Το Δίστομο: 10 Ιούνη ’44, ερημιά και θάνατος

Β'ΠΠ - Ελλάδα - Σφαγή Διστόμου, 1944
Χαρακτικό για τους δολοφονημένους του Διστόμου

Συμπληρώνονται 77 χρόνια από τη σφαγή του Διστόμου, μια από τις μεγαλύτερες θηριωδίες του Ναζισμού στη κατεχόμενη Ελλάδα.

Τον Ιούνιο του 1944, οι Γερμανοί χάνουν τις μάχες σε όλα τα μέτωπα, η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.

Στο Ανατολικό μέτωπο, η επέλαση του Κόκκινου Στρατού συνεχίζεται με γρήγορους ρυθμούς. Είναι η περίοδος που καταδιώκει τις Γερμανικές δυνάμεις στο έδαφος της Ουκρανίας. Ήδη από τις 8 Απριλίου έχει περάσει τα σύνορα της Τσεχοσλοβακίας και βρίσκεται την περίοδο αυτή στα σύνορα της Πολωνίας.

Στις 9 Ιουνίου (μία ημέρα πριν την σφαγή του Διστόμου) ξεκινάει την επίθεση στις Γερμανικές δυνάμεις στην Φιλανδία ενώ την ίδια ημέρα ο κύριος σύμμαχος της Γερμανίας στην περιοχή, η Ρουμανία, ζητάει να μάθει τους όρους της παράδοσής της.

Στο μέτωπο του Αρνό στην Ιταλία στις 4 Ιουνίου του 1944 οι Αμερικάνικες δυνάμεις μπαίνουν στην Ρώμη ολοκληρώνοντας την επίθεση που ξεκίνησαν στις 11 Μαΐου του 1944.

Στις 6 Ιουνίου έχει ξεκινήσει η απόβαση των συμμαχικών δυνάμεων στην Νορμανδία και στο διάστημα 6-11 Ιουνίου χτίζονται τα προγεφυρώματα. Είναι επιτακτική η ανάγκη των Γερμανών να μεταφέρουν στρατιωτικές μονάδες στο συγκεκριμένο μέτωπο.

Από την άλλη πλευρά έχουν να αντιμετωπίσουν τις αντάρτικες ομάδες που δρουν σε πολλές χώρες. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τα μέσα του 1943 η δράση του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ έχει αναγκάσει τους Γερμανούς να μετακινήσουν ακόμη 3 μεραρχίες στην Ελλάδα με την συνολική τους δύναμη την 1η Μαΐου 1944 να φτάνει τις 302.168 Γερμανούς στρατιώτες, στους οποίους πρέπει να προστεθεί μία δύναμη 31.000 Ιταλών από τους περίπου 250.000 που ήταν στην Ελλάδα, 55.000 Βούλγαροι και περίπου 6000 από διάφορες εθνικότητες (πηγή ιστορία του Ελληνικού Έθνους). Σε αυτούς πρέπει να προστεθούν 30.000 τουλάχιστον ένοπλοι Έλληνες ταγματασφαλίτες και Γερμανοτσολιάδες συνεργάτες των Γερμανών.

Συνολικά στα χρόνια της Κατοχής οι εκτελεσμένοι (ανάμεσά τους χιλιάδες απλοί άνθρωποι) ξεπέρασαν τις 50.000. Εκατοντάδες χωριά και κωμοπόλεις καταστράφηκαν. Χιλιάδες ήταν οι Ελληνες που στάλθηκαν σε διάφορα γερμανικά στρατόπεδα, οι όμηροι που εξοντώθηκαν στα γερμανικά κρεματόρια. Η άγρια βία των ναζιστών – φασιστών αποσκοπούσε στη μείωση της αντιστασιακής δράσης του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ.

Το Δίστομο έδωσε πάνω από 200 νεκρούς. 218 άμαχοι σκοτώθηκαν μέσα σε δύο ώρες, σύμφωνα με έκδοση του Δικτύου μαρτυρικών πόλεων και χωριών της Ελλάδας περιόδου 1940-1945. Ανάμεσα στους 218 νεκρούς ήταν πολλά παιδιά και βρέφη.

Το alt.gr αναδημοσιεύει από τον Ριζοσπάστη που κυκλοφόρησε στα 36 χρόνια από τη σφαγή του Διστόμου, ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ του Νίκου Καραντηνού. Η κάθε μαρτυρία, πραγματικά, μεταφέρει τον αναγνώστη στη φρίκη που βίωσαν οι Διστομίτες τον Ιούνη του 1944.


Ηταν ένα Σαββατόβραδο, που το ρολόγι στο καμπαναριό του Αη – Νικόλα μετρούσε τις ώρες. Κι ένα μικρό παιδί σφιγμένο στο στήθος της μάνας του τις αριθμούσε φωναχτά.

Η σημερινή ηλικιωμένη πια Διστομίτισσα έγραψε στη μνήμη αυτό το μέτρημα… Του ρολογιού της εκκλησίας… Και του παιδιού της… Μια, δυό, τρείς, τέσσαρες, πέντε…

«Με το πέντε πούπε το παιδί που κρατούσε στην αγκαλιά ο Γερμανός πούχε μπει στο σπίτι μας πιάνει το “μασίφ” και μας ρίχνει. Σκοτώνει τη γριά δίπλα μου σκοτώνει και το παιδί πού σφίγγα πάνω στο κορμί μου. Το παιδί που μετρούσε τις ώρες. Του πήρε το μυαλό πίσω από το κεφάλι. Σκότωσε τη σπιτονοικοκυρά. Τραυμάτισε και μένα. Κι έπειτα έφυγε…».

