Λαϊκή παρακαταθήκη ο πλούτος του «συμφωνικού» Μίκη

Ο Μίκης –έτσι κι αλλιώς παγκόσμια μουσική φυσιογνωμία υπήρξε ο μεγαλύτερος στη χώρα μας λαϊκός καλλιτέχνης, πρωτοπόρος και ανόμοιαστος, στρατευμένος στην τέχνη του, που ίπταται πάνω από τεχνοτροπίες και μανιέρες, σφραγίζοντας ανεξίτηλα, τον πολιτισμό.

Ο ίδιος έλεγε: «Είμαι πολύ ευτυχής γιατί ως συνθέτης μπόρεσα να εκπληρώσω σε ικανοποιητικό βαθμό αυτά που ήθελα να κάνω, τόσο στον τομέα του τραγουδιού όσο και στον χώρο της συμφωνικής μουσικής. Βεβαίως θα μπορούσα να προσφέρω περισσότερα, εάν δεν αφιέρωνα μεγάλο μέρος της ζωής μου στα κοινά» (…)
Και αυτό το 2ο κομμάτι τον «συμφωνικό Θεοδωράκη» με τα ορατόρια, μπαλέτα, όπερες και μουσική δωματίου θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε στο σημερινό σημείωμα.
Μεγάλη κουβέντα γιατί, ξεφυλλίζοντας  το αρχείο του στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη –που αυτές τις μέρες έχει εξώφυλλο τη ζωή του, δίπλα σε κείμενα, αποκόμματα τύπου κλπ. τεκμήρια, υπάρχει μια μουσική, με πάνω από 50.000 φύλλα!

Και ενώ τα πρώτα του μουσικά ακούσματα ήταν ψαλμωδίες -έπαιρνε μάλιστα μέρος σαν ψάλτης σε εκκλησίες, στην Τρίπολη, μόλις 17 ετών, δίνει την πρώτη του συναυλία παρουσιάζοντας το έργο του «Κασσιανή» ενώ σε ηλικία 22 χρόνων πήρε τα πρώτα μαθήματα βιολιού στο Ωδείο Πατρών και δημιούργησε συνθέσεις βασισμένες σε στίχους Σολωμού, Παλαμά, Δροσίνη και Βαλαωρίτη.

Ξεκίνησε να ανακαλύπτει τη μουσική μέσα από έργα των Μπαχ, Μότσαρτ και Μπετόβεν μπαίνοντας –δεδομένης και της εποχής σε έναν άγνωστο μέχρι τότε σε εκείνον κόσμο.
Μια πορεία που θα συνεχίσει για χρόνια –μέχρι τα τέλη της 10ετίας του ΄50 όταν έγραψε τις τρεις μουσικές μπαλέτου «Αντιγόνη», «Les Amants de Teruel» και «Le Feu aux Poudres», οι οποίες γνώρισαν επιτυχία στη γαλλική πρωτεύουσα και στο Λονδίνο, ενώ την ίδια περίοδο συνέθεσε και το έργο «Οιδίπους Τύραννος».
Το 1957 τιμάται με το χρυσό μετάλλιο στο Φεστιβάλ της Μόσχας για την «Πρώτη Συμφωνία για πιάνο και ορχήστρα» και μάλιστα από τα χέρια του Σοστακόβιτς, που χαρακτήρισε τον Μίκη «μουσική μεγαλοφυΐα του 20ού αιώνα».

Η «Πρώτη συμφωνία» πλάι-πλάι με την «Άρνηση» και την ώρα που παγκόσμιοι ερμηνευτές και ειδικοί προσπαθούν να προσεγγίσουν τις ερμηνείες του «αγράμματου» Μπιθικώτση, καταξιωμένοι μαέστροι μελετούν με ευλάβεια σουίτες, όπερες και ορατόρια.

