Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας – Μέρος Β΄ – Μαρίνα Λαβράνου

Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης - Ολλανδία
Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης – Ολλανδία / Πηγή: CIJ

Το ALT.GR δημοσιεύει σε τρεις συνέχειες, από την «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» το θεωρητικό και πολιτικό όργανο της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, το άρθρο της Μαρίνας Λαβράνου, μέλος του Τμήματος Δικαιοσύνης και Λαϊκών Ελευθεριών της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, με τίτλο «Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων».

Β. Η ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΖΩΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΚΡΟΥΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ

Η Σύμβαση ΔΘ είναι η πρώτη που περιλαμβάνει σύστημα διακανονισμού των διαφορών. Ωστόσο, οι σφοδρές αντιπαραθέσεις των κρατών αποτυπώνονται και σε αυτό το ζήτημα, καθώς δύσκολα μπορεί να γίνει λόγος για ένα σύστημα, αλλά περισσότερο για διάφορες ομάδες συστημάτων. Ταυτόχρονα διαπιστώνεται έλλειψη επαρκούς νομοτεχνικής σαφήνειας, πληθώρα αλληλοπαραπομπών και γενικά δυσχέρεια στη διάγνωση των διάφορων διαδικασιών.

Χαρακτηριστικά, προβλέπονται οι εξής μηχανισμοί επίλυσης των διαφορών (δίνονται ονομαστικά): Διεξαγωγή έρευνας από ειδικό διαιτητικό δικαστήριο, συνδιαλλαγή, υποχρεωτική συνδιαλλαγή, διαιτησία, ειδική διαιτησία, διαδικασία Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαίου της Θάλασσας (ΔΔΔΘ), διαδικασία του Τμήματος Επίλυσης Διαφορών Θαλάσσιου Βυθού, διαδικασία ad hoc Τμήματος του Τμήματος Επίλυσης Διαφορών Θαλάσσιου Βυθού, δεσμευτική εμπορική διαιτησία, διαδικασία ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής για τα όρια της Υφαλοκρηπίδας.

Επίσης, για τις γενικού τύπου διαφορές (που αφορούν την εφαρμογή και την ερμηνεία της Σύμβασης σχετικά με όλες τις θαλάσσιες περιοχές) και πιο συγκεκριμένα σχετικά με το ποιο δικαστήριο θα κρίνει τη διαφορά, υιοθετήθηκε ένα σύστημα «αλά καρτ». Δηλαδή, από έναν κατάλογο διαφορετικών οργάνων και διαδικασιών τα κράτη έχουν τη δυνατότητα, κατά την προσχώρηση στη Σύμβαση ΔΘ, να δηλώσουν τι επιλέγουν, με βάση συγκεκριμένες αρχές, μεταξύ των παρακάτω: α) Διεθνές Δικαστήριο Δικαίου της Θάλασσας (ΔΔΔΘ), β) Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, γ) Διεθνής Διαιτησία που προβλέπει το Παράρτημα VII της Σύμβασης, δ) Ειδική Διαιτητική Διαιτησία που προβλέπει το Παράρτημα VII για υποθέσεις σχετικά με την αλιεία, την προστασία και διατήρηση του περιβάλλοντος, τη θαλάσσια επιστημονική έρευνα και τη ναυσιπλοΐα. Αντίστοιχα προβλέπεται και η δυνατότητα των διεθνών οργανισμών για προσχώρηση στη Σύμβαση και επιλογή μεταξύ των οργάνων επίλυσης των διαφορών.

Αναπαράσταση όρων Διεθνούς Δικαίου Θαλάσσης (ΑΟΖ, Υφαλοκρηπίδα, Αιγιαλίτιδα Ζώνη κλπ.)
Αναπαράσταση όρων Διεθνούς Δικαίου Θαλάσσης (ΑΟΖ, Υφαλοκρηπίδα, Αιγιαλίτιδα Ζώνη κλπ.) / Πηγή: ΚΟΜ.ΕΠ.

