, του λιγομίλητου Φόρεστ, που ωστόσο καταφέρνει να λέει τα πάντα με τη γλώσσα του σώματος.
    Από τη στιγμή που η αφήγηση παίρνει μπρος, τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τον, χωρίς έλεος, βηματισμό της… η βία και το αίμα αναβλύζουν πανταχόθεν, ενώ το στόρι γεννά συνεχώς έντονα συναισθήματα δυσοσμίας, αγωνίας και νευρικότητας…
    Παίζουν: Τομ Χάρντι, Γκάι Πιρς, Γκάρι Ολντμαν, Σία Λα Μπεφ, Μία Βασίκοφσκα, Τζέσικα Τσάστεϊν κ.ά.
  • Ο σημαδεμένος
    Εξαιρετική γκαγκστερική ταινία, σκηνοθετημένη από τον Χάουαρντ Χοκς, που παρουσιάζει την ιστορία της Μαφίας την εποχή της ποτοαπαγόρευσης.
    Ένας γκάγκστερ, που τον ονομάζουν “σημαδεμένο” στο Σικάγο του ’30 καταφέρνει να γίνει πανίσχυρος.
    Παίζουν οι Πολ Μιούνι, Αν Ντβόρακ, Τζορτζ Ραφτ, Μπόρις Καρλόφ και Κάρεν Μόρλεϊ
  • (από τις καλύτερες)
    Ο μαφιόζος «Μπάγκσι»
    Στα χρόνια του κραχ και της ποτοαπαγόρευσης (για το λαό μόνο), στο μαφιόζικο υπόκοσμο «ντεμπουτάρει» ο νεαρός βιαστής κοριτσιών και διαρρήκτης Μπέντζαμιν Σίνγκελ, γνωστός με το παρατσούκλι «Μπάγκσι». Κάνει εμπόριο ηρωίνης για λογαριασμό του αρχιμαφιόζου Λάκι Λουτσιάνο και ποτών, με τον επίσης μαφιόζο Μέγιερ Λάουσκι.
    Ο «Μπάγκσι» αναλαμβάνει να δολοφονήσει τον υπουργό Δικαιοσύνης Τόμας Ντιούι, ο οποίος ήθελε αλλά απέτυχε να ξεριζώσει τον υπόκοσμο. Το 1936 o Σίνγκελ, μαθαίνοντας ότι μια συμμορία από το Σικάγο επιδιώκει τον έλεγχο παράνομων επιχειρήσεων του Χόλιγουντ, με μια ντουζίνα γκάνγκστερς πάει στη δυτική ακτή.
    Νοικιάζει την έπαυλη του σταρ Λόρενς Τίμπετ και με τη βοήθεια του Τζορτζ Ραφτ και του «συνεργάτη» του Μαρίνο Μπέλο (πατριού της Τζιν Χάρλοου), αρχίζει να συναναστρέφεται και γίνεται φίλος διαφόρων σταρ, οι οποίοι προετοιμαζόμενοι από τον μαφιόζο, έπαιξαν αργότερα ολέθριο, χαφιέδικο αντικομμουνιστικό ρόλο.
    Ο «Μπάγκσι» διεισδύει στον κόσμο του Χόλιγουντ. Κερδίζει μισό εκατομμύριο δολάρια το χρόνο με εμπόριο ναρκωτικών, λευκής σαρκός και με εκβιασμούς και με διάφορους τρόπους βάζει στο χέρι καλλιτέχνες, ακόμα και μεγιστάνες κινηματογραφικούς παραγωγούς. Λ.χ. αν οι παραγωγοί δεν πλήρωναν όσα αυτός απαιτούσε, εξαφάνιζε από τα γυρίσματα τις «στρατιές» των κομπάρσων, αφού και εκείνους αυτός ο μαφιόζος τους κουμαντάριζε…
    Ο Σίνγκελ το 1939 συμπράττει στη δολοφονία του γκάνγκστερ Χάρι Γκρίνμπεργκ. Καταδικάζεται, φυλακίζεται, αλλά χρηματοδοτεί την επανεκλογή του εισαγγελέα του Λος Αντζελες Ντουκγουίλερ, και απελευθερώνεται.
    Μετά την αποφυλάκισή του γίνεται ερωμένος της Βιρτζίνια Χιλ, της επονομαζόμενης «Σούγκαρ» και «Βασίλισσας της Μαφίας», πρώην ερωμένης των αρχιμαφιόζων Λουτσιάνο και Κοστέλο, η οποία χάρη στην «εύνοια» του μεγαλοπαραγωγού Σαμ Γκόλντουιν συμπρωταγωνίστησε το 1944 σε μια ταινία με τους Γκάρι Κούπερ – Μπάρμπαρα Στάνγουικ.
