Φασισμός-ναζισμός: Γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού, στην υπηρεσία του αστικού συστήματος ενάντια στο εργατικό κίνημα (Μέρος Β)

Γερμανία - Χίτλερ - πραξικόπημα της μπυραρίας 1923
Ο Χίτλερ ανάμεσα στους υπόλοιπους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος

Φασισμός-ναζισμός: Γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού, στην υπηρεσία του αστικού συστήματος ενάντια στο εργατικό κίνημα – Η άνοδος στην εξουσία των ναζιστών στην Γερμανία την περίοδο του μεσοπολέμου και ο βρώμικος ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας.


Το οργανωμένο ταξικό κίνημα κατά την διάρκεια και μετά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η παραγωγή υποτασσόταν στις ανάγκες του πολέμου, και οι βιομήχανοι της πολεμικής βιομηχανίας θησαύριζανi . Στη Γερμανία, τα καθαρά κέρδη της Krupp υπερτριπλασιάστηκαν, από 28,9 το 1910/1911 σε 95,9 εκατ. μάρκα το 1914/1915, και η οικογένεια Krupp εισέπραξε για εκείνη τη χρονιά μέρισμα 25,8 εκατ. μάρκων αυξημένο κατά 12% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιάii . Στην Ιταλία, το κεφάλαιο της Ansaldo αυξήθηκε από 30 εκατ. λιρέτες το 1914 σε 500 εκατ. το 1918, ενώ ο αριθμός των εργαζομένων της αυξήθηκε από 10.432 το 1914 σε σε 47.163 το 1917iii. Ο πόλεμος μετέτρεψε την Ansaldo σε τεράστιο μονοπωλιακό τραστ, που έλεγχε όλη την αλυσίδα της παραγωγής: από ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος και τα ορυχεία λιγνίτη της Τοσκάνης και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μέχρι τα χαλυβουργεία, τα ναυπηγεία και τις μηχανολογικές κατασκευές. Η Fiat, που τον Αύγουστο του 1914 είχε 3.500 εργάτες, έφτασε να απασχολεί 40.150 στο τέλος του πολέμου, περίπου το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού της περιοχής του Τορίνο και πολλαπλασίασε το κεφάλαιό της πάνω από επτά φορέςiv .

Από την άλλη, οι εργάτες και οι οικογένειές τους πλήρωναν το τίμημα με νεκρούς, πείνα και εξαντλητική εργασία. Έτσι, τόσο στη Γερμανία όσο και στην Ιταλία, η εργατική τάξη ανέπτυξε μαζικούς αγώνες ενάντια στις συνέπειες του πολέμου και στην εργοδοτική εκμετάλλευση. Από το 1917, και στα χρόνια που ακολούθησαν, η Οκτωβριανή Επανάσταση έδωσε τεράστια νέα ώθηση σε αυτή την πάλη. Οι εργάτες δεν διεκδικούσαν μόνο καλύτερους μισθούς και λιγότερες ώρες εργασίας: στη Γερμανία συγκρότησαν συμβούλια εργατών και στρατιωτών αλλά και αιτήματα που άγγιζαν την ίδια την καπιταλιστική ιδιοκτησία: την κοινωνικοποίηση της βαριάς βιομηχανίας στη Γερμανία και τον εργατικό έλεγχο της παραγωγής στην Ιταλία, που κορυφώθηκε με τις καταλήψεις των εργοστασίων το 1920.

Υπό την πίεση της Νοεμβριανής Επανάστασης του 1918, οι Γερμανοί βιομήχανοι αναγνώρισαν τα συνδικάτα ως συνομιλητές στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και αποδέχθηκαν το οκτάωρο με τη συμφωνία Στίνες–Λέγκιν της 15ης Νοέμβρη 1918. Η κυβέρνηση το θέσπισε με διάταγμα τον ίδιο μήνα. Στην Ιταλία, οι μεταλλεργάτες πέτυχαν τον Φλεβάρη του 1919 το οκτάωρο, την 48ωρη εβδομάδα και την αναγνώριση των εσωτερικών επιτροπών στα εργοστάσια. Το κύμα αγώνων της «κόκκινης διετίας» στην Ιταλία κορυφώθηκε εκείνη την περίοδο με τις καταλήψεις εργοστασίων τον Σεπτέμβρη του 1920. Η αστική τάξη υποχώρησε προσωρινά, γιατί το παράδειγμα της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία έδειχνε πού μπορούσαν να οδηγήσουν αυτοί οι αγώνες. Θυσίασε προσωρινά το επιμέρους για να διασώσει το ουσιώδες, την καπιταλιστική ιδιοκτησία και την εξουσία της. Σύμμαχο σε αυτή την υποχώρηση βρήκε τη σοσιαλδημοκρατία, που διοχέτευσε την ορμή του κινήματος σε μεταρρυθμίσεις μέσα στο αστικό σύστημα ενώ έπαιξε βρώμικο ρόλο στην διάσπαση και την καταστολή του εργατικού κινήματος.