Το «Άξιον εστί» θα γίνει το πρώτο μεγάλο έργο του με χορωδία, το οποίο ο συνθέτης ονομάζει «λαϊκό ορατόριομετασυμφωνικό», χαρακτηρισμός που δηλώνει «όχι τόσο την χρονική απόσταση όσο την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στη δυτική και την νεοελληνική μουσική τέχνη»

«Έπλασα σιγά –σιγά μέσα μου το ιδανικό της ζωής μου. Να δημιουργήσω ηχητικές τοιχογραφίες , όμως με υλικά απολύτως ζωντανά. Με αναγκαιότητα και αλήθεια. Πλουτίζοντας τη μουσική μου γλώσσα με κάθε καινούρια τεχνική προσφορά…. όμως το πιο σπουδαίο, ήθελα τη μεγάλη αυτή μουσική τοιχογραφία να τη νοιώθει όλος ο λαός, να τη λογαριάζει για κάτι εντελώς δικό του, που βγαίνει από αυτόν».

(γράφει ο Μίκης):
«Ενυπήρχε μέσα μου αυτή η μουσική και δεν έμενε παρά το χτύπημα της ρομφαίας πάνω στο βράχο για να αναπηδήσει το ζωντανό νερό των ήχων».
Τα όργανα της συμφωνικής ορχήστρας παραμένουν, αλλά εμπλουτίζονται με μπουζούκι και σαντούρι, ενώ η καταλυτική παρουσία της χορωδίας βάζει τη σφραγίδα της.

Ήδη από τη 10ετία του 1990 το συμφωνικό έργο του Μίκη με ελληνικές και ξένες ορχήστρες και με μεγάλους σολίστες «επισκιάζει» τον «λαϊκό» Θεοδωράκη και ο «άλλος» ήχος -100% αναγνωρίσιμος, με κλίμακες βυζαντινής λαϊκής μουσικής, δημοτικούς ρυθμούς και σύγχρονη ποίηση ακούγεται στα μεγαλύτερα θέατρα

Όπως είχε αναφέρει ο Gerhard Folkerts «Αυτό που τον διαφοροποιεί από άλλους και πολλούς συνθέτες της δυτικοευρωπαϊκής πρωτοπορίας, είναι πως στην καρδιά των συμφωνικών του έργων υπάρχει διαμαρτυρία και αντίσταση κατά αυτού που δεν θέλει να αλλάξει. Ο Θεοδωράκης με το συμφωνικό του έργο μας κάνει να σκεφτούμε. Το συμφωνικό του έργο μας δημιουργεί την ανάγκη και την επιθυμία να πραγματώσουμε την αγάπη, τον έρωτα, την ελευθερία και την ειρήνη».

Ο θρίαμβος του λυρισμού μέσα από τις Όπερες του Μίκη

Το μπαλέτο «Ζορμπάς» παίχτηκε στο αρχαίο θέατρο της Βερόνας τον Αύγουστο του 1988. Ο Θεοδωράκης ένιωσε περήφανος, όταν το βράδυ της πρεμιέρας που θα διηύθυνε την ορχήστρα, είδε σε πανό να γράφεται το όνομά του δίπλα στους γίγαντες της ιταλικής όπερας.

Ανάμεσα στα 1984 και 1986 ο Θεοδωράκης είχε ήδη γράψει την όπερα «Κώστας Καρυωτάκης ή οι Μεταμορφώσεις του Διονύσου» (κείμενο του συνθέτη με στίχους Καρυωτάκη και Κώστα Βάρναλη). Πρόκειται για ένα έργο που χαρακτηρίζεται ως «opera buffa» και βασίζεται στη ζωή και στο θάνατο του ποιητή και την εμπνεύστηκε –πιθανά σε έναν στιγμιαίο αυτοσαρκασμό όταν μέσα και από τα προσωπικά του βιώματα αηδίασε από τη σύγχρονη πολιτική του αστικού κράτους βάζοντας σ’ ένα πλαίσιο πικρής σάτιρας λυρικά στοιχεία.
Το αποτέλεσμα είναι μια σκόπιμα γκροτέσκα, μαύρη κωμωδία, κάτι σαν μπρεχτικός εφιάλτης, από τον οποίο κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει την κριτική και ο αυτόχειρας ποιητής θεωρεί τους πάντες υπεύθυνους όχι μόνο για το θάνατό του αλλά και για το θάνατο του έθνους του.
Η όπερα αυτή αποτελεί μια οπτική-σχόλιο του συνθέτη για τη 10ετία του ’80, σαν μία ακόμη περίοδος στιγματισμένη από την κατάχρηση της εξουσίας σε μια χώρα που στην ιστορική πορεία της έχει καταδυναστευτεί από ξένους και ντόπιους.