    Το 1944 ο Σίνγκελ άρχισε και το άλλο μαφιόζικο έργο του, το χτίσιμο του καζίνο «Φλαμίνγκο» στο Λας Βέγκας, το οποίο έπαιξε «ρόλο» στα τεκταινόμενα του Χόλιγουντ, κι όχι μόνο σαν… ντεκόρ ταινιών. Ο Σίνγκελ δεν πρόλαβε να παίξει, όπως προοριζόταν, πρωταγωνιστικό χαφιέδικο ρόλο στην αντικομμουνιστική εκστρατεία που άρχισε το Σεπτέμβρη του 1947, γιατί τον Ιούνη δολοφονήθηκε από ανταγωνιστή του.
    Δείτε και |> Bugsy του Barry Levinson με Warren Beatty, Annette Bening, Harvey Keitel κλπ
  • Κάποτε στην ΑμερικήOnce Upon a Time (2001) σε σκηνοθεσία Sergio Leone.
    Η σκιαγράφηση της φιλίας δύο Αμερικανοεβραίων γκάνγκστερ, από τα παιδικά τους χρόνια μέχρι και την ηλικία της ωρίμανσης. Παράλληλα με τις προσωπικές τους ιστορίες, παρακολουθούμε την ιστορία της Αμερικής την εποχή της ποτοαπαγόρευσης , του λαθρεμπορίου, καθώς και την ανάπτυξη του γκανγκστερισμού και το πέρασμα στο οργανωμένο έγκλημα.
    Μετά το «Κάποτε στη Δύση», ο Σέρτζιο Λεόνε κάνει μια ταινία – την ωριμότερή του ίσως – η οποία διαπνέεται από την πίκρα της προδοσίας και της μοναξιάς, ενώ παρουσιάζονται οι σημαντικότερες ιστορικές και κοινωνικές φάσεις της Αμερικής στον 20ό αιώνα.
    Εξαιρετικές είναι οι ερμηνείες των Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Τζέιμς Γουντς. Πρωταγωνιστούν: Ελίζαμπεθ Μαγκόβερν, Τζένιφερ Κόνελι, Τριτ Ουίλιαμς, κ.ά.
  • Και τέλος, «Μερικοί το προτιμούν καυτό», Some Like it Hot (1959) μια από τις πιο καλογυρισμένες κωμωδίες του αμερικάνικου κινηματογράφου σε σκηνοθεσία Μπιλ Γουάιλντερ.
    Η ταινία εκτυλίσσεται στα τέλη της δεκαετίας του ’20, στο Σικάγο, όπου, λόγω της ποτοαπαγόρευσης , έχουν δημιουργηθεί μεγάλες συμμορίες.
    Ο Τζο και ο Τζέρι είναι μουσικοί σ’ ένα νάιτ κλαμπ. Ενα βράδυ, η αστυνομία κάνει έφοδο και εκείνοι για να σωθούν κρύβονται σ’ ένα γκαράζ.
    Για μεγάλη τους ατυχία όμως, γίνονται μάρτυρες μιας «ιστορικής» ομαδικής δολοφονίας, όπου μια συμμορία εξοντώνει μια άλλη. Ο αρχηγός των φονιάδων, Σπατς Κολόμπο, τους ανακαλύπτει.
    Ο Τζο και ο Τζέρι μεταμφιέζονται σε γυναίκες και ανακατεύονται με μια γυναικεία ορχήστρα, που πηγαίνει με τρένο στη Φλόριντα. Εκεί μπορεί το γυναικείο ντύσιμο να τους δημιουργεί προβλήματα, παρ’ όλα αυτά, όμως, δεν τολμούν να το αλλάξουν, αφού ο Σπατς τους αναζητεί ακόμα.
    Εκτός των άλλων, όμως, προβλήματα έχουν και όταν γνωρίζονται με τη «ζαχαρένια» Σούγκαρ Κέιν… Στην ταινία παίζουν μεταξύ άλλων: Μέριλιν Μονρόε, Τόνι Κέρτις, Τζακ Λέμον, Τζορτζ Ραφτ, κ.ά.
  • Ο φαύλος κύκλος της κυρίας Πάρκερ (Mrs. Parker and the Vicious Circle -1994)
    Στη Νέα Υόρκη του μεσοπολέμου και της ποτοαπαγόρευσης μια παρέα καλλιτεχνών ζει στο δικό της ρυθμό.
    Συνδετικός κρίκος της παρέας είναι η Ντόροθι Πάρκερ, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, μια γυναίκα που έψαχνε τον έρωτα μέσα από θυελλώδεις σχέσεις. Η ταινία επιχειρεί να καταγράψει τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής της μέσα από πραγματικά περιστατικά.
    Παίζουν οι Τζένιφερ Τζέισον Λι, Μάθιου Μπρόντερικ, Κάμπελ Σκο και Πίτερ Γκάλαχερ

Επιμέλεια |> Γιάννης Παπαγιάννης

Ετικέτες: ,

Δείτε ακόμα...