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης και οι δολοφονίες της Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ από την σοσιαλιστική κυβέρνηση

Ταυτόχρονα, οι παραχωρήσεις μπροστά σττους αυξανόμενους σε ένταση και έκταση εργατικούς αγώνες, συνδυάστηκαν από την αρχή με τη βία από την αστική τάξη και τους μηχανισμούς της. Όπως σημείωνε ο Λένιν, η αστική τάξη υπερασπίζεται την κυριαρχία της εναλλάσσοντας ή συνδυάζοντας δύο μεθόδους, τη βία και τις παραχωρήσεις. Στην Ιταλία, η εξέγερση του Τορίνο τον Αύγουστο του 1917 πνίγηκε στο αίμα από τον στρατό, με περίπου 50 νεκρούς και πάνω από 800 συλλήψειςv . Στη Γερμανία η αντίσταση πήρε τη μορφή οργανωμένων μαζικών απεργιών σε όλη τη χώρα. Οι καταγεγραμμένοι απεργοί, μόλις 14.000 το 1915, έφτασαν περίπου τους 670.000 το 1917, τον Ιανουάριο του 1918 περίπου ένα εκατομμύριο εργάτες απήργησανviδιεκδικώντας μεταξύ άλλων τον τερματισμό του πολέμου με κεντρικό αίτημα «Ειρήνη και ψωμί!».

Όταν, στα τέλη Οκτώβρη του 1918, ναύτες του γερμανικού στόλου αρνήθηκαν να θυσιαστούν σε μια τελευταία, στρατιωτικά μάταιη ναυμαχία, η εξέγερση εξαπλώθηκε στο Κίελο και από εκεί σε ολόκληρη τη χώρα. Μέσα σε λίγες μέρες συγκροτήθηκαν συμβούλια εργατών και στρατιωτών. Στις 9 Νοέμβρη κατέρρευσε η μοναρχία και ο ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD) Σάιντεμαν ανακήρυξε την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία, ενώ ο κομμουνιστής ηγέτης Καρλ Λήμπνεχτ τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας. Ο βασιλιάς Γουλιέλμος Β΄ εγκατέλειψε τη χώρα και ο πρίγκηπας Μαξ του Μπάντεν παρέδωσε ουσιαστικά την εξουσία στους σοσιαλδημοκράτες.vii Ο Μπάντεν όρκισε καγκελάριο το ηγετικό στέλεχος του SPD Φρ. Έμπερτ, που είχε δηλώσει: «Μισώ την επανάσταση, όπως μισώ την αμαρτία».viiiΤην εξουσία ανέλαβε προσωρινά το Συμβούλιο των Λαϊκών Εντεταλμένων, με τρεις εκπροσώπους του SPD και τρεις του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (USPD) και στις 11 Νοέμβρη υπογράφηκε η ανακωχή.

Στη διάρκεια του ιμπεριαλιστικού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το SPD είχε ταχθεί υπέρ της γερμανικής αστικής τάξης και των ιμπεριαλιστικών της επιδιώξεων και μόνο όταν μεγάλα τμήματα των εργατικών-λαϊκών δυνάμεων ξεσηκώθηκαν ενάντια στα δεινά και τις σφαγές του πολέμου άλλαξε στάση. Παρόμοια ήταν η στάση του USPD, που συγκροτήθηκε από στελέχη του SPD, που αν και αρχικά υπερψήφισαν τις πολεμικές πιστώσεις, στη συνέχεια επιχείρησαν να πάρουν υποκριτικά αποστάσεις από την αστική τάξη, αν και ποτέ δεν αμφισβήτησαν την καπιταλιστική εξουσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο SPD άνηκε τόσο ο αναθεωρητής του μαρξισμού και αρνητής της σοσιαλιστικής επανάστασης Έντουαρντ Μπερνστάιν, όσο και ο θεωρητικός της Β΄ Σοσιαλδημοκρατικής Διεθνούς Καρλ Κάουτσκι, που χαρακτηρίστηκε από το Λένιν ως ταξικός «αποστάτης»

Η νέα αστική δημοκρατία έμεινε γνωστή ως Δημοκρατία της Βαϊμάρης, από την πόλη όπου συνήλθε τον Φεβρουάριο του 1919 η Εθνοσυνέλευση, η οποία ψήφισε το Σύνταγμα τον Ιούλιο του ίδιου έτους. Τμήμα του επαναστατικού κινήματος έθεσε πλέον το ζήτημα της εξουσίας των συμβουλίων και της κοινωνικοποίησης της βαριάς βιομηχανίας. Το αίτημα της κοινωνικοποίησης είχε μάλιστα ευρύτερη απήχηση. Τον Δεκέμβριο του 1918 το Πανγερμανικό Συνέδριο των Συμβουλίων, ψήφισε υπέρ της άμεσης κοινωνικοποίησης των «ώριμων» κλάδων, ιδίως των ορυχείων. Μπροστά σε αυτές τις κινητοποιήσεις, οι μεγάλοι βιομήχανοι αναγνώρισαν το οκτάωρο και τις συλλογικές συμβάσεις, επιδιώκοντας συγχρόνως να αποτρέψουν την κοινωνικοποίηση των επιχειρήσεών τους. Το αστικό κράτος προστάτευσε τις απειλούμενες από την εργατική τάξη σχέσεις ιδιοκτησίας και με τη ωμή βία.