Για την επίλυση των παραπάνω διαφορών ισχύουν ορισμένες γενικές αρχές όπως η αρχή της προτεραιότητας των παράλληλων ρυθμίσεων υποχρεωτικού δικαιοδοτικού διακανονισμού (σε περίπτωση δηλαδή που δύο κράτη έχουν συμφωνήσει στο πλαίσιο άλλων διεθνών συνθηκών τον υποχρεωτικό διακανονισμό των μεταξύ τους διαφορών, τότε ισχύει η συμφωνία αυτή και δεν εφαρμόζονται οι διαδικασίες ειρηνικής επίλυσης της ίδιας της Σύμβασης). Αντίστοιχα προβλέπεται η υπεροχή της Σύμβασης ΔΘ έναντι των λοιπών κανόνων του Διεθνούς Δικαίου, αλλά μόνο μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών.

Επισημαίνουμε επίσης ότι οι διακρατικές διαφορές Δικαίου της Θάλασσας εκδικάζονται από τα αρμόδια όργανα, μόνο εφόσον έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα (στις περιπτώσεις που αυτά απαιτούνται από το Διεθνές Δίκαιο). Ενώ, τέλος, τονίζεται η ισχύς δυο θεμελιωδών αρχών: α) Η αρχή της τελεσιδικίας και της δεσμευτικότητας των αποφάσεων που εκδίδονται από τα δικαιοδοτικά όργανα της Σύμβασης (οι αποφάσεις δηλαδή είναι οριστικές και αμετάκλητες και οι διάδικοι έχουν υποχρέωση συμμόρφωσης προς αυτές -χωρίς να προβλέπεται ωστόσο μηχανισμός αναγκαστικής εκτέλεσης των αποφάσεων) και β) η αρχή της σχετικότητας του δεδικασμένου, δηλαδή οι αποφάσεις ισχύουν μόνο μεταξύ των διαδίκων, που αποτελεί και τη βασική δικαιολογία για το πλήθος των αντικρουόμενων αποφάσεων.

Η ελληνική κυβέρνηση, στις 14 Γενάρη 2015, κατέθεσε στον ΟΗΕ δήλωση με την οποία επικαιροποιεί και συμπληρώνει τη δήλωση που είχε κάνει το 1994. Με βάση τη νέα Δήλωση, η Ελλάδα αποδέχεται μεν μονομερώς, αλλά αποκλειστικά έναντι των κρατών που έχουν προβεί σε αντίστοιχη Δήλωση, υπό τον όρο δηλαδή της αμοιβαιότητας, την υποχρεωτική δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης σε σχέση με όλες τις νομικές διαφορές που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη. Η νέα Δήλωση εξαιρεί από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τις εξής δύο κατηγορίες διαφορών: α) Διαφορές σχετικές με στρατιωτικές δραστηριότητες και μέτρα που λαμβάνονται για «την προστασία της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας, για σκοπούς εθνικής άμυνας, καθώς και για την προάσπιση της εθνικής ασφάλειας», β) διαφορές σχετικές με τα σύνορα της χώρας ή με ζητήματα εδαφικής κυριαρχίας, συμπεριλαμβανομένων των διαφορών για το εύρος και τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης και του εθνικού εναέριου χώρου. Με την εξαίρεση αυτή αποκλείονται τυπικά από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όλες οι συνοριακές διαφορές και διαφορές σχετικές με την κυριαρχία επί ελληνικού εδάφους.

Παράλληλα με την κατάθεση της ανωτέρω δήλωσης, η Ελλάδα κατέθεσε στο Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών δήλωση στο πλαίσιο της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας με την οποία εξαιρεί από τις δικαιοδοτικές διαδικασίες της εν λόγω Σύμβασης την επίλυση των διαφορών σχετικά με την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, οι οποίες στο εξής θα κρίνονται μόνο από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Η δυνατότητα εξαίρεσης των εν λόγω διαφορών προβλέπεται από την ίδια τη Σύμβαση ΔΘ, στο άρθρο 298, ενώ έχουν κάνει χρήση της και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Επισημαίνεται ότι η Ελλάδα συνεχίζει να δεσμεύεται από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου του Δικαίου της Θάλασσας, για άλλες, πλην των ανωτέρω, διαφορές, οι οποίες προβλέπονται από τη Σύμβαση ΔΘ.

ΕΙΔΙΚΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΕΙΣ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΖΩΝΩΝ

Οι γενικοί κανόνες των οριοθετήσεων, όπως αποτυπώνονταν και πριν την υπογραφή της Σύμβασης ΔΘ, περιλαμβάνουν α) την αρχή της ίσης απόστασης και β) την αρχή της ευθυδικίας.