Η «όπερα» ήταν ένα θυμωμένο, χωρίς απόγνωση όμως, ξέσπασμα, με τον υπότιτλο της να δένει το έργο με μια άλλη σύνθεση, για λαϊκό τραγουδιστή, χορωδία και τη λαϊκή ορχήστρα «Διόνυσος», που παρουσιάστηκε το 1985 στο θέατρο «Ορφέας» στην Αθήνα.
Ο Θεοδωράκης ονόμασε αυτόν τον κύκλο «σύγχρονο θρησκευτικό δράμα», τονίζοντας ότι ο σκοπός του ήταν να ξαναφέρει, όπως λέει, «στην μνήμη του λαού, αρχαίους και σύγχρονους μύθους, ελπίζοντας να τον βοηθήσω να δει μέσα από τα σύμβολα, την ουσία της ζωής του, που έχω την γνώμη ότι χάνεται όλο και πιο πολύ».

Η επιστροφή του θεού Διόνυσου δίνει μια συμβολική και μυθική διάσταση στη τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας. Μετά από χρόνια ξένης παρέμβασης, πολέμους και κατοχές η χώρα υποφέρει από την κατάχρηση εξουσίας με «οργιαστική κατανάλωση» που μπορεί να νικήσει, φαίνεται, ακόμη και το Διόνυσο. Αλλά με τέτοιο θεό, ποιος ξέρει τι μπορεί να γίνει; Ο Διόνυσος, το σύμβολο του ελληνικού παρελθόντος, είναι που ενώνει το κοσμικό με το ιερό και αφήνει χώρο για ελπίδα. Στις όπερες που θα συνθέσει ο Θεοδωράκης την επόμενη δεκαετία, θα επιστρέψει στην πηγή έμπνευσής του, στο μυθικό και συμβολικό κόσμο της αρχαίας Ελλάδας και θα δημιουργήσει μια τριλογία τραγωδιών μ’ ένα νέο λυρισμό, ένα λυρισμό που υπερβαίνει την πικρία του παρελθόντος και καταφάσκει στη δύναμη της ανθρώπινης αγάπης και του έρωτα.

Ο Θεοδωράκης πιστεύει ότι οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν μια ιδιαίτερη σχέση με το τραγικό. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτό οφείλεται στην ιστορία της χώρας ή ακόμη στο ότι το έχουν στο αίμα τους που τους ευχαριστεί η ακραία έκφραση του πόνου στη λογοτεχνία. Εν πάση περιπτώσει, ο Θεοδωράκης πάντοτε ταυτιζόταν με τις τραγικές μορφές της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας και ιδιαίτερα με τις τρεις ηρωίδες που στέκονται μόνες και χωρίς φόβο στο κέντρο των λεγόμενων «λυρικών τραγωδιών»: Μήδεια, Ηλέκτρα και Αντιγόνη. Το πρόβλημα για το συνθέτη ήταν πώς να μετουσιώσει αυτή την ιδιαίτερη έλξη που ασκούσε πάνω του η τραγωδία σε μουσική μορφή. Η λύση ήταν, όπως έχει συμβεί με όλα σχεδόν τα έργα του, να βασιστεί στον ποιητικό λόγο, ώστε αυτός να του εξασφαλίσει τη μουσική έμπνευση. Ο συνθέτης ένιωθε ότι ο Ευριπίδης τον οδηγούσε πιο κοντά στον άνθρωπο και στην ανθρώπινη κοινωνία παρά ο Αισχύλος, ο οποίος έβλεπε τον άνθρωπο ως όργανο της θεϊκής θέλησης.

Ο σεβασμός του Θεοδωράκη για το κείμενο του Ευριπίδη τον οδήγησε όχι μόνο να ακολουθήσει το πρωτότυπο λέξη προς λέξη και στίχο προς στίχο, αλλά να δημιουργήσει μια μοναδική μελωδική γραμμή που αρχίζει με την πρώτη φράση της τροφού και τελειώνει με το τελευταίο χορικό. Δεν σημαίνει όμως ότι μια μόνο μελωδία κυριαρχεί στο έργο, αλλά η μελωδία, το μέλος, είναι το κυρίαρχο στοιχείο που θα επηρεάσει τις άπειρες αντιθέσεις και μεταβολές των χαρακτήρων. Όπως θα περίμενε κανείς, με τέτοια εμμονή στη μελωδία, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα ρετσιτατίβο, ακόμη και οι πιο γρήγοροι διάλογοι τραγουδιούνται σε μια μελωδική μορφή.