Ήδη τον Νοέμβρη του 1918, η κυβέρνηση με πλειοψηφία το Σοσιαλδημοκτρατικό Κόμμα Γερμανίας (SPD) είχε δεσμευτεί να διατηρήσει την «ομαλή παραγωγή» και να προστατεύσει την ατομική ιδιοκτησία. Στις αρχές του Γενάρη του 1919, η απόλυση του προερχόμενου από το USPDαρχηγού της αστυνομίας του Βερολίνου, Έμιλ Άιχορν, πυροδότησε εξέγερση με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση για την κατάπνιξη της εξέγερσης χρησιμοποίησε στρατιωτικές μονάδες και τα παραστρατιωτικά σώματα των Freikorps, πολλά μέλη των οποίων στελέχωσαν αργότερα τα ναζιστικά τάγματα εφόδου. Οι μάχες στοίχισαν τη ζωή σε περίπου 200 αγωνιστές. Στις 15 Γενάρη, οι ηγέτες του νεοσύστατου Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας (Σπάρτακος),η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ δολοφονήθηκαν από τις συμμορίες των Freikorps ουσιαστικά υπό τις διαταγές της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης.

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1929 (Μεγάλη Ύφεση) και η επίδραση της στην Γερμανία

Παρά την καταστολή της επανάσταστης των Σπαρτακιστών, στα ορυχεία του Ρουρ, οι ανθρακωρύχοι συνέχισαν να διεκδικούν, μεταξύ άλλων, την εξάωρη βάρδια και την κοινωνικοποίηση των ορυχείων όπως είχε αποφασιστεί τον Δεκέμβριο του 1918. Τον Φλεβάρη του 1919, στην κορύφωση της κινητοποίησης για την κοινωνικοποίηση των ορυχείων, απήργησαν περίπου 184.000 από τους 353.000 ανθρακωρύχους του Ρουρ ενώ από το 1919 έως το 1923 καταγράφηκαν 17.694 απεργίες.

Το 1923 η κρίση οξύνθηκε. Με αφορμή τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις άνθρακα για τις πολεμικές επανορθώσεις, γαλλικά και βελγικά στρατεύματα κατέλαβαν το Ρουρ. Μετά τη γαλλοβελγική κατοχή του Ρουρ, η κυβέρνηση Κούνο η λεγόμενη «κυβέρνηση της οικονομίας» κήρυξε την «παθητική αντίσταση». Το κράτος ανέλαβε την πληρωμή των εργαζομένων που διέκοψαν την εργασία τους και επιδότησε αδρά τις επιχειρήσεις. Κάλυψε το αυξανόμενο έλλειμμα με νέο δανεισμό και έκδοση χρήματος μέσω της Ράιχσμπανκ, επιταχύνοντας τον ήδη υψηλό πληθωρισμό. Οι συνέπειες δεν ήταν ίδιες για όλες τις τάξεις: οι πραγματικοί μισθοί κατέρρεαν, ενώ οι καπιταλιστές που είχαν χρέη μπορούσαν να τα εξοφλήσουν με υποτιμημένο χρήμα. Τον Αύγουστο, η απεργία ενάντια στην κυβέρνηση Κούνο εξαπλώθηκε σε περισσότερους από τρία εκατομμύρια εργάτες και υπαλλήλους.

Τον Δεκέμβρη, νέο κυβερνητικό διάταγμα διατήρησε τυπικά το οκτάωρο, αλλά επέτρεψε τόσες εξαιρέσεις ώστε άνοιξε τον δρόμο για την παράτασή του. Οι συγκρούσεις για τον χρόνο εργασίας συνεχίστηκαν και το 1924, ακόμη και όταν άρχιζε μια περίοδος σχετικής οικονομικής σταθεροποίησης. Αυτή η σταθεροποίηση τερματίστηκε με την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 1929 τη λεγόμενη Μεγάλη Ύφεση (1929-1932) που ξεκίνησε στις ΗΠΑ και εξαπλώθηκε παγκόσμια, χτυπώντας ιδιαίτερα στην ηττημένη στον πόλεμο Γερμανία. Η εξάρτηση της Γερμανίας από ξένα δάνεια και ιδιαίτερα από αμερικάνικα κεφάλαια όξυνε την κρίση. Από το 1929 έως το 1932 η γερμανική βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 42% και το εθνικό εισόδημα κατά 40%.ix. Η καπιταλιστική κρίση συνοδεύτηκε από επίθεση στους μισθούς και στις θέσεις εργασίας, αλλά και από σημαντικές εργατικές απεργίες στους μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους. Τον Οκτώβρη του 1930 οι μεταλλεργάτες του Βερολίνου απέργησαν ενάντια σε μείωση μισθών κατά 8%. Οι απεργοί εκτιμήθηκαν σε σε περίπου 130.000. Τον Γενάρη του 1931 ξέσπασαν απεργίες και στα ανθρακωρυχεία του Ρουρ μετά την ανακοίνωση μαζικών απολύσεων. Εκτιμάται ότι στον ετήσιο μέσο όρο του για το 1931, οι άνεργοι έφταναν τα 6 εκατομμύρια.

Η δημιουργία και η στήριξη των ναζιστών από τμήματα της αστικής τάξης και οι μηχανισμοί διάσπασης της εργατικής τάξης

Για να αναχαιτίσει το απεργιακό κύμα και να διαχειριστεί την αγανάκτηση των ανέργων, η αστική τάξη αξιοποίησε τόσο τις ναζιστικές συμμορίες όσο και τους μηχανισμούς του κράτους της. Οι καπιταλιστές της βαριάς βιομηχανίας και τα συμφυσμένα τραπεζικά κεφάλαια ουσιαστικά δημιούργησαν, και χρηματοδότησαν τις ναζιστικές συμμορίες ως ένοπλες δυνάμεις κρούσης εναντίον των εργατικών κινητοποιήσεων προωθώντας ταυτόχρονα την εθνικιστική εκστρατεία ενάντια στις «άδικες συνθήκες» που επέβαλαν οι νικήτριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στον Α Παγκόσμιο πόλεμο. Η καταστολή του «εσωτερικού» ταξικού εχθρού και η επιδίωξη μιας πολεμικής αναδιανομής αποικιών, αγορών και σφαιρών επιρροής, πρώτων υλών και ενεργειακών πόρων ήταν δύο αλληλένδετοι στόχοι.