Η αρχή της ίσης απόστασης (μέση γραμμή – για τα αντικριστά κράτη – και πλάγια γραμμή -για τα παρακείμενα), εφαρμόζεται γενικά για τις θαλάσσιες ζώνες, δηλαδή και για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Με τις συμβάσεις δε της 1ης Συνδιάσκεψης για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1958, η αρχή της ίσης απόστασης (μέση/πλάγια γραμμή) θεσπίστηκε ως ο βασικός κανόνας οριοθέτησης της αιγιαλίτιδας ζώνης με την εξαίρεση των ειδικών/σχετικών περιστάσεων. Η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου το 1954 έδωσε ενδεικτικά παραδείγματα σχετικών και ειδικών περιστάσεων (ναυσιπλοΐα, συμφέροντα αλιείας, εξαιρετικά γεωμορφολογικά δεδομένα, ζητήματα ασφάλειας των παράκτιων κρατών κλπ.), που αυξήθηκαν στη συνέχεια στη βάση της νομολογίας, καθιστώντας επί της ουσίας στην κρίση κάθε φορά του Δικαστηρίου αν θα υιοθετηθεί ο κανόνας της μέσης γραμμής ή όχι.

Χάρτης με τα όρια του τουρκολιβυκού συμφώνου και την μερική οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου
Χάρτης με τα όρια του τουρκολιβυκού συμφώνου και την μερική οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου / Πηγή: ΚΟΜ.ΕΠ.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η απόφαση για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας της Βόρειας Θάλασσας (1969), μεταξύ Γερμανίας από τη μια και Δανίας-Ολλανδίας από την άλλη, η οποία «υποβάθμισε» την αρχή της ίσης απόστασης σε κανόνα της διαδικασίας οριοθέτησης, τονίζοντας βέβαια την αντικειμενικότητά της ως μεθόδου:«(…) είναι αληθές ότι καμία άλλη μέθοδος οριοθέτησης δε διαθέτει τον ίδιο συνδυασμό πρακτικής διευκόλυνσης και βεβαιότητας εφαρμογής». Σε κάθε περίπτωση πάντως, φαίνεται ότι η πρακτική των κρατών έχει αναγάγει την ίση απόσταση σε πρωταρχικό κανόνα οριοθέτησης, έχοντας όμως προηγουμένως αξιολογήσει τις σχετικές περιστάσεις

Τόσο η «ευθυδικία» όσο και οι «δίκαιες αρχές» αποτελούν αόριστες έννοιες που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση και η διαδικασία της ερμηνείας τους τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία επιτρέπει ένα εύρος ερμηνειών. Σχετίζονται με την αρχή της «επιείκειας», που από ορισμένους μελετητές εξισώνεται με τις γενικές αρχές του δικαίου και συναντάται συχνά στη νομολογία και στη βάση αυτής έχει θεσμοθετηθεί και η «μισή (ή μειωμένη) επήρεια». Στο πλαίσιο της νομολογίας, έχουν διαμορφωθεί κάποιες γενικά παραδεκτές «δίκαιες αρχές»: α) Η κλασική αρχή ότι η ξηρά κυριαρχεί επί της θάλασσας, β) το κριτήριο ότι όπου δε συντρέχουν ειδικές περιστάσεις πρέπει να υπάρχει ίση διανομή των περιοχών που αλληλεπικαλύπτονται στις θαλάσσιες και υποθαλάσσιες ζώνες των αντίστοιχων ακτών γειτονικών κρατών, γ) το κριτήριο αποφυγής αποκοπής (cut-off) της θαλάσσιας προέκτασης των ακτών των ενδιαφερομένων κρατών, δ) το κριτήριο της αναλογικότητας μεταξύ υφαλοκρηπίδας και μήκους ακτών της προς οριοθέτηση περιοχής κλπ.

Αντίστοιχα, προσδιορίστηκαν και αρχές που δεν ανήκουν στις παραπάνω «δίκαιες αρχές»: α) Η αρχή ότι δε νοείται ζήτημα να ανασκευαστεί η γεωγραφία ή να υπάρξει «αποζημίωση» για τις ανισότητες που προκαλεί η φύση, β) η αρχή της μη καταπάτησης από το ένα μέρος της φυσικής προέκτασης του άλλου, γ) η αρχή του σεβασμού των σχετικών περιστάσεων, δ) η αρχή ότι η ευθυδικία δεν υπονοεί απαραίτητα ισότητα, παρά το γεγονός ότι όλα τα κράτη είναι ίσα ενώπιον του δικαίου και δικαιούνται ίση μεταχείριση, ε) η αρχή ότι η ευθυδικία δεν επιζητεί να εξισώσει όποια είναι από τη φύση άνισα, στ) η αρχή ότι η οριοθέτηση δεν πραγματοποιείται με βάση τη διανεμητική δικαιοσύνη.