Μαρτυρίες άσβηστες

Το ΔΙΣΤΟΜΟ θυμάται… Εχει τροχίσει τη μνήμη του πάνω στα αιχμηρά βράχια της γης του. Θυμάται την ανείπωτη δοκιμασία του. Και έχει κάθε στιγμή ολοζώντανα τα 227 κορμιά – τα νιάτα, τους άνδρες, τα νήπια, τις βιασμένες γυναίκες. Είναι η ανατριχιαστική ταυτότητα του τι έκανε ο φασισμός στη γη μας… Το Δίστομο, τα Καλάβρυτα, το Κομμένο, το Κούρνοβο, η Κάνδανος και τόσα άλλα είναι μαρτυρίες που δε σβήνουν με τίποτε…

Οι ΓΕΡΟΝΤΕΣ αυτοί που κάθονται στα πλατάνια, που πίνουν το κοκκινέλι τους στην ψησταριά ή παρακολουθούνε τα σημερινά νιάτα να περνάνε μπροστά τους ξαναθυμούνται αυτή την ώρα του Διστόμου. Το φοβερό ατέλειωτο Σάββατο στις 10 του Ιούνη.

ΑΥΤΕΣ τις μνήμες φέρνει σήμερα στις στήλες του ο «Ρίζος». Καθώς ειπώθηκαν και με σφραγίδα της ανάμνησης για τα αγαπημένα πρόσωπα που καθένας έχασε.

ΥΠΑΡΧΕΙ και κάτι άλλο βαθιά αποτυπωμένο στη μνήμη. Μαζύ με τους χτηνάνθρωπους του Χίτλερ μέσα στο Δίστομο – όπως έγινε και στις άλλες περιπτώσεις – δράσανε και ταγματασφαλίτες προδότες. Μιλούσαν ελληνικά. Και τουφέκιζαν με τα γερμανικά όπλα. (…)

Ψυχή στο χωριό

ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΞΙ χρονών ήταν τότε ο Θανάσης Σκούρτας. Βρέθηκε και κείνος το πρωί του Σαββάτου στο Δίστομο. Μπόρεσε όμως να βγει από το χωριό με το μουλάρι του που μ’ αυτό κουβαλούσε τότε σανό. Τράβηξε κατά το βουνό. Από το Δίστομο ακούγονταν αλαλαγμός. Σειρήνες από τα αυτοκίνητα. Ακούγονταν τα πολυβόλα. Σκότωναν τα πάντα: ανθρώπους, μουλάρια, σκύλους, καίγανε τα σπίτια.

Και προσθέτει:

«Τόχαν πρόγραμμα να σκορπίσουν το θάνατο. Και τόκαναν από το πρωί κιόλας… Καθώς πλησίαζαν στο χωριό θερίζοντας όποιον βρίσκανε στον Κορακόλιθο».

ΥΣΤΕΡΑ από το μεγάλο κακό ο Θανάσης Σκούρτας θα μπει στο Δίστομο τη νύχτα:

«Ψυχή – θυμάται σήμερα – δεν υπήρχε στο χωριό. Μονάχα η ερημιά και ο χάρος. Σκυλί δε γαύγιζε. Τάχαν όλα γαζώσει μαζύ με τους ανθρώπους. Ο γέρος μου ήταν ένα από τα πρώτα θύματα. Τον έθαψε ο αδελφός μου… Δίχως να τον δω…». (…)

Το φοβερό πρωινό

ΜΙΑ άλλη διήγηση. Την δίνει ο Κ. Νικολάου. Το φοβερό πρωινό που οι χιτλερικοί μακελέψανε το Δίστομο βρέθηκε έξω από το χωριό (…)

– Φύσαγε, θυμάμαι, ένας άγριος αέρας. Τα παράθυρα ανοιχτά διάπλατα, βροντούσαν. Στα πόδια μας μπροστά σκοτωμένοι άνθρωποι, σκύλοι, και μουλάρια… Θάνατος και συφορά. Το χωριό βογγούσε. Πολλοί τραυματισμένοι βρίσκονταν ακόμα αβοήθητοι. Ηταν μια νύχτα που τίποτε και ποτέ δεν μπορεί να τη σβήσει από το μυαλό μας.

Τη σκότωσαν την ώρα που φούρνιζε…

ΜΙΑ ακόμη μαρτυρία. Ενας άντρας, ήταν 9 μόλις χρονών, θα δώσει την παρακάτω αφήγηση:

«…Εδώ ήταν ένας φούρνος χωριάτικος, σήμερα δεν υπάρχει. Βρήκα τη γιαγιά μου και καθόταν στο πεζούλι. Ο παππούς μου ήταν πεσμένος παρακεί. Αλλά το μισό του κεφάλι έλειπε. Μέσα στο φούρνο ήταν η μάνα μου. Την είχαν σκοτώσει εκεί μέσα. Την είχαν σκοτώσει στο τελευταίο ψωμί στο τελευταίο καρβέλι, που λένε… (…) Ετρεξε στη γιαγιά μου που καθόταν έξω από το φούρνο. Νόμιζα πως ήταν ζωντανή. Την κούναγα και της φώναζα… Την είχαν σκοτώσει και είχε γείρει καθιστή το κεφάλι στον τοίχο…».


Βλ. περισσότερα:

Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ 1939-1949, τόμ. Β1, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2018, σελ. 334-347

— Συλλογικό, «Ιστορία της Αντίστασης 1940-45», τόμ. 3ος, εκδ. «Αυλός», Αθήνα, 1979, σελ. 1280-1295

— Ιστοσελίδα του Δημοτικού Μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος (www.dmko.gr)

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...