Η επιδίωξη του μεγάλου κεφαλαίου ήταν σε πρώτη φάση να διασφαλίσει την κερδοφορία του μέσω της συμπίεσης των μισθών, την εντατικοποίηση της εργασίας και την ταυτόχρονη διάσπαση και αποδυνάμωση του εργατικού κινήματος. Παράλληλα, η στροφή προς την πολεμική βιομηχανία εξασφάλιζε νέες μαζικές στρατιωτικές παραγγελίες και αγορές και σε δεύτερη φάση γινόταν το όχημα για την επιδίωξη μιας νέας ιμπεριαλιστικής αναμέτρησης. O κατακερματισμός της εργατικής τάξης, η καταστολή του ταξικού κινήματος από την μία και η ανάπτυξη της πολεμικής οικονομίας ήταν, έτσι, δύο πλευρές της ίδιας πολιτικής υπέρ της κερδοφορίας του κεφαλαίου x

Το ναζιστικό κόμμα στη Γερμανία, όπως και το φασιστικό κίνημα στην Ιταλία , συγκροτήθηκε και ενισχύθηκε με τη στήριξη τμημάτων της αστικής τάξης xi Έστρεφε την οργή των εργατών για την ανεργία, τη φτώχεια και την καπιταλιστική κρίση μακριά από το κεφάλαιο και την εξουσία του, κατασκευάζοντας «φυλετικούς εχθρούς» και «εχθρούς της εθνικής κοινότητας», ενώ με την οργανωμένη βία των συμμοριών του επιδίωκε να τσακίσει το ταξικό εργατικό κίνημα. Η δημαγωγία του στρεφόταν επιλεκτικά και εναντίον ορισμένων καπιταλιστών, κυρίως Εβραίων. Ήδη το πρόγραμμα του 1920 απέκλειε τους Εβραίους από την ιδιότητα του πολίτη και απαιτούσε το «σπάσιμο της σκλαβιάς του τόκου». Ο Γκότφριντ Φέντερ, ο κύριος οικονομικός θεωρητικός του ναζιστικού κόμματος τα πρώτα χρόνια και αργότερα υφυπουργός Οικονομίας, έδινε σε αυτή την προπαγάνδα το θεωρητικό της περίβλημα: αντιπαρέθετε το raffendes («αρπακτικό») στο schaffendes («δημιουργικό») κεφάλαιο.xii Έτσι, η εκμετάλλευση παρουσιαζόταν ως έργο των τραπεζών και των «τοκογλύφων», που η αντισημιτική προπαγάνδα προσωποποιούσε στον «Εβραίο», ενώ το βιομηχανικό κεφάλαιο εμφανιζόταν ως μέρος μιας δήθεν κοινής προσπάθειας εργοδοτών και εργατών για την «εθνική παραγωγή». Στο ίδιο πλαίσιο, η ταξική αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία συγκαλυπτόταν πίσω από τη φυλετική διαίρεση.

Η βοήθεια που πρόσφερε το κεφάλαιο στους ναζί πριν από το 1933 ήταν τόσο η άμεση χρηματοδότηση τους όσο και η προβολή και η πολιτική τους νομιμοποίηση. Η περίπτωση του Άλφρεντ Χούγκενμπεργκ είναι χαρακτηριστικήxiii . Πρώην κορυφαίο διευθυντικό στέλεχος της Κρουπ, κυριαρχούσε στον αστικό δεξιό Τύπο μέσω των ειδησεογραφικών του πρακτορείων από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 και το 1927 αγόρασε την κινηματογραφική Ufa. Τον Ιούλη του 1929, ως πρόεδρος του εθνικιστικού DNVP, μαζί με τον Χίτλερ, τον Φραντς Ζέλντε του Stahlhelm («Χαλύβδινο Κράνος» – η ισχυρότερη παραστρατιωτική οργάνωση βετεράνων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου) και τον Χάινριχ Κλας του Πανγερμανικού Συνδέσμου (εθνικιστική οργάνωση) ίδρυσαν την Επιτροπή του Ράιχ για το δημοψήφισμα κατά του Σχεδίου Γιανγκ. Το σχέδιο του Αμερικανού τραπεζίτη Όουεν Γιάνγκ ήταν το οικονομικό πρόγραμμα που διαδέχθηκε το σχέδιο Ντωζ και σε αντίθεση με το τελευταίο προέβλεπε μεγαλύτερο χρονικός εύρος για την αποπληρωμή των γερμανικών αποζημιώσεων που θα έφτανε έως τη δεκαετία του 1980. Με αυτό τον τρόπο επιχειρούταν να ξεπεραστεί η ασφυξία της γερμανικής καπιταλιστικής οικονομίας.