Στα σχετικά άρθρα της Σύμβασης ΔΘ για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών ορίζεται ότι στην περίπτωση κρατών με έναντι ή παρακείμενες ακτές η οριοθέτηση της αιγιαλίτιδας ζώνης δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μέση γραμμή, ελλείψει αντιθέτου συμφωνίας (εφόσον η μεταξύ τους απόσταση είναι μικρότερη των 24 ν.μ. και δεν μπορεί κάθε κράτος να έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ. όπως κατοχυρώνεται από το Διεθνές Δίκαιο).

Οι διατάξεις για την οριοθέτηση της ΑΟΖ συμπίπτουν με αυτές για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας (όπως εκτέθηκαν και παραπάνω), οι οποίες είναι επίσης αόριστες, καθώς ορίζουν ότι η οριοθέτηση στην περίπτωση κρατών με έναντι ή παρακείμενες ακτές πρέπει να γίνεται με συμφωνία ώστε να επιτευχθεί μια «δίκαιη λύση». Η συγκεκριμένη αοριστία οφείλεται και στο ότι στο πλαίσιο της 3ης Συνδιάσκεψης είχαν διαμορφωθεί δύο βασικές τάσεις, τελείως αντίθετες η μια από την άλλη. Η μία τάση υποστήριζε ότι η οριοθέτηση έπρεπε να γίνει με εφαρμογή της μέσης γραμμής ή της ίσης απόστασης, σε συνδυασμό με μία εξαίρεση για τις ειδικές περιστάσεις. Στην τάση αυτή ανήκε η Ελλάδα. Σύμφωνα με τη δεύτερη τάση, η οριοθέτηση έπρεπε να επιβάλλεται με την εφαρμογή αρχών ευθυδικίας / δίκαιων αρχών. Σε αυτήν ανήκε η Τουρκία, όπως και τα κράτη του λεγάμενου τότε Τρίτου Κόσμου, τα οποία ήταν γενικώς υπέρ της εφαρμογής της ευθυδικίας σε όλο το φάσμα των διεθνών έννομων σχέσεων.

Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι, όπου οι διεκδικήσεις στην υφαλοκρηπίδα μεταξύ γειτονικών κρατών αλληλεπικαλύπτονται, η οριοθέτηση δεν μπορεί να γίνει με μονομερή πράξη ενός από τα παράκτια κράτη, απαιτείται συμφωνία. Η συμφωνία όμως προσδιορίζει τα όρια της υφαλοκρηπίδας, δεν αναγνωρίζει τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών σε αυτήν, αυτά προϋπάρχουν, προσδιορίζει το μέχρι πού εκτείνονται για κάθε κράτος. Σε περίπτωση που η συμφωνία οριοθέτησης δεν μπορεί να επιτευχθεί σε εύλογο χρονικό πλαίσιο, ορίζεται η προσφυγή των κρατών στις διαδικασίες που προβλέπει η Σύμβαση για την επίλυση των διαφορών.

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΝΗΣΩΝ

Στο σύγχρονο Διεθνές Δίκαιο, στο έδαφος της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που έδιναν τη δυνατότητα εκμετάλλευσης σε μεγαλύτερη απόσταση από την ακτή, τέθηκαν τα εξής ζητήματα:

α) Η κατανομή θαλάσσιων ζωνών στα νησιά, δηλαδή το ερώτημα εάν ένα νησί μπορεί να περιβάλλεται όχι μόνο από αιγιαλίτιδα ζώνη, αλλά και από συνορεύουσα ζώνη ή/και ΑΟΖ, καθώς επίσης και το να διαθέτει δική του υφαλοκρηπίδα.

β) Η σημασία των νησιών στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ κρατών με απέναντι ή παρακείμενες ακτές.

γ) Κατά πόσο το μέγεθος ενός νησιού ή η πολιτική του γεωγραφία επηρεάζει ή όχι το νομικό του καθεστώς, το δικαίωμά του σε θαλάσσιες ζώνες.

δ) Η μεταχείρισή τους στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για τη χάραξη των γραμμών βάσης.