Η εστίαση του συνθέτη στη μελωδία σημαίνει ότι κάθε μελωδική γραμμή είναι φορτωμένη με συμβολικό βάρος. Το εναρκτήριο θέμα της Μήδειας θυμίζει τη μουσική που έγραψε ο Θεοδωράκης για τη ταινία «Ηλέκτρα» του Κακογιάννη. Δημιουργεί μια μελαγχολική, απειλητική ατμόσφαιρα που θα ανακαλείται σε κρίσιμες στιγμές της όπερας αλλά και στις δυο επόμενες των «λυρικών τραγωδιών» του. Τέτοιες οικείες μελωδίες και ρυθμοί αποδεικνύουν τη συνέχεια μεταξύ αρχαίας και σύγχρονης Ελλάδας υπογραμμίζοντας ότι αυτό το δράμα συμβαίνει σ’ ένα τόπο που κατοικείται ακόμα από Έλληνες.

Η Μήδεια είναι πρόσφυγας από τον Πόντο. Ο Ευριπίδης με το τέχνασμα της τροφού, που κάνει έκκληση ευθέως στους θεατές για συμπόνια, μας καλεί να καταλάβουμε την τρομερή θέση της Μήδειας ως ντροπιασμένης εξόριστης. Ο Θεοδωράκης αποδίδει αυτή την έκκληση για κατανόηση με μια μουσική γλώσσα που υπογραμμίζει ότι η Μήδεια δεν είναι εντελώς ξένη, αλλά πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. «Νιώθω πόνο στη καρδιά κι ήρθα να κλάψω… Να πω τα πάθη της κυράς μου σε ουρανό και γη» μας λέει η τροφός σε μια άρια που θα μπορούσε να ενορχηστρωθεί ξανά ως ένα μικρασιάτικο ρεμπέτικο τραγούδι.

Αντί για συμπόνια από τους Κορίνθιους η Μήδεια αντιμετωπίζει τον ίδιο εθνικισμό με τον οποίο οι Έλληνες υποδέχτηκαν τους πρόσφυγες το 1922. Όταν ο Ιάσονας διαλαλεί ότι πρέπει να είναι ευγνώμων που ζει τώρα στην Ελλάδα και ο χορός των ανδρών επαναλαμβάνει «ζεις στην Ελλάδα. Οι Έλληνες σε επαινούν», ενοχλούμαστε για το σωβινισμό τους. Ο χορός των γυναικών μας θυμίζει ότι αυτά είναι κούφια λόγια, λόγια που λέγονται πολύ καθυστερημένα προς αντίπαλο πιο ισχυρό από τον ίδιο. Σε τέτοιες περιπτώσεις βλέπουμε πόσο υπολογίζει ο Θεοδωράκης στην ιδιότητα του ανδρικού χορού. Η ύπαρξη αντρικού και γυναικείου χορού επιτρέπει στο συνθέτη να τονίσει τη διαφορά μεταξύ της αρσενικής και θηλυκής στάσης απέναντι στη συμπεριφορά της Μήδειας. Ενώ οι άνδρες φοβούνται τη Μήδεια, οι γυναίκες, τουλάχιστον στην αρχή, είναι με το μέρος της.