Το δημοψήφισμα απέτυχε: το στήριξε λιγότερο από το 14% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων. Ωστόσο, η κοινή δράση με καθιερωμένες εθνικιστικές οργανώσεις αύξησε την αναγνωρισιμότητα και τη δημοφιλία του NSDAP. Ο ισχυρότερος ιδιοκτήτης μέσων ενημέρωσης έδωσε σε ένα μικρό εθνικιστικό κόμμα εθνικό ακροατήριο. Το 1932 το ναζιστικό κόμμα είχε στην διάθεση του με την στήριξη τμημάτων της αστικής τάξης 59 καθημερινές εφημερίδες συνολικής κυκλοφορίας 782.000 φύλλωνxiv Ταυτόχρονα, η εργοδοσία βοήθησε τους ναζί να μπουν και στα εργοστάσια. Εκθέσεις κομμουνιστικών συνδικάτων από το 1932 περιγράφουν ναζιστικούς πυρήνες που συγκροτούνταν πρώτα στα γραφεία των επιχειρήσεων από τους εργοδότες, και έπειτα επεκτείνονταν μέσω των επιστατών και ειδικευμένων εργατών στο εργαστήριο παραγωγής.

Από την άλλη οι κυβερνήσεις της Βαϊμάρης χρησιμοποίησαν το σύστημα των πενιχρών επιδομάτων ανεργίας, με διαδοχικές περικοπές και επιλεκτικούς αποκλεισμούς, για να διασπάσουν τους ανέργους και να αποδυναμώσουν την κοινή τους πάλη με τους εργαζόμενους. Με έκτακτα διατάγματα που παρέκαμπταν ακόμα και το αστικό κοινοβούλιο, οι κυβερνήσεις Μπρύνινγκ, Πάπεν και Σλάιχερ (οι τρεις τελευταίοι καγκελάριοι, της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, πριν από την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία τον Ιανουάριο του 1933), άλλαζαν ξανά και ξανά τους όρους χορήγησης των επιδομάτων. Απέκλειαν, λόγου χάρη, νεαρές γυναίκες χωρίς παιδιά και ανθρώπους κάτω των 21 ετών, ενώ έδιναν μικρές παραχωρήσεις σε άλλους. Κάθε περικοπή παρουσιαζόταν ως αναγκαία για τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος.Ταυτόχρονα υπήρχαν έλεγχοι, και παροχές που όφειλαν οι άνεργοι να επιστρέψουν μετά από την «προσωπική κρίση» των αρμόδιων τοπικών δημοτικών υπαλλήλων.

Έτσι, για πολλούς εργάτες, η δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε κυρίως το πρόσωπο μιας υπηρεσίας επιδομάτων που μπορούσε να τους απορρίψει. Η δυνατότητα του μηχανισμού να αποφασίζει «κατά την κρίση του» αυξανόταν διαρκώς, ενώ η λειτουργία του ως «υπηρεσίας χορήγησης επιδομάτων» παραχωρούσε σταδιακά τη θέση της στη «συλλογή πληροφοριών για τους πολίτες». Οι κυβερνήσεις της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, γνώριζαν πολύ καλά τις δυνατότητες κοινωνικού ελέγχου που παρείχε ο μηχανισμός «κοινωνικής πρόνοιας». Καθώς μεταβάλλονταν τα κριτήρια, ορισμένες κοινωνικές ομάδες αποκλείονταν από τις παροχές, ενώ άλλες έβλεπαν τα ποσά που λάμβαναν να περικόπτονται δραστικά. Σε πολλές περιπτώσεις, τα διατάγματα αυτά που, μεταξύ άλλων, προκαλούσαν τεράστια γραφειοκρατική σύγχυση και διαρκή ανασφάλεια απλώς όριζαν ποιες κοινωνικές ομάδες θα αποκλείονταν από το επίδομα ανεργίας ή τις παροχές κοινωνικής ασφάλισης: προσωρινά, ή για πάντα ή μέχρι το επόμενο διάταγμα για να έχουν τους ανέργους στο χέρι.

Το 32,5% των ανέργων δεν έπαιρνε κανένα επίδομα στα τέλη του 1930, το 33,5% το 1931, το 37,6% στο τρίτο τρίμηνο του 1932 και το 31,6% στο πρώτο τρίμηνο του 1933 xv Καθώς, στη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, οξυνόταν η αντιπαράθεση ανάμεσα στον διοικητικό μηχανισμό του αστικού κράτους και τους αιτούντες ανέργους που παρέμεναν σε ένα μεγάλο ποσοστό χωρίς κανένα επίδομα, ο μηχανισμός αυτός μετατρεπόταν όλο και περισσότερο σε συμπληρωματικό μηχανισμό αστυνόμευσης των πιο αδύναμων στρωμάτων της κοινωνίας. Μεγάλος αριθμός φτωχών και περιθωριοποιημένων από το αστικό κράτος ανθρώπων χαρακτηρίστηκε έτσι «αντικοινωνικός» με βάση τις πληροφορίες που συγκέντρωναν οι υπηρεσίες «κοινωνικής πρόνοιας» στους ατομικούς τους φακέλους. Στη συνέχεια εντάσσονταν σε έναν μηχανισμό διαλογής που δεν λειτουργούσε μόνο με φυλετικά, αλλά και με ταξικά κριτήρια.