Η Σύμβαση ΔΘ αφιερώνει το άρθρο 121 στο νομικό καθεστώς των νήσων. Σύμφωνα με αυτό, ορίζεται αφενός τι δε συνιστά, νομικά, νησί (τα νησιά που βρίσκονται σε λίμνες και ποταμούς, οι σκόπελοι, οι τεχνητές νήσοι) και αφετέρου ορίζεται ο γενικός κανόνας και οι εξαιρέσεις του.

Ο γενικός κανόνας ορίζει ότι όλα τα νησιά δικαιούνται πλήρως θαλάσσιες ζώνες (δηλαδή αιγιαλίτιδα ζώνη, συνορεύουσα ζώνη, ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα). Οι ζώνες αυτές καθορίζονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της Σύμβασης. Επίσης όλα τα νησιά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σημεία για τη χάραξη ευθειών γραμμών βάσης, δεδομένων και των προϋποθέσεων που ορίζει η Σύμβαση.

Εισάγεται ως εξαίρεση η περίπτωση των βράχων, και πιο συγκεκριμένα: «Ο/ βράχοι οι οποίοι δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή δε θα έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή υφαλοκρηπίδα.» Βέβαια, ως διάταξη, δημιουργεί πολλά ερμηνευτικά προβλήματα, καθώς δεν προσδιορίζει ούτε την έννοια του βράχου, ούτε επεξηγεί τη φράση «δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή, δε θα έχουν αποκλειστική οικονομική ζώνη ή υφαλοκρηπίδα». Αντίστοιχα για τις τεχνητές νήσους ξεκαθαρίζεται ότι δεν έχουν το καθεστώς των (φυσικών) νήσων, άρα δεν έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη, ούτε η παρουσία τους επηρεάζει την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών.

Άρα, εφόσον τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου συνιστούν ένα σύνολο που συνέχεται με το ηπειρωτικό έδαφος με αδιάσπαστο τρόπο, δε χωρούν άλλες εξαιρέσεις, όπως αυτές που θέτει η Τουρκία με το επιχείρημα ότι τα νησιά που βρίσκονται σε κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς, ή το επιχείρημα ότι ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δεν έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα γιατί αποτελούν τμήμα της υφαλοκρηπίδας της Ανατολίας ως εξάρσεις του βυθού.

Σε μια προσπάθεια να κατοχυρωθούν και de jure οι παραπάνω διεκδικήσεις από την τούρκικη αστική τάξη, προχώρησε τόσο στην υπογραφή του «Μνημονίου Κατανόησης» με τη Λιβύη όσο και συνολικά στη δημοσιοποίηση χαρτών με το σχέδιο «Γαλάζια Πατρίδα», στη βάση των οποίων η Ελλάδα αποκόπτεται από την Ανατολική Μεσόγειο, αφού το Καστελόριζο χάνει κάθε επήρεια και -άρα- δικαίωμα σε θαλάσσιες ζώνες.

ΑΟΖ Τουρκίας σε Ανατολική Μεσόγειο
Ο χάρτης που κατέθεσε στον ΟΗΕ η Τουρκία για ΑΟΖ σε Ανατολική Μεσόγειο

Βέβαια, οι αιτιάσεις της τουρκικής αστικής τάξης στηρίζονται και στο γεγονός ότι η προσπάθεια επαναχάραξης συνόρων και αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων μεταξύ των αστικών κρατών, αποτυπώνεται και στην εξέλιξη της νομολογίας των διεθνών δικαστηρίων σχετικά με το καθεστώς των νήσων, αφού έχει δρομολογηθεί μια διαφοροποίηση σε σχέση με τις θαλάσσιες ζώνες που ανήκουν στα νησιά ανάλογα με τη θέση τους. Πιο συγκεκριμένα:

α) Στα νησιά που επηρεάζουν τον άξονα μέσης γραμμής / ίσης απόστασης, όπως εκτέθηκε παραπάνω.