Αντίθετα με τις ηρωίδες στις επόμενες όπερες – Ηλέκτρα και Αντιγόνη – η Μήδεια είναι μια άστατη γυναίκα, που βασανίζεται ανάμεσα στην επιθυμία της για εκδίκηση και στην αγάπη της για τα παιδιά της. Μουσικά οι διαθέσεις της αποκαλύπτονται με γρήγορες αλλαγές μελωδικής γραμμής, τέμπο και ρυθμού. Από την πρώτη της κιόλας εμφάνιση μοιάζει σαν μια δύναμη της φύσης, σαν ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.
Στη μουσική του Ιάσονα βρίσκουμε μια επινόηση του Θεοδωράκη που θα τη χρησιμοποιήσει σ’ όλη την τριλογία: τα χάλκινα όργανα θα γίνουν σύμβολο κοσμικής εξουσίας, εξουσίας που ωστόσο φοβάται τον αντίπαλο. Ο Ιάσονας δίνει τις διαταγές του με μουσική γρήγορη και εκρηκτική.
Οι γυναίκες του χορού καταγγέλλουν όχι μόνο τον Ιάσονα, αλλά και την τύχη των γυναικών. Η κορυφαία μας θυμίζει τι θυσίασε η Μήδεια αφήνοντας το πατρικό της σπίτι και ταξιδεύοντας με το μικρό σκάφος του Ιάσονα στην Ελλάδα. Η άριά τους έχει ένα απαλό, λικνιστικό ρυθμό που μιμείται την κίνηση του σκάφους του Ιάσονα, αλλά φτάνει σε δραματική κορύφωση, όταν ο χορός μαζί με την κορυφαία κάνουν μια επίθεση στην ελληνική ηθική, επίθεση που δεν αφήνει αδιάφορο το σύγχρονο ελληνικό κοινό. «Ω Ελλάδα! Ελλάδα δοξασμένη! Ποιος σέβεται σήμερα όρκους και τιμή; Στους ουρανούς πέταξαν και χάθηκε η ντροπή!»

Στη λογομαχία Ιάσονα – Μήδειας η Μήδεια θυμίζει τον άνδρα της ότι αυτή ήταν που τον έκανε ήρωα προδίδοντας και σκοτώνοντας τους συγγενείς της. Η τραγουδιστή απάντηση του Ιάσονα, που συνοδεύεται από συνεχή αρπίσματα, μας υπενθυμίζει ότι αυτός που μιλάει είναι ένας ναύτης που αντιλαμβάνεται τη φουρτούνα που δημιούργησαν τα λόγια της. Αλλά ο λόγος του, άλλοτε σωβινιστικός άλλοτε πραγματικός, καταφέρνει μόνο να μετατρέψει τη φουρτούνα σε κυκλώνα.
Όταν η Μήδεια πείθει τον Αιγέα να ορκισθεί μπροστά στους θεούς – στη Γη, στον Ήλιο, στο Δία, στον ‘Αδη και στη Μοίρα – ότι θα την προστατέψει, η μεγαλοπρεπής μελωδία του χορού διακόπτει την πράξη και ο ιερός χαρακτήρας της προσευχής ενισχύεται μουσικά. Η προσευχή στο τέλος της πρώτης πράξης ξαναπιάνεται από το χορό των γυναικών στη δεύτερη πράξη, που ζητούν τη βοήθεια του Ερμή να οδηγήσει τον Αιγέα με ασφάλεια στο παλάτι του. Η Μήδεια επίσης επικαλείται τους θεούς πριν ανακοινώσει τα τρομαχτικά της σχέδια. Από δω και πέρα η Μήδεια βρίσκεται στην επίθεση, αλλά ο θρίαμβός της είναι πιο πικρός από οποιαδήποτε αποτυχία.

Ανηλεής από τη μανία της ετοιμάζεται να σκοτώσει τα παιδιά της, ενώ ακούμε τη δυσοίωνη μουσική της αρχής της όπερας. Αλλά ξαφνικά αρχίζει μια εκπληκτική άρια. Η μελωδία βασίζεται σ’ ένα τραγούδι του Θεοδωράκη του 1969 με τίτλο «Ο χρησμός» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Σ’ αυτό το περιβάλλον, η γλυκιά και μελαγχολική μελωδία μεταμορφώνει τη γυναίκα, που μόλις σκότωσε δύο ανθρώπους με βάρβαρο τρόπο και ετοιμάζεται να σκοτώσει τα δικά της παιδιά, σε τρυφερή μητέρα.