Σε αυτή την βάση, το μοτίβο ήταν σαφές: οι ναζί βάφτιζαν «εχθρούς του έθνους και της κοινωνίας» τους Εβραίους, τους κομμουνιστές που πρωτοστατούσαν στην οργάνωση της εργατικής τάξης ενάντια στους βιομηχάνους και την εργοδοσία, καθώς και τους φτωχούς και ανέργους που στιγμάτιζαν ως παράσιτα και «αντικοινωνικούς». Στην πραγματικότητα ο κύριος εχθρός ήταν ο οργανωμένος εργάτης, το ταξικό κίνημα που αρνιόταν την «εθνική αταξική ενότητα».

Η παράδοση της εξουσίας στον Χίτλερ από το αστικό κράτος

Όταν η κρίση του 1929 απείλησε ακόμη περισσότερο την κερδοφορία τους, τμήματα της αστικής τάξης επιδίωξαν μέσω της οργάνωσης και της ισχυρής πλέον στήριξης και χρηματοδότησης των ναζιστών, ένα κράτος ικανό να επιβάλουν με βίαιο τρόπο τα συμφέροντα τους σε ολόκληρη την κοινωνία. Πράγματι, το 1928 το NSDAP πήρε 2,6% των ψήφων, το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD) 10,6% και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) 29,8%. Τον Σεπτέμβρη του 1930 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 18,3% για το ναζιστικό κόμμα, 13,1% για το ΚΚ Γερμανίας, ενώ το το SPD κατακύλισε στο 24,5%. Τον Ιούλη του 1932 το ναζιστικό κόμμα έφτασε στο 37,3%, περίπου 13,7 εκατομμύρια ψήφους— ενώ το KPD πήρε 14,3% και το SPD 21,6%. Στις εκλογές της 6ης Νοέμβρη του 1932, το ναζιστικό κόμμα υποχώρησε στο 33,1%, ενώ το KPD ανέβηκε στο 16,9% καταγράφοντας τη μεγαλύτερη εκλογική του επίδοση, με 6 εκατομμύρια ψήφους, και το SPD έπεσε ακόμα περισσότερο στο 20,4%.xvi

Ήταν φανερό ότι ο ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας και των συνδικάτων της, που είχαν παίξει όλο αυτό το διάστημα βρώμικο ρόλο μέσα στο εργατικό κίνημα, προωθώντας και στηρίζοντας όλα τα αντιδραστικά νομοθετικά διατάγματα και αντιλαϊκούς νόμους, είχε φτάσει στο έσχατο όριο της χρησιμότητας της. Ταυτόχρονα, το γερμανικό κεφάλαιο θεωρούσε πλέον ότι οριστική λύση στις επιδιώξεις του θα έδινε μια πολεμική ρελάνς έναντι των διεθνών ανταγωνιστών του.

Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις ανέλαβε δράση η αστική τάξη και το κράτος της. Αμέσως μετά τις εκλογές, την 19η Νοέμβρη 1932 που σηματοδότησε την πτώση των ποσοστών και των ναζιστών, μεγαλοβιομήχανοι, τραπεζίτες και μεγαλογεωκτήμονες ζήτησαν με υπόμνημα τους από τον πρόεδρο της Γερμανίας Χίντενμπουργκ να διορίσει άμεσα τον Χίτλερ επικεφαλής προεδρικής κυβέρνησης. Στους υπογράφοντες συγκαταλέγονται ο Φριτς Τίσεν της Vereinigte Stahlwerke, ο διευθυντής της Wintershall Άουγκουστ Ρόστεργκ, ο τραπεζίτης της Κολωνίας Κουρτ φον Σρέντερ (στο σπίτι του πραγματοποιήθηκε η ιστορική μυστική συνάντηση της 4ης Ιανουαρίου 1933 ανάμεσα στον Χίτλερ και τον πρώην Καγκελάριο Φραντς φον Πάπεν), ο διευθυντής της Commerzbank Φρίντριχ Ράινχαρτ και ο πρώην πρόεδρος της Reichsbank Χιάλμαρ Σαχτ. Το κείμενο παρουσίαζε την υπέρβαση των ταξικών αντιθέσεων και της εθνικής ενότητας ως προϋπόθεση οικονομικής ανάκαμψης xvii . Ο Πάπεν και άλλοι αστοί πολιτικοί στήριξαν το υπόμνημα. Ο Χίντενμπουργκ διόρισε τον Χίτλερ καγκελάριο στις 30 Γενάρη 1933, χωρίς φυσικά ο Χίτλερ να έχει κερδίσει το απαιτούμενο εκλογικό ποσοστό. Η ναζιστική ψήφος είχε ήδη υποχωρήσει στις τελευταίες ελεύθερες εκλογές πριν από τον διορισμό του από τον πρόεδρο και δεν ήταν λοιπόν η κάλπη που ολοκλήρωσε την πορεία του προς την εξουσία αλλά η αστική τάξη και το κράτος της.

Ο βρώμικος ρόλος της σοσιαλδημοκρατίας

Βρώμικο ρόλο στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία έπαιξε διαχρονικά η ηγεσία του SPD, παρά τις αντιφασιστικές διακηρύξεις της.