β) Στα νησιά που βρίσκονται πάνω στη μέση γραμμή της οριοθέτησης, όπου και εντοπίζονται οι περισσότερες περιπτώσεις της απόδοσης μειωμένης επήρειας (συνήθως κατά το ήμισυ). Πρόκειται για νησιά που το Δικαστήριο θεωρεί ότι βρίσκονται σε ακατάλληλη θέση κοντά στη μέση γραμμή που θα μπορούσε να χαραχτεί αν είχε υποτεθεί ότι αυτά είχαν παντελώς αγνοηθεί. Οπότε, συνήθως, είτε χαράσσεται μια μέση γραμμή αγνοώντας πλήρως το νησί, στη συνέχεια μια μέση γραμμή αποδίδοντας πλήρως τις ζώνες στο νησί, και τελικά διαχωρίζεται σε ίσα μέρη η περιοχή μεταξύ των δύο αυτών μέσων γραμμών. Είτε παραχωρούνται στα νησιά που κείτονται πάνω στην υπό χάραξη μέση γραμμή μόνο ένα όριο αιγιαλίτιδας ζώνης προς την υφαλοκρηπίδα, αγνοώντας πλήρως τα νησιά που είναι κοντά στην απέναντι ακτή κατά το συνυπολογισμό της μέσης γραμμής.

γ) Και στα νησιά στη λάθος πλευρά της μέσης γραμμής. Εδώ υπάρχει η αντίφαση ότι κατά τη χάραξη της μέσης γραμμής της οριοθέτησης υπάρχουν νησιά που κείτονται κοντινότερα στην ακτή ενός γειτονικού κράτους παρά στη μέση γραμμή. Από ένα μέρος της νομολογίας λοιπόν γίνεται δεκτό ότι τα νησιά αυτά δε συνυπολογίζονται ως όριο για τη χάραξη της μέσης γραμμής. Ταυτόχρονα όμως παραμένει ισχυρή και η άποψη στη νομολογία ότι, εφόσον τα νησιά αυτά κατέχουν αυτοτελή τμήματα υφαλοκρηπίδας, δε χάνουν αυτόν τον τίτλο λόγω της θέσης τους σε σχέση με τη μέση γραμμή 14.

Επομένως, το άρθρο 121 παρ. 2 της Σύμβασης ΔΘ ορίζει ότι όλα τα νησιά, με την εξαίρεση ορισμένης κατηγορίας βράχων, διαθέτουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες. Ωστόσο, στη διεθνή νομολογία των οριοθετήσεων εμφανίστηκε η τάση να υπάρχει διακρίνουσα μεταχείριση των νήσων, να υπολογίζεται δηλαδή ότι τα νησιά έχουν, όπως αποκλήθηκε, «μειωμένη επήρεια» και ενίοτε «μισή επήρεια» στις οριοθετήσεις. Η θεωρία της μειωμένης επήρειας αναθεωρήθηκε με τη διαιτητική απόφαση στην υπόθεση για την Οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών στα νησιά Saint-Pierre και Miquelon (βλ. παρακάτω).

ΟΙ ΑΝΤΙΚΡΟΥΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ ΚΑΙ Η ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΠΡΟΒΟΛΗ ΤΟΥΣ

Όλο αυτό το διάστημα, τόσο από τμήματα της αστικής τάξης όσο και από τις οπορτουνιστικές δυνάμεις, γίνεται επιλεκτική προβολή συγκεκριμένων αποφάσεων των διεθνών δικαστηρίων, στη βάση των οποίων από τη μια εξάγουν περίπου το συμπέρασμα ότι είναι «τελειωμένη υπόθεση» η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, ότι οπωσδήποτε θα δικαιωθούν οι θέσεις της ελληνικής αστικής τάξης ή ότι θα εφαρμοστεί υποχρεωτικά το αντικειμενικό κριτήριο της μέσης γραμμής. Από την άλλη, προβάλλοντας τις αντίθετες αποφάσεις, προδιαγράφουν ως καταδικαστική την απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, προκρίνοντας την υπογραφή διμερούς συμφωνίας με την τουρκική αστική τάξη, έστω και με «επώδυνους συμβιβασμούς».

International_Court_of_Justice – Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, Ολλανδία

Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω αλλά και με μια συνολικότερη ματιά στη νομολογία, διαπιστώνουμε ένα εύρος αντικρουόμενων αποφάσεων, για σχετικά ίδια ζητήματα, που επιβεβαιώνουν με τον πλέον περίτρανο τρόπο ότι αυτές καθορίζονται από τον κάθε φορά συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων.