Ένα χαρακτηριστικό της τραγωδίας, όπως παρατηρεί ο Θεοδωράκης, είναι ότι όλοι οι πρωταγωνιστές έχουν δίκιο από την πλευρά τους, μέχρι και ο Ιάσονας, που ο συνθέτης του χαρίζει την λυτρωτική του στιγμή. Η άρια που τραγουδάει, όταν μαθαίνει για το θάνατο των παιδιών του είναι ο θρήνος ενός ανθρώπου που έχει λυγίσει από την απελπισία. Οι ρόλοι ανατρέπονται. Ο πόνος δίνει στον Ιάσονα μια καινούργια αξιοπρέπεια, ενώ η Μήδεια γίνεται μια θριαμβεύουσα ξένη. Εδώ η ορχήστρα τονίζει, πετυχημένα αυτή την ανατροπή. Τα χάλκινα όργανα, σύμβολο ανδρικής εξουσίας, συνοδεύουν τώρα τη Μήδεια.

Στις τελευταίες στιγμές της όπερας η σύντομη άρια της Μήδειας, με την οποία δηλώνει το σκοπό της να θάψει τα παιδιά της μακριά από την Κόρινθο στο Ναό της Ήρας, είναι ακόμα μια ιερή στιγμή που ο συνθέτης μάς βοηθάει να καταλάβουμε το λειτουργικό χαρακτήρα της τραγωδίας και την πεποίθηση του Θεοδωράκη ότι όλοι έχουν δίκιο. Αν υπάρχει απόλυτο κακό, αυτό βρίσκεται στην κοσμική εξουσία και στην κατάχρησή της.

Κανένας που δε γνωρίζει το λαϊκό έργο του Θεοδωράκη δεν θα συνδέσει την όπερα Αντιγόνη με το θεατρικό έργο του που στηρίζεται στον ίδιο μυθικό υλικό, Το τραγούδι του νεκρού αδελφού δηλαδή, γραμμένο όταν οι πληγές του εμφύλιου ήταν ακόμα ανοιχτές. Για να τονιστεί πάλι ο παραλληλισμός με την σύγχρονη ελληνική ιστορία, ο συνθέτης έπρεπε να επεκτείνει την όπερα πέρα από την Αντιγόνη του Σοφοκλή και να γράψει το δικό του λιμπρέτο, φτιάχνοντας ένα κολάζ από πέντε αρχαία έργα που αναφέρονται στον κύκλο της Θήβας. Χρειάζεται μια Ιοκάστη που σπαράσσεται ανάμεσα στους δυο γιους της και έναν Οιδίποδα ως σύμβολο αυτοκαταστροφής. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Θεοδωράκης μπόρεσε να τονίσει τον κυκλικό χαρακτήρα της ανθρώπινης σύγκρουσης και την αμηχανία των αθώων να παρέμβουν. Ο Ετεοκλής και ο Κρέοντας έχουν το ίδιο πάθος για εξουσία, ενώ ο Οιδίποδας και η Αντιγόνη καταφέρνουν να γίνουν κοινωνοί των «νόμων της παγκόσμιας αρμονίας».

Η προσωπική ερμηνεία του Θεοδωράκη για την Αντιγόνη του δίνει τη δυνατότητα να ενώσει τη μουσική με τη φιλοσοφική ενόρασή του για την αναπόφευκτη, παγκόσμια ανθρώπινη τραγωδία, αλλά και για την ιδιαίτερη τραγωδία της χώρας του. Δραματικά η όπερα πληρώνει το κόστος του ετερόκλητου χαρακτήρα του υλικού της. Η μακροσκελής άρια του Οιδίποδα στην αρχή της όπερας βαραίνει την πράξη πριν αρχίσει. Ως «alter ego» του συνθέτη ο Οιδίποδας επηρεάζεται από το νόμο της παγκόσμιας αρμονίας, κάτι που υπάρχει πέρα από τη μεταφυσική αναζήτηση και τον τελικό προορισμό του.