Στις 30 Γενάρη 1933, αμέσως μετά τον διορισμό του Χίτλερ στην καγκελαρία από τον Χίντεμπουργκ, το KPD κάλεσε την ηγεσία του SPD και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις σε κοινή γενική απεργία ενάντια στη νέα κυβέρνηση. Η ηγεσία του SPD δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα. Παρότι χαρακτήρισε την κυβέρνηση Χίτλερ–Πάπεν–Χούγκενμπεργκ «αντιδραστική συγκέντρωση του μεγάλου κεφαλαίου και των μεγαλογαιοκτημόνων», δήλωσε ότι θα διεξήγαγε τον αγώνα της «στο έδαφος του Συντάγματος» και κάλεσε τα μέλη της να μη συμμετάχουν στο κάλεσμα του KPD. Έτσι, δεν οργανώθηκε η κοινή γενική απεργία που ζητούσε το KPD.

Οι ρίζες αυτού του ρόλου βρίσκονται πολύ πριν από την άρνησή του SPD να στηρίξει γενική απεργία που πρότεινε το KPD τον Γενάρη του 1933. Στις 29 Δεκεμβρίου 1918, την επομένη της αποχώρησης του USPD από την κυβέρνηση και μία μέρα πριν από την ίδρυση του KPD, το SPD κυκλοφόρησε φυλλάδιο με τίτλο «FürRecht – gegenGewalt!» («Για το δίκαιο – κατά της βίας»), με το οποίο καλούσε σε αγώνα κατά της Ένωσης Σπάρτακος .xviii Το φυλλάδιο του SPD κυκλοφόρησε τη στιγμή που έμεινε μόνο του στην κυβέρνηση και ξεκαθάριζε ποιον θεωρούσε κύριο αντίπαλο. Λίγες μέρες αργότερα, ο «αγώνας» αυτός πήρε τη μορφή των στρατιωτικών μονάδων και των Freikorps (μέλη παραστρατιωτικής μονάδας (πρόδρομος των ναζιστικών συμμοριών) που έπνιξαν στο αίμα την εξέγερση του Ιανουαρίου.

Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Στρατιωτικών Γκούσταβ Νόσκε επικύρωσε αργότερα την απόφαση του στρατοδικείου που αθώωσε τους περισσότερους από τους εμπλεκόμενους αξιωματικούς. Ο ηγέτης του, Φρίντριχ Έμπερτ, συμφώνησε με τον στρατηγό Βίλχελμ Γκρένερ να διατηρηθεί η διοίκηση του στρατού στα χέρια του παλιού σώματος αξιωματικών, με αντάλλαγμα τη στρατιωτική στήριξη της κυβέρνησης απέναντι στο SPDμε αντάλλαγμα την καταπολέμηση του «μπολσεβικισμού» xix Τον Μάρτη του 1919, ο Νόσκε ηγετικό στέλεχος του SPD που είχε την ευθύνη των στρατιωτικών δυνάμεων που η κυβέρνηση χρησιμοποίησε για την καταστολή των εργατικών εξεγέρσεων τώρα ως υπουργός Στρατιωτικών διέταξε την άμεση εκτέλεση κάθε ενόπλου κατά την καταστολή των νέων συγκρούσεων στο Βερολίνο xx Η διαταγή ίσχυσε ως τις 16 Μαρτίου. Ανάμεσα στους δολοφονημένους ήταν ο ηγέτης του KPD Λέο Γιόγκιχες και 29 ναύτες της Λαϊκής Ναυτικής Μεραρχίας.

Το 1929, η αστυνομία του Βερολίνου, με επικεφαλής τον σοσιαλδημοκράτη Καρλ Zörgiebel, κατέστειλε τις πρωτομαγιάτικες διαδηλώσεις που είχε καλέσει το KPD: περισσότεροι από 30 διαδηλωτές δολοφονήθηκαν από τα αστυνομικά πυρά xxi Στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης, το SPD ανέχθηκε και στήριξε τις κυβερνήσεις Μπρύνινγκ και τα έκτακτα διατάγματα λιτότητας. Στις προεδρικές εκλογές του Μάρτη και του Απρίλη 1932, η ηγεσία του SPD κάλεσε σε ψήφο υπέρ της επανεκλογής του Χίντενμπουργκ, προβάλλοντάς τον ως ανάχωμα στην εκλογή του Χίτλερ. Ο Χίντενμπουργκ κέρδισε τον δεύτερο γύρο με 53%. Στις 20 Ιούλη, όμως, ο ίδιος ο Χίντενμπουργκ, με έκτακτο προεδρικό διάταγμα, απομάκρυνε την κυβέρνηση συνασπισμού της Πρωσίας, με επικεφαλής τον σοσιαλδημοκράτη Ότο Μπράουν, και παρέδωσε τη διοίκηση του κρατιδίου στον καγκελάριο Φραντς φον Πάπεν. Το KPD κάλεσε τότε το SPD και τα συνδικάτα να κηρύξουν από κοινού γενική «απεργία ενάντια στο πραξικόπημα». Η ηγεσία του SPD και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες του δεν ανταποκρίθηκαν παρέπεμψαν στις βουλευτικές εκλογές της 31ης Ιούλη.

Αυτές οι συγκεκριμένες επιλογές του SPD, από την ένοπλη καταστολή του εργατικού κινήματος έως την προσήλωση στην κρατική νομιμότητα την ώρα της ναζιστικής ανόδου, ήταν αποφασιστικά στην άνοδο των ναζιστών στην εξουσία.

Συνεχίζεται….