Ενδεικτικά παραθέτουμε σύντομα του Διεθνούς Δικαστηρίου για την υπόθεση οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας μεταξύ Τυνησίας και Λιβύης (1977) την υπόθεση οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας μεταξύ Μάλτας και Λιβύης (1985), τις αποφάσεις για την υπόθεση οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών στα νησιά Saint-Pierre και Miquelon, μεταξύ Καναδά και Γαλλίας (1986), την υπόθεση οριοθέτησης της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Γροιλανδίας και Jan Mayen (διαφορά Δανίας-Νορβηγίας, 1993) και την υπόθεση οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ερυθραίας και Υεμένης (1999).

•       Για την υπόθεση οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας μεταξύ των παρακείμενων κρατών Τυνησίας και Λιβύης (1977), το Δικαστήριο τόνισε ότι: «Είναι φανερό ότι κάθε υπόθεση διαφοράς επί υφαλοκρηπίδας πρέπει να αξιολογηθεί με βάση τα δικά της συστατικά με αναφορά στις ιδιάζουσες συνθήκες της. Γι’ αυτό, δε χρειάζεται εδώ να γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια για τη συγκεκριμενοποίηση αρχών και κανόνων που σχετίζονται με την υφαλοκρηπίδα.» Στην απόφασή του δε για την οριοθέτηση, το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε καμία επιρροή στη νήσο Djerba (λόγω της κοντινής απόστασης από την ακτή, παρόλο που είναι το μεγαλύτερο νησί της Τυνησίας), ενώ απέδωσε μόνο μισό αποτέλεσμα στα νησιά Kerkennah από την ακτή της Τυνησίας, με την αιτιολογία ότι ένα πλήρες αποτέλεσμα θα απέδιδε υπερβολικό βάρος σε αυτά τα νησιά, αναφέροντας ταυτόχρονα ένα σημαντικό αριθμό περιπτώσεων από την πρακτική των οριοθετήσεων των κρατών, στις οποίες μόνο μερικό αποτέλεσμα μπορούσε να δοθεί σε νησιά που βρίσκονταν κοντά σε ακτές.

•       Για την υπόθεση οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας μεταξύ Μάλτας και Λιβύης (1985), με την απόφαση του Δικαστηρίου: α) Παραγκωνίζονται, όσον αφορά περιοχές μικρότερες από 200 μίλια από την ακτή, τα φυσικά χαρακτηριστικά τόσο ως θεμέλιο της νομικής έννοιας όσο και ως κριτήριο οριοθέτησης. β) Το κριτήριο της απόστασης θεωρήθηκε ότι αποτελεί τμήμα του εθιμικού δικαίου, δηλαδή εφαρμόζεται ανεξάρτητα από την τυπική εφαρμογή της Σύμβασης ΔΘ. Για τη σχέση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι «…τα δικαιώματα στον υποθαλάσσιο χώρο (βυθό και υπέδαφος) της ΑΟΖ ορίζονται σε πλήρη αναφορά με το καθεστώς της υφαλοκρηπίδας» και συμπληρωματικά: «…Αν και είναι δυνατή η ύπαρξη υφαλοκρηπίδας χωρίς ΑΟΖ, δεν είναι δυνατό να υπάρξει ΑΟΖ χωρίς αντίστοιχη υφαλοκρηπίδα.»

Επίσης, για το ζήτημα της οριοθέτησης υποβλήθηκαν περισσότερες από 70 διακρατικές συμφωνίες με βάση τη μέση γραμμή. Ωστόσο το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η πυκνή αυτή πρακτική «…δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενός κανόνα που να υπαγορεύει τη χρήση της ίσης απόστασης ή πράγματι οποιοσδήποτε μεθόδου ως υποχρεωτικής». Στην πρώτη φάση όμως υιοθέτησε τη μέση γραμμή.

Στο ζήτημα εάν ένα νησί που έχει την ιδιότητα του ανεξάρτητου κράτους έχει πλήρη δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και πώς αντιμετωπίζεται το θέμα όταν τίθεται ζήτημα επικάλυψης αυτής με την υφαλοκρηπίδα ενός άλλου κράτους με ακτές απέναντι από τις δικές του, το Δικαστήριο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το νησιωτικό χαρακτήρα της Μάλτας, μετατόπισε τη μέση γραμμή προς την πλευρά της αποδίδοντάς της μειωμένη υφαλοκρηπίδα, παρόλο που πρόκειται για νησί – κράτος στη Μεσόγειο, επικαλούμενο μεταξύ άλλων και «τη θέση των νησιών στο ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο, ιδιαίτερα τη θέση τους σε μια ημίκλειστη θάλασσα».