Η εμφάνιση του Ετεοκλή, ο διάλογός του με το χορό και οι προετοιμασίες για πόλεμο είναι στοιχεία από τους Επτά επί Θήβας. Η εισαγωγή του Οιδίποδα ως αφηγητή ανοίγει το δρόμο για την τρίτη σκηνή, που βασίζεται στις Φοίνισσες του Ευριπίδη με τις γρήγορες στιχομυθίες ανάμεσα στον Κορυφαίο, στον Κρέοντα και στην Αντιγόνη. Σ’ αυτό το έργο οφείλεται και η εμφάνιση της Ιοκάστης και η προσπάθειά της να συμφιλιώσει τους δυο αδελφούς. Η σύγκρουση σπαθιών και λόγων καταφέρνει να δημιουργήσει μια δραματική ένταση που φτάνει στην κορύφωσή της, όταν η Ιοκάστη τραγουδάει την καταπληκτική της άρια «Η πιο δύστυχη μητέρα». Οι πηγές αυτής της άριας είναι δυο τραγούδια γραμμένα το 1942 στην Τρίπολη και οι μελωδίες ανακαλούνται σε στιγμές που τονίζουν την καθαρότητα της αγάπης της Ιοκάστης για τα παιδιά της και της Αντιγόνης για τον Αίμωνα.

Αν η Ηλέκτρα είναι η πιο δραματική όπερα του Θεοδωράκη, ένα tour de force ρυθμικής έντασης και μεγάλων οπερατικών στιγμών, η τρίτη λυρική τραγωδία, η Αντιγόνη είναι η κατάλληλη επιλογή για τελευταίο έργο της τριλογίας. Το μπαλέτο Αντιγόνη ήταν η πρώτη διεθνής εντολή που πήρε ο συνθέτης και το έργο είναι κάτι που πάντοτε τον τραβούσε. Για το Θεοδωράκη η Αντιγόνη αντιπροσωπεύει «ένα ολοκληρωμένο, κλειστό κύκλο ανθρώπινης τραγωδίας. Συμβολίζει το αιώνιο κακό, το επαναλαμβανόμενο δράμα που σαν κατάρα συνοδεύει το ανθρώπινο γένος: από τη μια πλευρά υπάρχουν οι θύτες, από την άλλη τα θύματα. Οι Θεοί του Κακού συμβολίζουν το βασικό ένστικτο της κυριαρχίας, της δίψας για δύναμη και εξουσία.»

Μια ολόκληρη πόλη καταστρέφεται από αυτό το ένστικτο, αλλά μέσα από τις στάχτες ξεπηδούν η Αντιγόνη και ο Αίμων, «τα δύο απαραίτητα θύματα της κοινωνίας που θα θυσιαστούν για να εξευμενίσουν το Κακό..» Έτσι δίνουν την ευκαιρία στο συνθέτη να τελειώσει την τριλογία του όχι απαισιόδοξα αλλά με θριαμβευτικό λυρισμό.

Μια σύντομη αναφορά στην κωμική, λυρική του όπερα «Λυσιστράτη» (όπερα σε δύο πράξεις και δέκα σκηνές, σε λιμπρέτο του συνθέτη), που μας οδηγεί σε πολύ διαφορετικό μουσικό και πνευματικό περιβάλλον.
«Στην ελεύθερη απόδοση του κειμένου εισήγαγα νέα στοιχεία, όπως λ.χ. το πρόσωπο του ποιητή και αναμόρφωσα πολλές σκηνές με βάση τις ανάγκες της προβολής των μουσικών στοιχείων, που ως γνωστό αποτελούν τη βάση ενός λυρικού – μουσικού έργου, παραμένοντας βεβαίως πάντοτε πιστός στο πνεύμα και στο γράμμα του Αριστοφάνη».
Ανέβηκε στο «μέγαρο» τον Απρίλη του 2002 με την Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής -στη διανομή, Δάφνη Ευαγγελάτου, Λουντμίλα Σεμτσούκ, Μαρίνα Βουλογιάννη, Αλεξάνδρα Παπατζιάκου, Δημήτρης Καβράκος, Ζάχος Τερζάκης κ.ά. Μετέχει γιά πρώτη φορά σε όπερα ο Γιώργος Νταλάρας, με τον ρόλο του Ποιητή -συμμετέχει η Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής σε διδασκαλία Φανής Παλαμίδη.