Ο Μαρκόνης

i Φασισμός-ναζισμός: Γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού, στην υπηρεσία του αστικού συστήματος ενάντια στο εργατικό κίνημα- Μέρος Α. Η άνοδος στην εξουσία των φασιστών στην Ιταλία την περίοδο του μεσοπολέμου https://www.902.gr/eidisi/arthra/430344/fasismosnazismos-gennimathremma-toy-imperialismoy-stin-ypiresia-toy-astikoy

ii Badische Landesbibliothek Karlsruhe, Digitale Sammlung der Badischen Landesbibliothek Karlsruhe Der Volksfreund. 1901-1932 https://digital.blb-karlsruhe.de/download/pdf/3825762.pdf

iii V. Antonelli, T. Boyns, F. Cerbioni, The Development of Accounting in Europe in the Era of Scientific Management: The Italian Engineering Conglomerate, Ansaldo, 1918–1940, Accounting Historians Journal 35(1), 2008, 49–81.

iv Storia di Torino, τόμ. VIII: Dalla Grande Guerra alla Liberazione (1915–1945), Einaudi, Τορίνο 1998,MuseoTorino, https://www.museotorino.it/resources/pdf/books/149/files/assets/common/downloads/page0125.pdf

v Ο.π.

vi K. Weinhauer, «Labour Movements and Strikes, Social Conflict and Control, Protest and Repression (Germany)», 1914-1918-online. International Encyclopedia of the First World War (2017). https://encyclopedia.1914-1918-online.net/article/labour-movements-and-strikes-social-conflict-and-control-protest-and-repression-germany/

vii Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τον. Η1-Η2, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1962, σελ. 180-181.

viii Josef Lenz, The Rise and the Fall of the Second International, εκδ. International Publishers, New York, 1932, p. 178.

ix C. Sparks, «Fascism and the Working Class. Part 1: The German Experience», International Socialism https://www.marxists.org/history/etol/newspape/isj2/1978/no2-002/sparks.html

x S. Bologna, Nazismo e classe operaia 1933–1993, ShaKe Edizioni, 2018.

xi Φασισμός-ναζισμός: Γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού, στην υπηρεσία του αστικού συστήματος ενάντια στο εργατικό κίνημα- Μέρος Α. Η άνοδος στην εξουσία των φασιστών στην Ιταλία την περίοδο του μεσοπολέμου https://www.902.gr/eidisi/arthra/430344/fasismosnazismos-gennimathremma-toy-imperialismoy-stin-ypiresia-toy-astikoy

xii Institut für Wirtschafts- und Sozialgeschichte, Wirtschaftsuniversität Wien, «Trennlinien zur NS-Ideologie», https://www.wu.ac.at/geschichte/institut/forschung/virtuelle-ausstellung-freiwirtschaftliche-markierungen/trennlinien-zur-ns-ideologie

xiii Φασισμός-ναζισμός: Γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού, στην υπηρεσία του αστικού συστήματος ενάντια στο εργατικό κίνημα- Μέρος Α. Η άνοδος στην εξουσία των φασιστών στην Ιταλία την περίοδο του μεσοπολέμου https://www.902.gr/eidisi/arthra/430344/fasismosnazismos-gennimathremma-toy-imperialismoy-stin-ypiresia-toy-astikoy

xiv C. Sparks, «Fascism and the Working Class. Part 1: The German Experience», International Socialism https://www.marxists.org/history/etol/newspape/isj2/1978/no2-002/sparks.html

xv S. Bologna, Nazismo e classe operaia 1933–1993, ShaKe Edizioni, 2018.

xvi Φασισμός-ναζισμός: Γέννημα-θρέμμα του ιμπεριαλισμού, στην υπηρεσία του αστικού συστήματος ενάντια στο εργατικό κίνημα- Μέρος Α. Η άνοδος στην εξουσία των φασιστών στην Ιταλία την περίοδο του μεσοπολέμου https://www.902.gr/eidisi/arthra/430344/fasismosnazismos-gennimathremma-toy-imperialismoy-stin-ypiresia-toy-astikoy —- C. Sparks, «Fascism and the Working Class. Part 1: The German Experience», International Socialism https://www.marxists.org/history/etol/newspape/isj2/1978/no2-002/sparks.html

xvii K. Weinhauer, «Labour Movements and Strikes, Social Conflict and Control, Protest and Repression (Germany)», 1914-1918-online. International Encyclopedia of the First World War (2017). https://encyclopedia.1914-1918-online.net/article/labour-movements-and-strikes-social-conflict-and-control-protest-and-repression-germany/

xviii SPD «Für Recht – gegen Gewalt!» Vorwärts Buchdruckerei, Βερολίνο, 29/12/1918. Deutsches Historisches Museum, αρ. ευρ. Do2 89/2044.115, https://www.deutsche-digitale-bibliothek.de/item/3A3XTGQSKF32J4FSQRAMCMZAIVLGHVX3

xix W. Groener, Lebenserinnerungen. Jugend, Generalstab, Weltkrieg, επιμ. F. Frhr. Hiller von Gaertringen, Göttingen 1957.

xx Das Bundesarchiv. Generalstreik in Berlin und Märzkämpfe 3. März 1919 https://www.bundesarchiv.de/themen-entdecken/online-entdecken/dokumente-zur-zeitgeschichte/generalstreik-in-berlin-und-maerzkaempfe/

xxi Deutsches Historisches Museum, LeMO, «Der “Blutmai” 1929», https://www.dhm.de/lemo/kapitel/weimarer-republik/innenpolitik/blutmai-1929

Ετικέτες:

Δείτε ακόμα...