•       Για την υπόθεση οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών στα νησιά Saint- Pierre και Miquelon (1986), το Δικαστήριο αναθεώρησε τη θεωρία της «μειωμένης επήρειας». Τα δύο αυτά νησιά, υπό γαλλική κυριαρχία, βρίσκονται πολύ κοντά στις ακτές του Καναδά, χωρίς οποιαδήποτε συνάφεια με το γαλλικό έδαφος, αφού απέχουν από τη Γαλλία πάνω από 3.700 χλμ. Ο Καναδάς υποστήριξε ότι τα νησιά αυτά δε διαθέτουν δική τους υφαλοκρηπίδα, επειδή, από γεωλογική άποψη, επικάθονται στην υφαλοκρηπίδα του Καναδά. Το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό. Έκρινε ότι στην περιοχή εκείνη η υφαλοκρηπίδα αποτελεί μια τεράστια συνεχή υποθαλάσσια έκταση και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καναδική ή άλλου κράτους χωρίς οριοθέτηση, και αναγνώρισε στα νησιά αυτά θαλάσσιες και υποθαλάσσιες ζώνες 200 μιλίων προς τη γεωγραφική κατεύθυνση όπου δεν υπήρχε ζήτημα ίσης απόστασης με τις ακτές του Καναδά.

•       Στην υπόθεση οριοθέτησης της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Γροιλανδίας και Jan Mayen (1993), το Δικαστήριο αναγνώρισε πλήρη δικαιώματα θαλάσσιων ζωνών στη νορβηγική νήσο Jan Mayen που βρίσκεται 540 μιλιά από τις δυτικές ακτές της Νορβηγίας, παρόλο που δεν κατοικείται μόνιμα. Επίσης έκρινε ότι ούτε το μέγεθος του νησιού, ούτε ο περιορισμένος πληθυσμός του, ούτε οι άλλοι κοινωνικο – οικονομικοί παράγοντες ήταν παράγοντες σχετικοί με την οριοθέτηση. Για την οριοθέτηση, χάραξε ως προσωρινή οριοθετική γραμμή τη μέση γραμμή, προκειμένου στη συνέχεια να κάνει τις απαραίτητες προσαρμογές. Ωστόσο, αναγνώρισε τον κανονιστικό χαρακτήρα της μεθόδου της μέσης γραμμής, την ανακήρυξε σε αρχή και την υιοθέτησε τουλάχιστον στο προκαταρκτικό στάδιο της οριοθέτησης, χωρίς να προσφύγει σε κριτήρια ευθυδικίας.

•       Η απόφαση για τη θαλάσσια οριοθέτηση μεταξύ Ερυθραίας και Υεμένης (1999) αφορά την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ κρατών με αντικείμενες ακτές, με έντονη την παρουσία νησιών. Το Δικαστήριο εφάρμοσε «στο μέτρο του εφικτού» τη μέση γραμμή μεταξύ των αντικείμενων ηπειρωτικών ακτών των δύο κρατών. Στο πλαίσιο αυτό, αναγνώρισε πλήρη επήρεια σε νησιά που βρίσκονταν πλησίον της ακτής, ενώ δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα νησιά της Υεμένης Jabal al-Tayr και al Zubayr (σύμπλεγμα νήσων), τα οποία βρίσκονται μεσοπέλαγα και είναι ακατοίκητα. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ανεπιφύλακτα το δικαίωμα όλων των νησιών, νησίδων και βράχων σε αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ., απορρίπτοντας μεταξύ άλλων το επιχείρημα της Υεμένης περί μειωμένης επήρειας των νησιών της Ερυθραίας που βρίσκονταν πέραν του ορίου των 12 ν.μ. από την ακτή. Το διαιτητικό όργανο διευκρίνισε ότι οι παράκτιες συμφωνίες πετρελαίου Ερυθραίας και Υεμένης ούτε δημιουργούσαν, ούτε ενίσχυαν σημαντικά τους σχετικούς ισχυρισμούς των κρατών για τα αμφισβητούμενα νησιά.


Το Μέρος Γ΄ και τελευταίο με τίτλο:  Οι διεκδικήσεις της τουρκικής αστικής τάξης σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, θα δημοσιευθεί τη Δευτέρα 19 Οκτώβρη 2020.

Δείτε ακόμα...