Ο όρος “έντεχνο λαϊκό τραγούδι” φέρει τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μίκη Θεοδωράκη. […]
Το έντεχνο λαϊκό τραγούδι, αντίθετα με το λαϊκό, θα μιλήσει καθαρά και θα περάσει και στον δρόμο και στο γήπεδο και στο συλλαλητήριο και στην πορεία. Θα είναι ένα μαζικό τραγούδι. Που θα αγκαλιάζει όλες τις στιγμές και όλα τα προβλήματα της δεκαετίας του ’60. Την ανεργία. Τη μιζέρια. Το αυθαίρετο. Το εκτός σχεδίου. Το όνειρο ενός καινούριου κόσμου. Τη συντροφικότητα. Τον αγώνα για τη δημοκρατία. Και φυσικά τον έρωτα. Και τη γειτονιά. Και τις απλές χαρές της ζωής.
(Λευτέρης Παπαδόπουλος)

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, με κρουστά πνευστά -Τατιάνα Παπαγεωργίου στο πιάνο
Θέατρο Ηρ. Αττικού, την Τατιάνα Παπαγεωργίου στο πιάνο

Δύο εξαιρετικές συναυλίες με έργα Μίκη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στο Θέατρο Ηρ. Αττικού, με κρουστά πνευστά και την Τατιάνα Παπαγεωργίου στο πιάνο απόδειξη πως τα λαϊκά αυτά έργα μπορούν να αποδοθούν θαυμάσια και συμφωνικά

Το επί 44 χρόνια χαμένο Κοντσέρτο «Ελικών» για πιάνο και ορχήστρα 21-Σεπ-2005 (στο πιάνο ο διακεκριμένος Έλληνας σολίστ Ντίνος Μαστρογιάννης) από την Κρατική Ορχήστρα Δωματίου του Καζάν “Λα Πριμαβέρα”-Διεύθυνση Ρουστέμ Αμπιάζοφ στη μεγάλη αίθουσα συναυλιών του Ταταρστάν “Σαλίχ Σαϊντάσοφ”.

Eάν ακούσετε την 3η Συμφωνία, στην εκδοχή του 1992, θα ανακαλύψετε στοιχεία που υπάρχουν, ως σχεδιάσματα του 1941. Παρατηρείς στον Θεοδωράκη τα εξής: Η ίδια ιδέα μέσα από μια αλληλουχία σχεδιασμάτων που αναπτύσσεται στον χρόνο μπορεί να βρεθεί σε τραγούδια, σε κύκλους τραγουδιών, σε μετασυμφωνικά έργα, σε μουσική δωματίου, σε μπαλέτα, σε συμφωνικά έργα, σε όπερες. Ο Μίκης δε λειτουργεί όπως εγώ που είμαι ένα είδος Δρ. Τζέκυλ και Μίστερ Χάιντ. Δε συνθέτει τραγούδια και μετά από 3 μήνες ένα συμφωνικό έργο, το οποίο δεν έχει καμιά σχέση με αυτά. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε το έργο του Μίκη ως μια πλήρως αδιάσπαστη ενότητα.
[…]
Και αυτό νομίζω ότι καθιστά τον Μίκη μια από τις μοναδικές περιπτώσεις στην Ελληνική Τέχνη και στον Πολιτισμό μας.
(Θάνος Μικρούτσικος)

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ο συμφωνικός Θεοδωράκης -από την Κασσιανή ως τη Λυσιστράτη

Επισκεφτείτε για πληρέστερη ενημέρωση το επίσημο site του Μίκη Θεοδωράκη.
Δείτε επίσης Ο μεγάλος Μίκης πέρασε στην αθανασία

ℹ️  Η Συμφωνική ορχήστρα αποτελεί μουσικό σύνολο μεγάλης κλίμακας από συγκεκριμένα όργανα, που δημιουργήθηκε τον 17ο αιώνα -με την ραγδαία εξέλιξη της όπερας.  
Σε μια πρώτη φάση (μπαρόκ – Χαίντελ Μπαχ κλπ) κυριαρχούν τα έγχορδα (10-12), χρησιμοποιούνται ελάχιστα ξύλινα πνευστά (όμποε, φλάουτο ή φαγκότο) και -κατά περίσταση χάλκινα πνευστά ή κρουστά ενώ εμφανίζεται ο μαέστρος.
Σήμερα οι μεγάλες «φιλαρμονικές» έχουν συνήθως πάνω από 100-120 άτομα

  

Επιμέλεια: Γιάννης Παπαγιάννης

Δείτε ακόμα...